Θα ξεκινήσουμε με μία απλή αξιωματική πρόταση: το ίσιωμα της χώρας και της πολιτικής -μια ενάρετη τροχιά για τη δημοκρατία και τη συλλογική ευημερία- χρειάζεται μια καλύτερη συνταγή και όχι περισσότερα μαγειρέματα. Δυστυχώς, βρισκόμαστε στο δεύτερο. Ας παρακολουθήσουμε, όμως, πώς κάτι τόσο σημαντικό γίνεται μυστήριο και μετατρέπεται σε κάτι που όλοι απεύχονται: την απαξίωση της πολιτικής, των πολιτικών προσώπων και τα πολλά μαγειρέματα. Θα ξεκινήσω με μια παράφραση του νεοκλασικού Αμερικανού οικονομολόγου Τζον Μπέιτς Κλαρκ (1847-1938). Ο Κλαρκ μιλούσε για τις διακυμάνσεις. Εδώ ας μιλήσουμε για πολιτικούς κύκλους. Λοιπόν, ας πούμε ότι ο σύγχρονος κόσμος βλέπει τους πολιτικούς κύκλους περίπου όπως έβλεπαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τις πλημμύρες του Νείλου. Το φαινόμενο εμφανίζεται προ των εκλογών. Αρα είναι καθορισμένο ως προς τον χρονισμό του. Επίσης, έχει μεγάλη σημασία για όλους διότι επηρεάζει και τα αγέννητα. Ομως, τα φυσικά αίτιά του δεν είναι ορατά. Γιατί; Μα διότι εκείνοι που εμφανίζονται ως θεραπευτές, είναι το πρόβλημα. Για την ακρίβεια, είναι η ίδια η νόσος. Μία αισιόδοξη και λογική σκέψη θα έλεγε ότι από την έκταση της πολιτικής παθολογίας προκύπτει και η ορθή θεραπεία. Αλλά επειδή σε αυτή την ειδυλλιακή κατάσταση θα έχανε τη δουλειά του ο θεραπευτής, η κατάσταση διαιωνίζεται.
Μιλώντας για το κομματικό σύστημα, μιλάμε για κάτι που δεν είναι καθόλου νέο, παρά το γεγονός της εμφάνισης «νέων» κομματικών σχηματισμών. Μιλάμε, συνεπώς, για μεταμφίεση ενός παλαιού ζητήματος, που πάντοτε ενδιέφερε και απασχολούσε την πολιτική ζωή και, κυρίως, το ζήτημα του κακού παρόντος, έναντι ενός καλύτερου μέλλοντος. Βεβαίως, το «καλύτερο μέλλον» είναι ένα γενικευμένο κατευθυντήριο ευχολόγιο και συνδέεται μάλλον με τη διάσημη προσευχή του ιερού Αυγουστίνου στο αυτοβιογραφικό του έργο «Confessiones»: «Da mihi castitatem et continentiam, sed noli modo». Σε ελεύθερη απόδοση, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε πει ότι «θέλω να γίνω ενάρετος, αλλά Θεέ μου, άφησέ με λίγο ακόμη να είμαι αμαρτωλός». Η κατάσταση που περιγράφω ισχύει για όλους τους… ενάρετους.
Συγκεκριμένα. Η Ν.Δ. ούτε νέα είναι, ούτε δημοκρατία. Προφανώς δεν είναι καν ένα φιλελεύθερο κόμμα, στο μέτρο που έχει εξαφανίσει τον ανταγωνισμό και με ποικίλους τρόπους έχει εξευτελίσει την ελευθερία – εάν δεν την έχει ήδη στραγγαλίσει. Εχει λεχθεί πολλές φορές. Η απουσία κυβερνησιμότητας είναι πλέον φανερή. Η κυβέρνηση ασχολείται με τα προβλήματα που η ίδια δημιούργησε. Το χειρότερο είναι ότι η Ν.Δ. του Μητσοτάκη θα χρησιμοποιήσει τους δημόσιους πόρους για να κερδίσει την περίφημη τρίτη θητεία.
Το έμμονο πρόβλημα των κομμάτων στην αριστερή απόληξη του φάσματος Αριστερά-Δεξιά είναι ο προοδευτισμός τους και το υπερβάλλον «εγώ» των στελεχών τους. Το «προοδευτική Αριστερά» έχει μετατραπεί σε προεκλογικό εφεύρημα που κρύβει τις αδυναμίες της αριστερής ταυτότητας των στελεχών. Αργά η γρήγορα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ανάλογα, το «προοδευτική» ή το «αριστερά», τείνει να εξαλείφει το ένα το άλλο.
Οσον αφορά την καθαρότητα του ΚΚΕ είναι περίπου χιλιαστική. Οι περισσότεροι έχουν ολοένα και λιγότερο βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι -στο ακαθόριστο αύριο- θα υπάρξει μια καλύτερη ζωή «από τον λαό, για τον λαό». Απ’ όταν ο «λαός» άκουσε ότι είναι κυρίαρχος σταμάτησε να το πιστεύει.
Και κάτι ακόμα. Είναι πράγματι ωραίος ο ορισμός του Εμμανουήλ Ροΐδη για τα πολιτικά κόμματα, όπου ορισμένοι -«… ενούμενοι υπό έναν οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι…», αλλά πάσχει στην αφοριστική γενίκευσή του. Σήμερα θα έπρεπε να συμπληρώσουμε ότι είναι αίθουσες αναμονής σε λάθος ιατρεία για λάθος λόγους.
Το παρήγορο είναι ότι η κατάσταση δεν είναι αποκλειστική της Ελλάδας. Είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται στις περισσότερες δημοκρατικές χώρες. Αλλά, εάν ισχύει το τελευταίο, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονται.
