Εκτός από τη βροχή βαλλιστικών πυραύλων και drones που φέρνουν σε σημείο κορεσμού κάθε θόλο αντιπυραυλικής προστασίας, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιούργησε ανάμεσα στις δύο αντίπαλες πλευρές μια γκρίζα ζώνη ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, θύλακες εντός των οποίων βρίσκονται ξένες στρατιωτικές βάσεις.
Έτσι, αντί της καθιερωμένης πολιτικής και διπλωματικής πίεσης που αποβλέπει στο να συνειδητοποιήσουν οι χώρες που φιλοξενούν ξένες στρατιωτικές βάσεις το κόστος της επιλογής τους, σιγά σιγά καθιερώνεται ένας αυτοματισμός, με την ξένη στρατιωτική παρουσία να λογίζεται ως προωθημένη στρατιωτική εχθρική παρουσία.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Κατάρ και το Ομάν, δύο χώρες που έχουν καλές σχέσεις με την Τεχεράνη και φιλοξενούν βάσεις των ΗΠΑ.
Μέχρι στιγμής, η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο το Κατάρ και το Ομάν με τα Εμιράτα, που είναι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ και έχουν συνάψει διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ.
Η οριοθετημένη εμπόλεμη κατάσταση δεν είναι καινούργια συνιστώσα της πολεμικής εμπλοκής.
Προηγήθηκε η διπλωματία των κανονιοφόρων στην οποία η χώρα που δέχθηκε πλήγμα από πολεμικό πλοίο απαντά με πυρά εναντίον της ναυτικής μοίρας.
Η οριοθετημένη απάντηση αφορά και την πυρηνική στρατηγική, που ορίζει ότι το απαντητικό πλήγμα στοχεύει την πλατφόρμα που χρησιμοποιήθηκε για την επίθεση.
Από τα παραπάνω προέκυψε η αμφιβολία για την εγγύηση της πυρηνικής ομπρέλας των ΗΠΑ προς την Ευρώπη, καθώς ο όλος σχεδιασμός οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι Μόσχα και Ουάσινγκτον θα στόχευαν τις βάσεις τους στο έδαφος των δύο γερμανικών κρατών.
Η αναλογικότητα των πληγμάτων τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια από την Τεχεράνη για προφανείς λόγους, δηλαδή με το βλέμμα στραμμένο στις μελλοντικές συγκρούσεις.
Τα παραπάνω αποκαθιστούν τον Κλάουζεβιτς, που όριζε τον πόλεμο ως συνέχιση της διπλωματίας με άλλα μέσα.
Όμως, η καταγραφή της επικαιρότητας στη Μέση Ανατολή και οι σχετικές αναλύσεις δείχνουν δυσκολία προσαρμογής στη νέα εποχή.
Η πυρηνική αποτροπή και η σταθερότητα των δύο μπλοκ δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι οι πόλεμοι είναι ασύμβατοι με την παγκοσμιοποίηση, καθώς αποτελούν μια μη προβλέψιμη ως προς το τέλος της δυναμική.
Πριν καν κλείσει χρόνος από την ενοποίηση της Γερμανίας, η έκρηξη του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία υπήρξε μια απότομη προσγείωση για όσους είχαν πάρει μέρος σε ασκήσεις αντιμετώπισης παρόμοιων συγκρούσεων.
Από την ανατροπή του Σάχη στις αρχές του 1979 μέχρι και πριν από έναν χρόνο η ακραία ρητορική των ΗΠΑ και του Ιράν δημιουργούσε την ψευδαίσθηση σε εμπλεκόμενους και μη ότι ο φόβος της διολίσθησης σε μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή σύγκρουση αποτελεί από μόνος του ένα δίχτυ ασφαλείας.
