ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα έντεκα διηγήματα που συγκροτούν τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μαραγκουδάκη Κομμένη ταυτότητα σχηματίζουν τρεις ενότητες με βάση τις χρονικές περιόδους εντός των οποίων κινούνται οι αφηγήσεις τους – από τον 20ό αιώνα και τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 μέχρι τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου. Στο πρώτο διήγημα («Λεύκα»), η λεύκα-δέντρο, λιγνή, όμορφη, με «ρηχό και μαλακό ριζικό σύστημα» και ευάλωτη λόγω της διαφορετικότητάς της, επιδρά ως προοικονομία και μεταφορά του επίσης διαφορετικού και ευάλωτου ξένου.

Ο ξένος καλείται να ζήσει σε μια κοινότητα γένους αρσενικού, με ηθικές πρωτόγονες και ένα άκαμπτο σύστημα κοινωνικού ελέγχου. Οταν η ανομβρία και ο περονόσπορος θα θέσουν σε κίνδυνο την επιβίωση των ντόπιων, ο ίδιος θα μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο. Στο δεύτερο διήγημα, «Ο θάνατος μύριζε καλοσύνη», η αφήγηση μετατοπίζεται από τη συλλογική βία στην ενδοοικογενειακή σκληρότητα. Η βία είναι ιδιωτική, σιωπηλή, ενσωματωμένη στην καθημερινότητα. Τα παιδιά είναι γεμάτα ενέργεια, όμως η φτώχεια και ο θάνατος τα διαβρώνουν. Καθώς δεν έχουν ακόμη αποκτήσει κοινωνικό φύλο, εύστοχα παρουσιάζονται ως ουδέτερου γένους.

Η σκηνή όπου η μάνα παζαρεύει ποιο παιδί θα δώσει ως ψυχοκόρη καθώς και η έμμεση δολοφονία του Γιαννιού από το Μαριό (με τη σιωπηλή αποδοχή της μάνας) σοκάρουν με την αφοπλιστική τους απλότητα. Από την άλλη, η αναφορά στον Βαν Γκογκ και τις εικόνες των σταροχώραφων, των ηλιοτρόπιων και των φθαρμένων παπουτσιών δημιουργεί ένα εξαιρετικό αισθητικό αντίβαρο, ενσωματώνοντας με επιτυχία την τέχνη στο βίωμα, το οποίο αποκτά έτσι εικαστική πυκνότητα χωρίς να χάνει την αυθεντικότητά του. Στους πίνακες του ζωγράφου, τα ηλιοτρόπια είναι εκρηκτικά, αλλά ταυτόχρονα φέρουν ίχνη μαρασμού.

Το πρώτο διήγημα, υποδειγματικό σε γλώσσα, δομή και ύφος, βασίζεται περισσότερο στον συμβολισμό και την αλληγορία, ενώ το δεύτερο στην αισθητική αντίστιξη και τη λεπτομέρεια. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι η εξάλειψη του αδύναμου.

Το τρίτο διήγημα («Ο Τζέιμς Ντιν με περίμενε») είναι πιο εσωτερικό, καθώς μετακινεί το βάρος προς την υποκειμενική εμπειρία, χωρίς όμως να αποκόπτεται από το ίδιο ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο. Εχει ένταση, λιγότερη δομική πειθαρχία, αλλά σε σημεία είναι εξαιρετικά δυνατό. Εδώ, σε αντίθεση με την αδελφή που ενσωματώνεται στο κοινωνικό σύστημα, η αφηγήτρια μένει μετέωρη, εγκλωβισμένη στη στιγμή της επιθυμίας και της πτώσης.

Και τα έντεκα διηγήματα της συλλογής, ενώ διαφέρουν από ενότητα σε ενότητα (αγροτικό περιβάλλον στα πρώτα, περισσότερο αστικό στα επόμενα), χάρη στο συγγενικό αφηγηματικό τους ηχόχρωμα και τις παρόμοιες σεναριακές πρακτικές εξόδου μέσω της βίας, φωτίζουν διαφορετικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας.

Μέσω της εστίασης στο τραύμα, τη σωματικότητα, το φύλο, τη ρευστή, μη γραμμική μνήμη, τη διείσδυση του φαντασιακού στο ρεαλιστικό, την αποσπασματικότητα και τις επαναλήψεις, περιγράφουν έναν ενιαίο, ταλαιπωρημένο μικρόκοσμο, όπου η καταφυγή στο έγκλημα, η στέρηση και η κοινωνική πίεση αποτελούν την κανονικότητα. Βρίσκονται, θα λέγαμε, πιο κοντά στο «σκοτεινό ρεύμα» της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, με μια πιο σύνθετη ποιητική και μεταφυσική υφή που τα κάνει να ξεχωρίζουν από τις αμιγώς ρεαλιστικές εκδοχές της.

Η γραφή είναι ζωντανή και με προφορικότητα και ένταση, ταυτόχρονα όμως διαθέτει υπαρξιακό βάθος, καλοδουλεμένες, πρωτότυπες μεταφορές και αφηγηματική πυκνότητα.