Ακόμα κι αν το 2026 εξελιχθεί τελικά σε μία ακόμα χρονιά-ρεκόρ του ελληνικού τουρισμού, για τους Έλληνες οι διακοπές έχουν γίνει προνόμιο για λίγους. Στο περιβάλλον της αυξημένης πίεσης των προηγούμενων ετών λόγω της ακρίβειας, ήρθε φέτος να προστεθεί ένας επιπλέον παράγοντας: οι συνθήκες αβεβαιότητας εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων. Το «παραδοσιακό» μοντέλο των διακοπών είχε ήδη αλλάξει. Οι Έλληνες, όπως άλλωστε και οι ξένοι επισκέπτες, αναζητούν τρόπους να περιορίσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο και όπου είναι εφικτό, τον προϋπολογισμό των διακοπών τους. Λιγότερες μέρες, οικονομικότερες εναλλακτικές και «μαχαίρι» στις δαπάνες.
Φέτος, υπό τη «σκιά» του πολέμου στη Μέση Ανατολή, το «στοίχημα» της κατανάλωσης για τις επιχειρήσεις που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τον τουρισμό, γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Άλλωστε, οι αυξημένες αφίξεις δεν μεταφράζονται πλέον αυτομάτως και σε υψηλότερη κατανάλωση. Παρά την άνοδο των αφίξεων και της μέσης τουριστικής δαπάνης που καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος το πρώτο τρίμηνο του έτους, οι επιχειρήσεις που «ποντάρουν» στη δυναμική του τουρισμού τους καλοκαιρινούς μήνες εκφράζουν προβληματισμό. Αφενός, τα αυξημένα τουριστικά έσοδα δεν διαχέονται απαραίτητα ομοιόμορφα στο σύνολο της αγοράς. Αφετέρου, η άνοδος του τζίρου των επιχειρήσεων που καταγράφεται στα επίσημα στοιχεία αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην πληθωριστική διόγκωση του τζίρου και όχι στην πραγματική κατανάλωση.
Στο περιβάλλον αυξημένης πίεσης των προηγούμενων ετών λόγω της ακρίβειας, ήρθε φέτος να προστεθεί ένας επιπλέον παράγοντας: οι συνθήκες αβεβαιότητας εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων. Το «παραδοσιακό» μοντέλο των διακοπών είχε ήδη αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Έλληνες και ξένοι επισκέπτες αναζητούν τρόπους να περιορίσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο και όπου είναι εφικτό, τον προϋπολογισμό των διακοπών τους. Φέτος, υπό τη σκιά του πολέμου στη Μέση Ανατολή, το «στοίχημα» της κατανάλωσης γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.
Η ακρίβεια πλήττει την κατανάλωση
Ένας από τους κλάδους που τα προηγούμενα χρόνια βίωσε εντονότερα την πίεση από την πτώση της κατανάλωσης ήταν η εστίαση. Οι τουρίστες εγκαταλείπουν το φαγητό έξω, το οποίο στο παρελθόν ήταν σχεδόν αναπόσπαστο μέρος των διακοπών τους.
Η ακρίβεια τους στρέφει σε οικονομικότερες λύσεις, όπως το γρήγορο φαγητό στο χέρι, ενώ όταν έχουν τη δυνατότητα μαγειρεύουν στο κατάλυμα ή το εξοχικό τους. Όταν η εμβληματική Greek salad τιμάται πλέον στους τουριστικούς προορισμούς σταθερά πάνω ή και πολύ πάνω από 10 ευρώ, το συνολικό κόστος του φαγητού έξω ανεβαίνει σε απαγορευτικά επίπεδα για μεγάλο ποσοστό τουριστών. Έτσι, η κατανάλωση μετατοπίζεται πλέον από τον κλάδο της εστίασης στις αγορές του σουπερμάρκετ, τα τραπέζια σε εστιατόρια και ταβέρνες γεμίζουν πιο δύσκολα και οι παραγγελίες περιορίζονται δραστικά.
Η φετινή έρευνα που πραγματοποίησε το ΙΕΛΚΑ δείχνει πως η τάση αυτή, η οποία παρατηρήθηκε έντονα τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια, θα συνεχιστεί και φέτος. Το 41% των Ελλήνων δηλώνει πως μαγειρεύει συχνά κατά τη διάρκεια των διακοπών του, το 70% πως επισκέπτεται συστηματικά τα σουπερμάρκετ και το 79% πως ψωνίζει συχνά από φούρνους και αρτοποιεία.
Παράλληλα, με τους μισούς μόνο Έλληνες να σχεδιάζουν φέτος διακοπές, το 45% εξ αυτών δηλώνει πως θα μειώσει περαιτέρω τις συνολικές δαπάνες του.
Την ίδια στιγμή, τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον κλάδο της εστίασης το πρώτο τρίμηνο του έτους, τα οποία δείχνουν μείωση 1,9% στον τζίρο των επιχειρήσεων, έχουν ήδη χτυπήσει «καμπανάκι» στους επαγγελματίες.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων σε ανακοίνωσή της έκανε λόγο για «εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη, η οποία αναδεικνύει τη δραματική συρρίκνωση της πραγματικής κατανάλωσης και τη διαρκή πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις του κλάδου».
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει ταυτόχρονα και σειρά από κλάδους που τροφοδοτούν την εστίαση. Για παράδειγμα, η αγορά της μπίρας το πρώτο τετράμηνο του έτους κινήθηκε πτωτικά, σε μονοψήφιο ποσοστό, κυρίως λόγω της κάμψης της κατανάλωσης στο HORECA (εστίαση-φιλοξενία). Στελέχη της αγοράς μπίρας προσδοκούν βεβαίως σε αντιστροφή της εικόνας τους καλοκαιρινούς μήνες, παραδοσιακά λόγω των υψηλών θερμοκρασιών αλλά και με τη… συμβολή του Μουντιάλ. Υπογραμμίζουν, ωστόσο, το γενικότερο περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω του πολέμου καθώς και την, έτσι κι αλλιώς, περιορισμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Σε πίεση το λιανεμπόριο
Υπό πίεση διατηρήθηκε τους πρώτους μήνες του 2026 και ο κλάδος του λιανεμπορίου, ακόμη περισσότερο οι μικρές επιχειρήσεις. Μπορεί ο συνολικός τζίρος, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, να ήταν αυξημένος το πρώτο τρίμηνο, ωστόσο η άνοδος αυτή αποδίδεται όχι στον όγκο των πωλήσεων αλλά στις πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές. Με άλλα λόγια, μπορεί σε ονομαστικές τιμές ο κύκλος εργασιών στο σύνολο των εμπορικών επιχειρήσεων -εκτός των κλάδων τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων- να αυξήθηκε κατά 2,2%, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι πωλήθηκαν περισσότερα προϊόντα.
Αφαιρώντας την επίδραση του πληθωρισμού, η πραγματική πορεία των πωλήσεων κινήθηκε πτωτικά, σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, χωρίς μάλιστα να έχουν αποτυπωθεί εκείνη την περίοδο οι επιπτώσεις στην καταναλωτική συμπεριφορά από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η πολυπόθητη «ανάσα» στις πωλήσεις του κλάδου δεν ήρθε ούτε την πασχαλινή περίοδο, με την παραδοσιακά αυξημένη κίνηση, η οποία δίνει και το πρώτο στίγμα εν όψει καλοκαιριού.
Με βάση την έρευνα του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ, σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις του λιανεμπορίου (58%) είδαν στα ταμεία τους χειρότερες πωλήσεις σε σχέση με το Πάσχα του 2025. Η πτώση ξεπέρασε μάλιστα σε ποσοστό το 20%, για 4 στις 10 επιχειρήσεις της Αττικής.
Σε συνθήκες πίεσης για το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, οι δαπάνες σε προϊόντα που δεν θεωρούνται απολύτως απαραίτητα, όπως για παράδειγμα, ρούχα, παπούτσια, είδη σπιτιού, έπιπλα κ.λπ., περιορίζονται.
Οι καταναλωτές περιμένουν κυρίως τις περιόδους των μεγάλων προσφορών και τις εκπτώσεις για να καλύψουν τις συγκεκριμένες ανάγκες. Ακόμη και τότε, ωστόσο, οι αγορές τους παραμένουν συγκρατημένες και βάσει αυστηρού προγραμματισμού. Έτσι και εν όψει των φετινών θερινών εκπτώσεων τον Ιούλιο, στελέχη της αγοράς προσδοκούν μεν τόνωση της αγοραστικής κίνησης ειδικά στις τουριστικές περιοχές, αλλά όχι μια πραγματική «ανάσα» που θα κάνει τη διαφορά στο σύνολο του έτους.
Το βασικό ερώτημα για τις επιχειρήσεις το φετινό καλοκαίρι δεν είναι αν θα σπάσουν ένα νέο ρεκόρ οι αφίξεις, αλλά εάν τελικά οι ξένοι τουρίστες και οι Έλληνες που θα ταξιδέψουν, εμφανιστούν παράλληλα πρόθυμοι να καταναλώσουν.
Για πολλούς κλάδους της οικονομίας, η πραγματική κατανάλωση και όχι η τουριστική κίνηση του καλοκαιριού θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και το συνολικό αποτέλεσμα της χρονιάς.
Η ακρίβεια στρέφει τους τουρίστες σε οικονομικότερες λύσεις, όπως το γρήγορο φαγητό στο χέρι
Από την εστίαση, στα σουπερμάρκετ
Ο τουριστικός τζίρος μετατοπίζεται τα τελευταία χρόνια από τον κλάδο της εστίασης στα σουπερμάρκετ. Χαρακτηριστικό είναι ότι την τελευταία πενταετία και εν μέσω μπαράζ επενδύσεων των επιχειρήσεων του κλάδου, στις νησιωτικές περιοχές της χώρας οι πωλήσεις σε αξία την περίοδο από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο έχουν ενισχυθεί κατά 82%, ενώ η κατανάλωση έχει αυξηθεί κατά 50%. Σύμφωνα με την εταιρεία Circana, σχεδόν 1 στα 5 ευρώ που δαπανάται το καλοκαίρι στα ελληνικά σουπερμάρκετ, προέρχεται από τις πωλήσεις στα νησιά. Την ίδια στιγμή, τα νησιά στο σύνολό τους και η Κρήτη -οι πωλήσεις της οποίας μετρώνται χωριστά- εμφανίζουν τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των περιοχών της χώρας όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά ακόμη και τους χειμερινούς μήνες, εκτός τουριστικής αιχμής.
Ακριβό «σπορ» το φαγητό έξω
Από σταθερή συνήθεια στο παρελθόν, η έξοδος για φαγητό έχει γίνει σήμερα «πολυτέλεια» για μεγάλο μέρος των Ελλήνων. Σε ένα περιβάλλον επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, η κάλυψη των βασικών αναγκών αποτελεί προτεραιότητα έναντι της διασκέδασης. Ταυτόχρονα όμως, ακόμη και στις πιο οικονομικές επιλογές του, το φαγητό έξω κοστίζει πλέον ακριβότερα. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Απρίλιο του 2026 δείχνουν αύξηση των τιμών κατά 6,5% στην κατηγορία «Εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-ταχυφαγεία-κυλικεία», μόνο τον τελευταίο χρόνο. Οι επαγγελματίες του κλάδου από την πλευρά τους επισημαίνουν τη διαρκή άνοδο στις τιμές των πρώτων υλών και την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους, δηλώνοντας ότι αδυνατούν να απορροφήσουν το σύνολο των ανατιμήσεων. Μπορεί, ωστόσο, η κατανάλωση να ενισχυθεί και τα τραπέζια να γεμίσουν, την ίδια στιγμή που οι πολίτες πιέζονται από τις τιμές στους καταλόγους; Και ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις του κλάδου να είναι βιώσιμες; Πρόκειται σίγουρα για μια δύσκολη εξίσωση για την εστίαση.
Στροφή στο street food και το φαγητό «στο χέρι»
Από το ελληνικό σουβλάκι μέχρι το έθνικ φαγητό «στο χέρι» που αναπτύσσεται ταχύτατα τα τελευταία χρόνια, το street food ανεβαίνει στις προτιμήσεις των τουριστών έναντι της παραδοσιακής ταβέρνας. Παρότι και σε αυτή την κατηγορία φαγητού οι τιμές έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια -λόγω τόσο της ανόδου των πρώτων υλών όσο και της ενισχυμένης ζήτησης και της τάσης για διαφορετικές διατροφικές επιλογές- παραμένει, συγκριτικά τουλάχιστον, μια οικονομικότερη εναλλακτική για φαγητό. Στελέχη του κλάδου της εστίασης παρατηρούσαν από το προηγούμενο κιόλας καλοκαίρι ότι σε δημοφιλείς προορισμούς της χώρας αρκετοί επιχειρηματίες στρέφονταν προς το συγκεκριμένο «μοντέλο» καταστημάτων, σε μια προσπάθεια να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να προσελκύσουν περισσότερους επισκέπτες.
