Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τη στάση της δημοκρατικής αντιπολίτευσης απέναντι στους θεσμούς, ειδικά απέναντι στο Σύνταγμα. Τι νόημα έχει η συμμετοχή των βουλευτών της σε ακόμα μια διαδικασία αναθεώρησης, όταν η κυβέρνηση που την άνοιξε καταγγέλλεται εδώ και καιρό για παραβιάσεις του κράτους δικαίου; Τι είδους «συναινέσεις» επιδιώκονται σε μια πρόταση που, στον πυρήνα της, αμφισβητεί τη διάκριση των λειτουργιών, όχι μόνο με τη διαιώνιση της εξάρτησης της Δικαιοσύνης, αλλά και με τον επιχειρούμενο έλεγχο της ίδιας της Βουλής από τους κυβερνώντες; Συμμετέχουν, άραγε, γιατί αυτό απαιτούν τα κοινοβουλευτικά ήθη ή γιατί ελπίζουν ότι κάτι μπορούν να αλλάξουν στο τελικό αποτέλεσμα – τις αναθεωρητέες διατάξεις δηλαδή;
Κάποτε πρέπει να μιλήσουμε για θεσμική παιδεία. Αν θέλεις πραγματικά να υπερασπιστείς το κύρος του Συντάγματος, δεν νομιμοποιείς διαδικασίες που οδηγούν μαθηματικά στην απαξίωσή του. Δεν καταψηφίζεις στο τέλος, απέχεις από την αρχή. Ιδίως δεν βλέπεις τα «δέντρα», χάνοντας το «δάσος», υποστηρίζοντας π.χ. ότι κάποιες από τις επιμέρους προτάσεις «θα μπορούσαν να συζητηθούν». Γιατί τίποτε δεν μπορεί να συζητηθεί όταν αμφιβάλλεις για την ίδια την κατάσταση του κράτους δικαίου και συχνά-πυκνά μιλάς για «καθεστώς». Κι έτσι επιφυλάσσεσαι: πρώτα η αποκατάσταση του κράτους δικαίου και μετά οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης.
Οι εργασίες της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής θα ολοκληρωθούν πάντως πριν από τις εκλογές, ώστε η τωρινή κυβέρνηση να έχει δεσμεύσει την επόμενη Βουλή τουλάχιστον για τις αναθεωρητέες διατάξεις. Αλλά, ακόμη κι έτσι, όσο το μετεκλογικό τοπίο παραμένει αβέβαιο και –ελπίζουμε– δεν μπορεί ακόμη να ελεγχθεί, τίποτε δεν έχει κλειδώσει στο Σύνταγμα.
Αν τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης (παλιά και νέα) καταλάβουν κάποτε ότι το πρόβλημα του «κράτος δικαίου» δεν είναι μόνο οι παρακολουθήσεις, τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά μια συνολική διάβρωση των θεσμών που φτάνει μέχρι την ακρίβεια, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, την κατάσταση των μεταφορών, τις πολεοδομίες και την προστασία των δασών μας, τότε πρέπει να ξανασκεφτούν τις μετεκλογικές επιλογές τους.
Οι εκλογές δεν θα αναδείξουν, όπως φαίνεται, αυτοδύναμη κυβέρνηση ενός κόμματος. Εκ των πραγμάτων θα τεθεί ζήτημα συμμαχιών και εκεί θα δοκιμαστούν οι πολιτικές φιλοδοξίες όλων. Αυτή είναι, όμως, μια πραγματική ευκαιρία για την ανάταξη των θεσμών. Οι πολιτικές φιλοδοξίες των δημοκρατικών πολιτικών κομμάτων, όσο ισχυρές κι αν είναι, δεν πρέπει να εμποδίσουν αυτή την ευκαιρία, οδηγώντας σε δεύτερες εκλογές.
Είναι η στιγμή για μια δημοκρατική κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με στόχο την ανάταξη του κράτους δικαίου και δύο κύρια καθήκοντα: α) τη σύσταση προανακριτικών επιτροπών της Βουλής για τον έλεγχο των πολιτικών υπευθύνων σε όλες τις υποθέσεις εξαιτίας των οποίων η χώρα μας είναι εκτεθειμένη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και β) την απόρριψη της τρέχουσας και την εισαγωγή μιας νέας πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης με αποκλειστικό περιεχόμενο την πρόβλεψη αντίβαρων για την αποκατάσταση της διάκρισης των λειτουργιών.
Πόσο εφικτή είναι μια τέτοια πρόταση; Ακόμη και αν δεν υιοθετηθεί η εξαιρετική ιδέα του Ξ. Κοντιάδη, για λόγους μικροκομματικής ιδιοτέλειας των κυβερνώντων (δηλαδή η αναγνώριση του εκλογικού μπόνους σε συνασπισμούς κομμάτων), οι δημοκρατικοί βουλευτές μετά τις εκλογές δεν θα είναι λιγότεροι των 151, με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα. Το μόνο που θα μένει τότε είναι η τόλμη και η εγκατάλειψη κοντόφθαλμων εγωισμών που, αν επικρατήσουν, θα μας επιφυλάσσουν τραγικές εκπλήξεις στις δεύτερες εκλογές.
Και πρωθυπουργός αυτής της κυβέρνησης; Γνωρίσαμε ευτυχώς δυο-τρία πρόσωπα που απέδειξαν την ανεξαρτησία τους με προσωπικό κόστος, σώζοντας την τιμή των θεσμών που υπηρέτησαν και του κράτους δικαίου συνολικά. Ας είναι από αυτά…
*Συνταγματολόγος και εμπειρογνώμονας στην Ε.Ε.
