Ως εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος που διανύω τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης μου, αναζήτησα ποιες προβλέψεις υπάρχουν για τη συμμετοχή μου στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και της λοχείας, αναμένοντας να βρω ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο. Ωστόσο, βρέθηκα μπροστά σε ένα πραγματικά μη αναμενόμενο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καμία ειδική πρόβλεψη. Η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων επικοινώνησε με τις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες επιβεβαίωσαν το θεσμικό κενό, το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε και η αντιδήμαρχος Ισότητας του Δήμου.
Ακριβώς γι’ αυτό το θεσμικό κενό αναγκάζομαι να παραιτηθώ από τη θέση μου για να μη στερήσω από την παράταξή μου μία έδρα τους επόμενους μήνες.
Κι αυτό γιατί η μοναδική δυνατότητα που παρέχεται σήμερα σε μια έγκυο αιρετή είναι να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται για περιπτώσεις ασθένειας: να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση και να αιτηθεί δικαιολογημένες απουσίες για λόγους υγείας για όσο διάστημα απαιτείται. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει την εγκυμοσύνη ως μια ιδιαίτερη κατάσταση που χρήζει θεσμικής μέριμνας και προστασίας. Την εντάσσει στο ίδιο πλαίσιο με μια παθολογική κατάσταση, σαν να πρόκειται για πρόβλημα υγείας που πρέπει να πιστοποιηθεί και να δικαιολογηθεί.
Η εγκυμοσύνη όμως δεν είναι ασθένεια. Δεν είναι ένα πρόβλημα υγείας που πρέπει να δικαιολογηθεί. Είναι μια φυσιολογική διαδικασία.
Η παντελής απουσία ειδικής πρόβλεψης δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική παράλειψη ή γραφειοκρατική αστοχία. Είναι το σύμπτωμα μιας διαχρονικής θεσμικής παθογένειας που αντιμετωπίζει τη γονεϊκότητα και τις υποχρεώσεις φροντίδας ως ειδικές περιπτώσεις προς διαχείριση και όχι ως πραγματικότητες που οφείλουν να ενσωματώνονται ισότιμα στον σχεδιασμό των δημόσιων θεσμών και πολιτικών.
Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στον λανθασμένο χαρακτηρισμό της εγκυμοσύνης ως θέμα υγείας. Η δικαιολόγηση απουσιών ως μοναδικό μέτρο δεν αποτελεί πραγματική λύση, αφού στην πράξη συνεπάγεται τον αποκλεισμό της εκλεγμένης συμβούλου από την πολιτική διαδικασία. Για όσο διάστημα βρίσκεται σε καθεστώς «δικαιολογημένης απουσίας», δεν μπορεί να θέτει θέματα προ ημερησίας διάταξης, να παρεμβαίνει στις συζητήσεις ούτε να ασκεί το δικαίωμα ψήφου.
Ταυτόχρονα, η παράταξη στερείται τη συμμετοχή ενός εκλεγμένου μέλους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση μικρών παρατάξεων της αντιπολίτευσης, και ιδιαίτερα των μονοεδρικών σχημάτων, αυτό μπορεί να σημαίνει ακόμη και πλήρη απουσία εκπροσώπησης από το δημοτικό συμβούλιο για μήνες.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το θεσμικό αυτό κενό δεν αφορά μόνο τη βιολογική μητρότητα. Καμία αντίστοιχη μέριμνα δεν προβλέπεται για άλλες μορφές γονεϊκότητας, όπως η υιοθεσία, η αναδοχή ή η τεκνοθεσία μέσω παρένθετης μητρότητας, αφήνοντας εκτός προστασίας εκλεγμένους γονείς που αναλαμβάνουν εξίσου απαιτητικές υποχρεώσεις φροντίδας από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Οι συνέπειες, όμως, δεν περιορίζονται στην ίδια την αιρετή ή στην παράταξή της. Εδώ αναδεικνύεται η πραγματική διάσταση του ζητήματος: πρόκειται για ζήτημα δημοκρατικής εκπροσώπησης.
Κάθε εκλεγμένη μεταφέρει στο δημοτικό συμβούλιο τη φωνή των πολιτών που την εξέλεξαν. Όταν, όμως, η εγκυμοσύνη οδηγεί μια γυναίκα εκτός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων -έστω και προσωρινά-, δεν περιορίζεται μόνο η δική της συμμετοχή, αλλά και η δυνατότητα εκπροσώπησης των πολιτών που την εμπιστεύτηκαν. Αναδεικνύεται έτσι ένα δομικό έλλειμμα ισότητας: οι θεσμοί εξακολουθούν να οργανώνονται χωρίς να παρέχουν τα αναγκαία εργαλεία ώστε μια γυναίκα να μπορεί να συνδυάσει τη γονεϊκότητα με την ενεργό άσκηση των πολιτικών της καθηκόντων.
Σε μια χώρα που διακηρύσσει ότι επιδιώκει την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική, η πραγματικότητα παραμένει βαθιά αντιφατική. Ενθαρρύνουμε τις γυναίκες να διεκδικούν θέσεις ευθύνης, αλλά όταν γίνονται μητέρες ανακαλύπτουν ότι οι θεσμοί εξακολουθούν να είναι σχεδιασμένοι σαν η γονεϊκότητα και οι υποχρεώσεις φροντίδας να μην αποτελούν μέρος της δημόσιας και πολιτικής ζωής.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστούμε ότι υπάρχουν λύσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν. Για παράδειγμα, η εξ αποστάσεως συμμετοχή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε πλήθος θεσμών και διαδικασιών. Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος απαιτεί τη δια ζώσης συμμετοχή σε τουλάχιστον μία συνεδρίαση το μήνα, καθώς και σε συνεδριάσεις που απαιτούν μυστικές ψηφοφορίες. Αυτές οι προβλέψεις ουσιαστικά αποκλείουν τη συμμετοχή της εγκύου ή λεχώνας δημοτικής συμβούλου, εφόσον η φυσική της παρουσία δεν είναι εφικτή.
Η πολιτεία οφείλει να προχωρήσει άμεσα σε θεσμικές αλλαγές για να διασφαλίσει το αυτονόητο: να μη χρειάζεται καμία γυναίκα να επιλέξει ανάμεσα στη γονεϊκότητα και τον ρόλο της ως εκλεγμένη στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Μερικές συγκεκριμένες προτάσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στη χώρα μας είναι οι παρακάτω:
- Προσωρινή αναπλήρωση εκλεγμένων αιρετών: Σε χώρες όπως η Ολλανδία, προβλέπεται η δυνατότητα προσωρινής αντικατάστασης εκλεγμένων εκπροσώπων κατά την περίοδο εγκυμοσύνης και λοχείας, ώστε να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη εκπροσώπηση των πολιτών. Το διάστημα αυτό ισοδυναμεί με τη νόμιμη άδεια μητρότητας που ισχύει στη χώρα.
- Εξουσιοδοτημένη ψήφος (proxy voting): Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει θεσμοθετηθεί η δυνατότητα ευρωβουλευτριών που βρίσκονται σε περίοδο εγκυμοσύνης ή λοχείας να μεταβιβάζουν προσωρινά το δικαίωμα ψήφου σε άλλο μέλος, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πριν και μετά τον τοκετό.
- Θεσμική αναγνώριση της εγκυμοσύνης εκτός πλαισίου «ασθένειας»: Θέσπιση ειδικής κατηγορίας για εγκυμοσύνη και λοχεία που δε θα εντάσσεται στην γενική κατηγορία των “λόγων υγείας”.
- Εξ αποστάσεως συμμετοχή και ψηφοφορία: Η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων συμμετοχής επιτρέπει σε αιρετούς που βρίσκονται προσωρινά εκτός συνεδριάσεων λόγω γονεϊκότητας να εξακολουθούν να ασκούν τα δικαιώματά τους χωρίς διακοπή της δημοκρατικής διαδικασίας. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να δίνεται για όλα τα δημοτικά συμβούλια, ακόμα και για αυτά που έως σήμερα πραγματοποιούνται αποκλειστικά δια ζώσης.
Αν πράγματι πιστεύουμε στην ισότητα των φύλων, τότε η γονεϊκότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στη δημοκρατική συμμετοχή. Η παρουσία περισσότερων γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων δεν θα επιτευχθεί με ευχολόγια και επετειακές δηλώσεις. Θα επιτευχθεί όταν οι θεσμοί πάψουν να αντιμετωπίζουν τη γονεϊκότητα ως εξαίρεση και αρχίσουν να τη λαμβάνουν υπόψη ως αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
* Πρώην Δημοτική Σύμβουλος με την «Ανοιχτή Πόλη» στον Δήμο Αθηναίων – Ιδρύτρια της ΜΚΟ Unique Minds, Επιστήμονας ρομποτικής
