«Μια βιβλιοθήκη που ξεχειλίζει από παντού είναι χάρμα οφθαλμών», έγραψε κάποτε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Η παρατήρηση ισχύει για τα βιβλία που φέρουν το δικό του όνομα στη θέση της «συγγραφικής υπευθυνότητας». Ποιητής, φιλόλογος, μελετητής, δοκιμιογράφος, επιφυλλιδογράφος, κριτικός, ανθολόγος, επιμελητής και εκδότης, αλλά προπάντων ακούραστος βιβλιογράφος, ανανεωτής αυτού του παραγνωρισμένου κλάδου, δήλωνε «παρών» εκδοτικά κάθε δύο ή τρία χρόνια με νέο βιβλίο, από το 1963 (πρώτη ποιητική συλλογή) ή το 1979 (πρώτη φιλολογική εργασία) μέχρι το τέλος.
Το λαμπρό έργο του -σπάνιο επίτευγμα κριτικής ηθικής και αυταπάρνησης, ανάλογο μόνο με τη σημασία της προσφοράς των δασκάλων ή προτύπων του- ολοκληρώθηκε με τα «Σχόλια στον Σεφέρη» (Σμίλη 2026) και την ανθολογία «Μανόλης Αναγνωστάκης» (Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος, 2026), που ακολούθησε την εκτός εμπορίου «Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη» (2024).
Στον ερευνητικό του ζήλο οφείλουμε τις βιβλιογραφικές εργασίες για δημιουργούς του Κανόνα (Σικελιανός, Ελύτης, Κοτζιάς, Κατσίμπαλης, Ρούφος, Μανόλης και Νόρα Αναγνωστάκη, Τίμος Μαλάνος, Ζήσιμος Λορεντζάτος), ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι υποδειγματικές βιβλιογραφίες Καβάφη (2003) και Σεφέρη (2016)· στην ασκητική επιμονή του, την αλληλογραφία Σεφέρη-Μαλάνου και Κατσίμπαλη-Σεφέρη, καθώς και τη σειρά «Περιοδικά Λόγου και Τέχνης»· στο αφοσιωμένο του βλέμμα, τη συμπλήρωση των σεφερικών «Δοκιμών» (1992) και την έκδοση του σεφερικού corpus των «Ποιημάτων» (2014)· στην πανοραμική εποπτεία και την ποιητική του ευαισθησία, την ανθολογία «Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων» (1998), που εμπλουτίστηκε με τα «Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα» (2003)· στη συνεργασία του, τέλος, με τη Μαρία Στασινοπούλου, που στάθηκε πάντα δίπλα του, οφείλουμε την εργοβιογραφία του Καβάφη (2002) και μια χρηστική «Καβαφική Ανθολογία» (2003).
Μικρές και μεγάλες φιλολογικές εργασίες για θέματα της λογοτεχνίας μας, καθώς και κριτικές αποτιμήσεις για αγαπημένους του μείζονες και ελάσσονες συγγραφείς βρίσκονται σκόρπιες σε περιοδικά και βιβλία. Η συναγωγή μελετών «Χωρικά ύδατα» (2020) δείχνει τον σταθερό προσανατολισμό του και την έλξη από δημιουργούς που αποτέλεσαν το «λογοτεχνικό εικονοστάσι» του για την ηθική παραδειγματική τους στάση: Σεφέρη, Καβάφη, Αναγνωστάκη, Γκάτσο, Νάσο Δετζώρτζη ή Λευτέρη Αλεξίου.
Η μελέτη «Λογοτεχνία και δημοσιογραφία» για τον επιφυλλιδογράφο Γ. Π. Σαββίδη μάς θυμίζει μια άλλη πλευρά του, καθώς υπηρέτησε και το απαιτητικό αυτό είδος από «Τα Νέα». Εκτός από τις βιβλιοκρισίες του [«Ανισόπεδες διαβάσεις» (1999), «Το δικαίωμα του αναγνώστη» (2017)], ξεχωρίζει η επιλογή επιφυλλίδων στο «Ιστορίες του 20ού αιώνα» (2018). Σε δύο επιφυλλίδες του 1997, με τίτλο «Η σκοτεινότητα της κριτικής», στηλιτεύει τη θεωρητική ασάφεια του σύγχρονου κριτικού λόγου, στους αντίποδες του οποίου βρίσκεται η δική του συμβολή: ένα ουδέτερο, νηφάλιο ύφος που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη και εκλύει συγκίνηση.
Και δίπλα στον ακούραστο βιβλιογράφο και μελετητή δημιουργούσε και ο ποιητής Δασκαλόπουλος («Τα χρόνια που θα ’ρθουν. Ποιήματα 1958-2018», Πατάκης, 2022). Στοχαστική, χαμηλόφωνη ποίηση, συγκρατημένη ειρωνεία, ισορροπημένη εικονοποιία και ευθύβολοι αφορισμοί, με οδηγούς τη μυθική μέθοδο του Σεφέρη και την ιστορική αίσθηση του Αλεξανδρινού· ο Δημήτρης Μαρωνίτης υποδέχθηκε τη συλλογή «Με δίχτυ τον άνεμο» (2015) μιλώντας για ώριμα ποιήματα και την κορύφωση μιας υποδειγματικής ποιητικής θητείας.
Το αυτοβιογραφικό χρονικό του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» (2016), που δεν ολισθαίνει στιγμή στο επικριτικό σχόλιο που τρέφει μέρος της συντεχνίας, αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στον άνθρωπο Δασκαλόπουλο: από την Πάτρα της Κατοχής και του Εμφυλίου, στα νεανικά χρόνια της διαμόρφωσης στην Αθήνα, και από τις πρώτες δημοσιεύσεις και τη συνδικαλιστική δράση κατά την επταετία, στην ευφορία της Μεταπολίτευσης, όταν τυχαία περιστατικά δείχνουν τον δρόμο της φιλολογίας και «ανεπαισθήτως»… ο τραπεζικός υπάλληλος με τις σπουδές Νομικής και ερασιτέχνης φιλόλογος μεταμορφώνεται σε ειδικό!
Η νοσταλγική αφήγηση προσγειώνεται απότομα στον «Επίλογο», ο οποίος γράφεται στην ανατολή του 21ου αιώνα και αρχίζει δύσθυμα: «Ανήκω στον 20ό αιώνα…». Ωστόσο, ο βιβλιογράφος που δημιούργησε ανεκτίμητης αξίας έργα αναφοράς, ο μελετητής που φώτισε αθέατες πτυχές του λογοτεχνικού πεδίου και πρόσθεσε ψηφίδες σε μια μελλοντική ιστορία της λογοτεχνίας μας, ο κριτικός με τον απέριττο τρόπο γραφής και ο ποιητής που αξιώθηκε την απλότητα και την ηρεμία της ποιητικής ομιλίας εξακολουθεί να δείχνει τον δρόμο και στον σκοτεινό 21ο αιώνα, μια εποχή ακατάσχετης λογόρροιας και σπάταλης δημοσιότητας.
