ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Λιούτα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Oι αριθμοί της ελληνικής οικονομίας συνθέτουν μια εικόνα που καμία κυβερνητική καμπάνια δεν μπορεί να κρύψει και μιλούν πιο δυνατά από οποιοδήποτε πολιτικό σύνθημα. Ο μισθός στην Ελλάδα δεν είναι πλέον εργαλείο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είναι σαν το παυσίπονο – ανακουφίζει προσωρινά, αλλά δεν θεραπεύει τίποτα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, το εισόδημα των εργαζομένων επαρκεί πλέον για να καλύψει τις ανάγκες μόλις των πρώτων 18 ημερών κάθε μήνα. Από εκεί και πέρα αρχίζει η επιβίωση με δανεικά, κάρτες, οικογενειακή βοήθεια ή με στέρηση. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα πίσω από τους πανηγυρισμούς για την ανάπτυξη και τις επενδυτικές βαθμίδες.

Μια χώρα όπου ο μισθός δεν βγάζει τον μήνα δεν είναι μια οικονομία που προοδεύει. Είναι μια κοινωνία που εξαντλείται. Η κατάσταση είναι τόσο ασφυκτική ώστε ένας στους δύο μισθωτούς είτε αναζητά είτε έχει ήδη αποκτήσει δεύτερη δουλειά. Μιλάμε για καθαρή ανάγκη επιβίωσης. Οταν η δεύτερη εργασία μετατρέπεται από επιλογή σε αναγκαστική συνθήκη, τότε δεν έχουμε επιτυχία της αγοράς εργασίας, αλλά αποτυχία της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής.

Οι Ελληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από τους Ευρωπαίους, πληρώνουν ευρωπαϊκές τιμές και συχνά υψηλότερους έμμεσους φόρους, αλλά διαθέτουν αγοραστική δύναμη που υπολείπεται δραματικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο σκληρή όταν κοιτάξει κανείς τους μισθούς.

Ο μέσος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης λαμβάνει καθαρά περίπου 1.087 ευρώ τον μήνα. Η ονομαστική αύξηση των αποδοχών παρουσιάζεται ως επιτυχία. Ομως όταν ο πληθωρισμός τρέχει γρηγορότερα από τους μισθούς, ο εργαζόμενος γίνεται φτωχότερος. Πίσω από τους μέσους όρους κρύβεται μια ακόμη πιο ζοφερή εικόνα. Σχεδόν οκτώ στους δέκα εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα αμείβονται με έως 1.200 ευρώ μικτά. Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους η πλήρης απασχόληση δεν αποτελεί πλέον εγγύηση οικονομικής ασφάλειας. Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα για όσους εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Με καθαρές αποδοχές που κινούνται γύρω στα 450 ευρώ η εργασία μετατρέπεται σε στατιστική απασχόλησης και όχι σε μέσο αξιοπρεπούς ζωής.

Και αν η κατάσταση των εργαζομένων είναι δύσκολη, η εικόνα των συνταξιούχων είναι αποκαρδιωτική. Περίπου 300.000 συνταξιούχοι εξακολουθούν να εργάζονται διότι η σύνταξη δεν επαρκεί. Η μέση κύρια σύνταξη μετά βίας ξεπερνά τα 800 ευρώ καθαρά. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι επιβιώνουν με ποσά που δεν φτάνουν ούτε για τα στοιχειώδη. Για πολλούς ηλικιωμένους το δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην άνεση και τη λιτότητα. Είναι ανάμεσα στη θέρμανση, τα φάρμακα και το σούπερ μάρκετ.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται συχνά γύρω από θριαμβολογίες για μακροοικονομικούς δείκτες. Η αλήθεια όμως βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στον εργαζόμενο που ψάχνει δεύτερη δουλειά. Στον νέο που δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό του. Στη μητέρα που κόβει δαπάνες από τα παιδιά της. Στον συνταξιούχο που επιστρέφει στην εργασία για να πληρώσει λογαριασμούς. Μια κοινωνία στην οποία η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και η σύνταξη δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή γηρατειά δεν αντιμετωπίζει απλώς οικονομικές δυσκολίες, αλλά κρίση σε όλους τους τομείς.

Και όσο οι αριθμοί αυτοί πολλαπλασιάζονται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πειστεί η κοινωνία ότι η οικονομία ευημερεί όταν οι άνθρωποί της φτωχαίνουν.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια