Διαβάζοντας το «Είκοσι» του Μπουκάλα νιώθω σαν να παραβιάζω τον ιδιωτικό χώρο του πατέρα-ποιητή, την αποικία του πόνου μέσα στην οποία έχει αποικήσει από τη μέρα που εκείνος, η γυναίκα του και η κόρη τους έχασαν τον μονάκριβο γιο και αδελφό. Νιώθω σαν να μπαίνω στην κάμαρα όπου πενθεί και ενοχλώ. Γι’ αυτό και πάω με σιγανά βήματα, παραμένω σιωπηλός μην τον ταράξω απ’ τους εφιάλτες που ασταμάτητα τον ζώνουν.
Από εκείνη την ημέρα του 2011 που ο εικοσαετής Σπύρος Μπουκάλας έφυγε για τους ουρανούς, ο πατέρας υπηρετεί τη θητεία του στο πένθος, χωρίς να παίρνει ούτε μια μέρα άδεια. Τα ’χει αυτά τα νομοτελειακά η ζωή, να μη σου ζητάει την άδεια όταν θέλει να σου σερβίρει θάνατο, να μη σε ρωτάει αν είσαι έτοιμος να βουτηχτείς στην οδύνη, να μη σκιάζεται αν διαθέτεις επαρκή εφοδιασμό για το διαρκές ταξίδι στην ερημιά, τον πόνο και τη λύπη. Η επόμενη μέρα, η επόμενη βδομάδα, ο επόμενος μήνας, ο επόμενος χρόνος, η επόμενη δεκαετία είναι χωρίς τον γιο του. Οι ρίζες του πόνου που δεν περνά κολλούν πάνω του σαν βδέλλες. Δεν τον αφήνουν να κοιτάξει μπροστά. Δεν του επιτρέπουν να ξεκολλήσει απ’ τις δυο δεκαετίες ζωής του γιου του. Ο κόσμος του τρίζει. Ολα του φαίνονται ασήμαντα και άνευ νοήματος, όλα αποκτούν μια διάσταση ανυπόφορη, όλα είναι ένα όνειρο κακό απ’ το οποίο αδυνατεί να ξυπνήσει: «Οσα σκορπίζουν την ψυχή και το μυαλό λιανίζουν / Μένει το σώμα ζωντανό, μα είναι από χώμα. / Φίδια το τρων, το πνίγουνε, φίδια με δυο κεφάλια. / Το ’να του Χάρου αχόρταγο και τ’ άλλο του θεού του». Και παρακάτω: «Λέω να ξυπνήσω. / Να πω πως ήταν όνειρο κακό / πανάθλιος εφιάλτης/ πάει σκόρπισε στο φως».
Εδώ, στο «Είκοσι», έχουμε αναρίθμητους τρόπους απροστάτευτου πένθους, ο χρόνος που δεν περνά είναι εχθρικός, η ζωή μέρα τη μέρα γίνεται ολοένα και πιο σκληρή. Η μνήμη του γιου είναι αιμάσσουσα και ζωντανή, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, τα θέλει όλα δικά της και δεν αφήνει τίποτε να πάει χαμένο στη λήθη. Ο ποιητής ίσως δεν ήξερε τον αληθινό πόνο πριν μπει στη μάχη να τον κατανοήσει.
[Η συλλογή αυτή με πάει πίσω στο 2006 που εκδόθηκε η συλλογή «Γραμμένα φιλιά», Εκδόσεις Υψιλον, του Γιάννη Ευσταθιάδη, για τον γιο που τον έχασαν με τη γυναίκα του Νίκη το 1997 σε ηλικία 25 χρόνων. Οπως και στον Μηνά Σάββα (1937-2025), γιο προσφύγων από τη Μικρά Ασία που μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία, καθηγητής στο San Diego State University, ποιητής και μεταφραστής, που και αυτός έχασε τον γιο του στα 22 του χρόνια και έγραψε τη συλλογή Scars and Smiles. Αλλοι δύο χαροκαμένοι πατεράδες που θρήνησαν τον γιο τους με ποιήματα άφατου καημού και πόνου.]
Ο Μπουκάλας φαίνεται πως χωρίς να πιέζει τη μνήμη του να θυμηθεί, εκείνη εξακολουθεί να στάζει μαύρο αίμα πάνω στο μοιρολόι του. Γιατί μοιρολόι, που εκτείνεται σε 65 σελίδες ανασκευασμένων αναμνήσεων, είναι το «Είκοσι», εκτελεσμένο ως μονωδία απώλειας από τον «φάδερ» (έτσι τον αποκαλούσε ο αναπαυμένος στο φως Σπύρος) που δεν «μπορεί ποιο νήμα και ποιους καημούς» να ξαναβρεί τον αμάραντο καημό του.
Με τον καιρό το πένθος κλιμακώνεται. Το τραγικό γίνεται ζόρικο κι ο πατέρας δεν μπορεί να μάθει να συνεχίζει τις μέρες του ζώντας τη φρίκη του αιφνίδιου θανάτου, τη βία της απουσίας. Υπάρχει κάποιος να βοηθήσει στο πένθος; Ασφαλώς και υπάρχει. Είναι ο χρόνος, «Ο των πάντων εχθρός και της λύπης παρήγορος». Είναι η πάροδος του χρόνου, πάντα χαμηλόφωνη και διακριτική. Αν έχεις υπομονή, αυτή η αργή πάροδος του χρόνου είναι που γιατρεύει το τραύμα, αυτή είναι που σε κάνει να αντέχεις την ύπαρξη του Τίποτα που σε κατακτά. Αυτή γίνεται ξόρκι, οδηγώντας σε έναν τόπο «Ωσπου η αυγή νυχτώνει σε φαρμάκι». Γιατί «η μνήμη του γιου τραβάει κουπί» προς τον Αχέροντα κι ο πατέρας γίνεται βαρκάρης και πάει όπου εκείνη ορίζει.
Εν κατακλείδι, το «Είκοσι» είναι μια σπουδαία, βιωματική σύνθεση, γιατί ο πονεμένος ποιητής Παντελής Μπουκάλας έχει μαθητεύσει στη σεμνότητα κι έχει μάθει πως εκεί κατοικεί το μεγαλείο της ποίησης.
