ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Άρης Χατζηγεωργίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σενάρια «επιτελικής διαχείρισης», τα οποία κατά κανόνα υποκρύπτουν και αυξήσεις στις χρεώσεις νερού για ύδρευση και άρδευση, γεννούν οι διαπιστώσεις της «Εθνικής Στρατηγικής για τα Υδατα», που περιλαμβάνουν τεράστιες απώλειες ώς και πάνω από 40% από τα παλαιωμένα δίκτυα, κατακερματισμό με εμπλοκή 700 φορέων, ελλιπή στοιχεία για την ορθή αξιολόγηση της ποιότητας επιφανειακών και υπόγειων υδάτων και αυξημένο κίνδυνο λειψυδρίας και πλημμυρών ταυτοχρόνως.

Η «Εθνική Στρατηγική για τα Υδατα» αναρτήθηκε χθες από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και περιλαμβάνει πλήθος διαπιστώσεων μιας κατάστασης που σε μεγάλο βαθμό είναι γνωστή, αλλά καταγράφεται λες και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση και θέλει τώρα να σχεδιάσει μέτρα για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που άφησαν η οικονομική κρίση, η έλλειψη επενδύσεων, οι φορείς χωρίς προσωπικό και ο κακός σχεδιασμός. Υπενθυμίζεται ότι πριν από περίπου έναν χρόνο, το καλοκαίρι του 2025 και έπειτα από μια σύσκεψη στο Μαξίμου, είχε διαρρεύσει σχέδιο της κυβέρνησης για συγχώνευση των 739 φορέων υδροδότησης που υπάρχουν πανελλαδικά σε τρεις εταιρείες-μαμούθ. Το κείμενο στρατηγικής που ανακοινώθηκε χθες, πάντως, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

1. Ισχυρές πιέσεις που υποβαθμίζουν την οικολογική ποιότητα των επιφανειακών υδάτων (ποτάμια, λίμνες, εκβολές, παράκτια), με το 36,1% αυτών να βρίσκεται σε κίνδυνο πανελλαδικά και την κατάσταση να είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη στη Θεσσαλία (63% σε κίνδυνο) και την Αττική (40%).

2. Στους υπόγειους υδροφορείς η κατάσταση βαρύνεται από την ανεξέλεγκτη άντληση, καθώς εκτιμάται ότι λειτουργούν 13.000 γεωτρήσεις χωρίς άδεια. Η ποιοτική υποβάθμιση οφείλεται κυρίως σε υπερβάσεις νιτρικών, χλωριόντων και βαρέων μετάλλων, ενώ στις παράκτιες περιοχές, το πρόβλημα εστιάζεται συχνά στη θαλάσσια διείσδυση. Τα πλέον επιβαρυμένα από πλευράς ποιότητας είναι υδατικά διαμερίσματα της Αττικής, της Ανατολικής Πελοποννήσου και των Νήσων Αιγαίου, ενώ εντονότερη ποσοτική υποβάθμιση διαπιστώνεται σε Θεσσαλία, Αττική, Δυτική Μακεδονία και Νησιά Αιγαίου.

3. Μεγάλο είναι το μέρος του νερού που αντλείται αλλά χάνεται πριν φτάσει στον τελικό καταναλωτή. Ο εθνικός μέσος όρος για τις απώλειες δικτύου φθάνει στο 35%, ενώ λίγο χαμηλότερα (25%-27%) βρίσκονται τα πιο οργανωμένα δίκτυα ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ. Σε άλλες περιοχές, όμως, η κατάσταση μοιάζει με σουρωτήρι, καθώς οι απώλειες φτάνουν στην Κρήτη το 49%, στην Ανατολική Πελοπόννησο το 47%, στην Ανατολική Μακεδονία το 42% και στη Θεσσαλία το 33%.

4. Ως προς τα αίτια αυτής της κατάστασης, αναφέρεται η παλαιότητα των δικτύων λόγω μειωμένων επενδύσεων στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, η ανεπαρκής συντήρηση, η έλλειψη συστημάτων υδρομέτρησης, οι παράνομες συνδέσεις και οι αραιές καταμετρήσεις, που αραιώνουν ακόμα περισσότερο σε… προεκλογικές περιόδους. Αναφέρεται φυσικά και η έλλειψη προσωπικού σε πολλές από τις υπηρεσίες που θα έπρεπε να εποπτεύουν τα δίκτυα.

5. Επαναλαμβάνεται ότι λειτουργούν 740 πάροχοι υπηρεσιών ύδατος σε όλη την επικράτεια, εκ των οποίων οι 290 ασχολούνται με ύδρευση-αποχέτευση (δημοτικές επιχειρήσεις, υπηρεσίες δήμων κ.λπ.) και 450 με άρδευση (κυρίως ΤΟΕΒ και δήμοι). Οπως αναφέρεται, αρκετοί από τους παραπάνω φορείς «λόγω μεγέθους, έλλειψης πόρων και λειτουργικών περιορισμών αδυνατούν να ανταποκριθούν πλήρως στις υποχρεώσεις τους» και «διαχειρίζονται τις υποδομές συχνά με περιορισμένη οργανωτική συγκρότηση και σοβαρό έλλειμμα τεχνικής κατάρτισης».

6. Ελλείψεις, όμως, παραδέχεται η έκθεση και στο σύστημα συλλογής στοιχείων για την ποιοτική κατάσταση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων της χώρας, που γίνεται από το Εθνικό Δίκτυο Παρακολούθησης Υδάτων (ΕΔΠΥ). Οπως αναφέρει, η αξιολόγηση της ποιοτικής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων «χαρακτηρίζεται από περιορισμένη αξιοπιστία δεδομένων, καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ομαδοποιήσεις και κρίσεις εμπειρογνωμόνων, παρά σε πλήρη και συνεχή επιτόπια παρακολούθηση, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης (ΕΔΠΥ)». «Κατέστη εφικτή η παρακολούθηση περίπου του ενός τρίτου των αναγνωρισμένων επιφανειακών υδατικών συστημάτων. Η κάλυψη αυτή επέτρεψε την αξιολόγηση του 26% των ποτάμιων, του 48% των λιμναίων και του 55% των μεταβατικών υδάτων (εκβολές), ενώ στα παράκτια η κάλυψη περιορίστηκε στο 14%», παραδέχεται η έκθεση.

7. Η ρύπανση των υδάτων αποδίδεται πάντως στη βιομηχανική δραστηριότητα, τις κτηνοτροφικές μονάδες, τον τουριστικό τομέα, τις ιχθυοκαλλιέργειες και τους χώρους διάθεσης στερεών αποβλήτων. Η βιομηχανική δραστηριότητα ασκεί πίεση σε Αττική, Ανατολική Στερεά και Κεντρική Μακεδονία, τα ελαιοτριβεία σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα, ο πρωτογενής τομέας σε Ηπειρο και Θεσσαλία, οι μεγάλες τουριστικές μονάδες σε Πελοπόννησο, Κρήτη και Νησιά του Αιγαίου και οι μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε Δυτική Στερεά, Ηπειρο και Πελοπόννησο.

8. Την ώρα που το φαινόμενο της λειψυδρίας εκδηλώνεται κυρίως σε Θεσσαλία, Αττική και τα Νησιά του Αιγαίου, αυξάνονται ταυτόχρονα οι περιοχές της χώρας που βρίσκονται σε κίνδυνο πλημμύρας, οι οποίες φτάνουν να καλύπτουν το 20,2% της χερσαίας έκτασης, δηλαδή ποσοστό αυξημένο κατά 12,5% σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό. Τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου πλημμύρας καταγράφονται σε Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία και Θεσσαλία, υπερβαίνοντας το 30% της χερσαίας έκτασής τους, και ακολουθούν Δυτική Μακεδονία, Αττική και Θράκη με ποσοστά άνω του 20%.

9. Το 2022 και, σύμφωνα με το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό που είχε καταρτισθεί τότε, είχαν προβλεφθεί για την ύδρευση 1.922 έργα συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, όμως αυτός ο σχεδιασμός θεωρείται ήδη ξεπερασμένος λόγω αύξησης του τουρισμού, κλιματικής αλλαγής, της νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας για το πόσιμο νερό και των αυξήσεων των τιμών.

10. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας τίθενται ως βασικοί στόχοι η μείωση των απωλειών μέσω αντικατάστασης παλαιών αγωγών, εγκατάστασης συστημάτων τηλεμετρίας, ψηφιοποίησης των δικτύων και εντοπισμού διαρροών σε πραγματικό χρόνο. Περιλαμβάνεται επίσης η πλήρης κοστολόγηση των υπηρεσιών ύδατος και η σύνδεση των τιμολογίων με πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης, που προφανώς θα οδηγήσει σε άνοδο των τιμολογίων.

11. Τέλος, επαναλαμβάνεται πως το μοντέλο των εκατοντάδων μικρών φορέων δεν είναι βιώσιμο και (ξανα)προτείνεται αναδιοργάνωση των φορέων με μεγέθυνση των εταιρειών ΕΥΔΑΠ (επεκτείνεται σε Βοιωτία, Φωκίδα, Εύβοια) και ΕΥΑΘ (Θεσσαλονίκη-Χαλκιδική). Στη Θεσσαλία ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων (ΟΔΥΘ) αναλαμβάνει σταδιακά την ενσωμάτωση 55 ΤΟΕΒ και στην Κρήτη εξετάζεται η αξιοποίηση του Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης ως περιφερειακού πυλώνα διαχείρισης. Εμφαση δίνεται επίσης σε έργα αποθήκευσης και επαναχρησιμοποίησης νερού και αυστηροποίηση των ελέγχων για τις παράνομες γεωτρήσεις.