«Ο δεύτερος πυλώνας στοχεύει σε μια οικονομία που παράγει ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη. Οι βασικές του κατευθύνσεις είναι: Αξιοπρεπείς μισθοί και προστασία της εργασίας στη νέα οικονομία. Πολιτικές στέγασης και πρόσβασης των νέων σε κατοικία. Καινοτόμος και υγιής επιχειρηματικότητα με επίκεντρο τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες των νέων και τις νεοφυείς επιχειρήσεις, αλλά και την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία. Έλεγχος των ολιγοπωλίων που αυξάνουν το κόστος ζωής. Επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς που δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας. Κίνητρα στην υγιή μεγάλη και μικρομεσαία επιχειρηματικότητα που επανεπενδύει τα κέρδη της.»
Το παραπάνω απόσπασμα από το «Μανιφέστο» του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα αποκαλύπτει ότι η κεντρική οικονομική στρατηγική του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός πριν από μερικές μέρες είναι ένα ακραιφνώς νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα με ολίγη σοσιαλδημοκρατική πουμαρό. Δεν πέφτουμε βέβαια από τα σύννεφα, αρκεί να θυμηθούμε πως πέρσι τέτοιες μέρες ο Αλ. Τσίπρας δήλωνε ευθαρσώς ότι τώρα πια η Αριστερά οφείλει να αγωνίζεται για έναν δημοκρατικό καπιταλισμό. Πρόκειται για μια πεποίθηση που (άρρητα, έστω) ο εν λόγω πολιτικός μάλλον ενστερνιζόταν παλαιόθεν – από το διάστημα που ήταν ακόμη πρωθυπουργός.
Το ενδιαφέρον είναι πως ο Τσίπρας γενικά δεν φοβάται τον όρο «Αριστερά» – κάθε άλλο. Δεν τον απέβαλε με την πρώτη ευκαιρία σαν μια ανεπιθύμητη ρετσινιά που του είχε κολλήσει, όπως έπραξε ο Στέφανος Κασσελάκης με το που έφτιαξε το δικό του κόμμα. Και τη λέξη «Αριστερά» περιέλαβε στον τίτλο του νέου κόμματος, και την ηρωικότερη σελίδα στην ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα φρόντισε να καπηλευτεί με το ακρωνύμιο του κόμματος, και γενικότερα οι διακηρύξεις και ο δημόσιος λόγος του ίδιου και των εκπροσώπων του διαρκώς διανθίζονται με αριστεροφανή συνθηματολογία και φρασεολογία. Πιστεύω πως σε αυτή του την εμμονή θα πρέπει να δώσουμε κάποια ουσιαστική σημασία – δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε απλώς με κάποια προσωπική αδυναμία να αποσυνδεθεί από τα σύμβολα που κάποτε όντως εξέφραζαν την ιδεολογία του.
Το 2021 ο Αλέξης Τσίπρας διατύπωσε ως επιγραμματική σύνοψη της πολιτικής του στάσης την εξής φράση: «Να στρίψουμε αριστερά για να κερδίσουμε το Κέντρο». Με είχε προβληματίσει τότε το σουρεαλιστικό νόημα της διατύπωσης. Ο Τσίπρας δεν μας συνήθιζε σε τέτοιες «μεταμοντερνιές». Τώρα που το ξανασκέφτομαι όμως, και διά της μεθόδου του αποκλεισμού, υπό την έννοια ότι αδυνατώ να σκεφτώ τι άλλο μπορεί να σήμαινε, συμπεραίνω πως το κρυμμένο νόημα της φράσης μάλλον ήταν: Να στρεφόμαστε προς την Αριστερά για να τη μετατρέψουμε σε Κέντρο. Αυτός ήταν από τότε ο προσωπικός στρατηγικός του στόχος και εξακολουθεί να είναι.
Ο προσωποπαγής χαρακτήρας που είχε προσλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ με τον αρχηγοκεντρισμό του Τσίπρα, τουλάχιστον από το 2019, τώρα φτάνει στο αποκορύφωμά του: ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοδιαλύεται για να ακολουθήσει τον παλιό του πρόεδρο στο νέο του κόμμα. Θα έλεγα ότι η προσωποπαγής ιδιότητα, πέρα από την οργανωτική δομή και την πολιτική πρακτική των κομμάτων των οποίων έχει ηγηθεί ή θα ηγείται ο Τσίπρας (ΣΥΡΙΖΑ, ΕΛΑΣ), στην περίπτωση του συγκεκριμένου πολιτικού είναι τόσο βαθιά που έχει εισχωρήσει κατά τρόπο προσδιοριστικό ακόμη και στην ιδεολογία που τον συνοδεύει και που αυτός εκφράζει. Ως προς τις προσωπικές του προσδοκίες και φιλοδοξίες, δεν θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε πως ισχύει το ακόλουθο σχήμα:
Ο Αλέξης Τσίπρας αντιλαμβανόταν και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως τον «φυσικό ηγέτη» του κόσμου της Αριστεράς. Κάτι σαν τον «πολιτικό πατέρα» των αριστερών ανθρώπων στην Ελλάδα εν γένει. Όταν λοιπόν διατείνεται -δημόσια και στα σοβαρά- ότι τώρα η Αριστερά πρέπει να αγωνίζεται για τον δημοκρατικό καπιταλισμό, προφανώς γνωρίζει πως τούτο σημαίνει αυτομάτως ότι η Αριστερά πρέπει να σταματήσει να είναι Αριστερά και να γίνει Κέντρο. Και πιστεύει ταυτόχρονα ότι τούτο θα συμβεί ως «φυσική ροή των πραγμάτων», όταν τα «πολιτικά τέκνα» του, δηλαδή οι Έλληνες αριστεροί, επανέλθουν ως άσωτοι υιοί στη νέα θεσμική εστία που εκείνος έχει ιδρύσει για να τους συμπαρατάξει. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη θα είναι η συμπαράταξη των Ελλήνων (πρώην) αριστερών, που έχουν βάλει μυαλό ακολουθώντας τον ηγέτη τους και έχουν γίνει κεντρώοι. «Αριστερά» όμως θα εξακολουθούν να ονομάζονται, για να θυμούνται την κοινή τους καταγωγή και την «οικογενειακή» τους σχέση.
Οι κυρίαρχες δυνάμεις του κοινωνικού καθεστώτος, δηλαδή οι Έλληνες μεγαλοκαπιταλιστές μαζί με τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς που ελέγχουν, στηρίζουν τούτη την προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα σπεύδοντας να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τη χρυσή ευκαιρία που τους παρουσιάζεται. Μια κεντρώα αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη που παρουσιάζεται ως αριστερή είναι ασύγκριτα πιο συμφέρουσα από ένα κεντρώο κόμμα που παρουσιάζεται ως κεντρώο (ΠΑΣΟΚ). Στη δεύτερη περίπτωση έχεις μια κεντρώα αντιπολίτευση, αλλά και μια Αριστερά στη γωνία που καιροφυλακτεί για όταν θα ξεσπάσει η επόμενη καπιταλιστική κρίση. Ενώ στην πρώτη, έχεις μια αντιπολίτευση που αναμασάει τις ίδιες νεοφιλελεύθερες συνταγές (έστω με σοσιαλδημοκρατική σάλτσα) και που αυτοπροβάλλεται ως «η Αριστερά». Το TINA («Δεν Υπάρχει Εναλλακτική») της Θάτσερ δεν θα είναι πλέον σύνθημα αλλά η ζοφερή ολοκληρωτική πραγματικότητα.
*Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
