Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γρανάδα, Ισπανία, 1932. Ενας νεαρός εύπορος αστός αφηγείται στον πατέρα του πώς προσπάθησε να γίνει μέλος σε μια λέσχη ενός καζίνο στην Γρανάδα, μόνο για να απορριφθεί από τα μέλη της λέσχης που, ψηφίζοντας με τον παραδοσιακό τρόπο, με λευκές και μαύρες μπάλες από μάρμαρο δηλαδή, τον «μαύρισαν» επιλέγοντας όλοι από μια μαύρη μπάλα. Η απόρριψη αυτή δεν υπαγορευόταν από την κοινωνική του καταγωγή ή την ελλιπή εκπαίδευση του, αλλά από τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, καθώς ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας ήταν γκέι.

Αυτή ήταν η ιδέα της «Μαύρης μπάλας» («La Bola Negra»), του ανολοκλήρωτου έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, στο οποίο ο ποιητής θα έθετε το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας του για πρώτη φορά στον δημόσιο ισπανικό λόγο. Βέβαια, δεν πρόλαβε. Οι φασίστες τον τουφέκισαν σε έναν ελαιώνα στη Γρανάδα της Ισπανίας το 1936 και από το έργο αυτό έχουν διασωθεί μονάχα τέσσερις σελίδες.

Πέρασαν 90 χρόνια έως ότου φέτος η «Μαύρη μπάλα» να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το σκηνοθετικό ντουέτο Los Javis, τους Χαβιέ Αμπράσι και Χαβιέ Κάλβο δηλαδή που κέρδισαν εξ ημισείας με τον Πάβελ Παβλικόφσκι («Fatherland») και το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Κανών. Επηρεασμένη και από το θεατρικό έργο του Αλμπέρτο Καναγέρο «Η σκοτεινή πέτρα» που αφηγείται τη ζωή του Ραφαέλ Ροντρίγκεζ Ραπούν, ενός εκ των τελευταίων εραστών του Λόρκα, η ταινία μας μεταφέρει σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές της Ισπανίας με φόντο την queer ταυτότητα: τη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία του 1931, τον Εμφύλιο του 1936 και το πρόσφατο 2017.

Κλείστε το παράθυρο, ο Λόρκα «ζει»
«Αφήστε, παρακαλώ, το παράθυρο ανοιχτό,
ο Γκαρθία Λόρκα έτσι και αλλιώς είναι νεκρός».

Οι στίχοι του Στράμερ «παίζουν» με το «Μπαλκόνι» του Λόρκα και τη δολοφονία που ακόμα στοιχειώνει την Ισπανία. Ο αστικός μύθος θέλει τον τραγουδιστή των Clash να σκάβει λάκκους στη Γρανάδα αναζητώντας τα λείψανα του Λόρκα.

Ο γκέι κόσμος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Οι φασίστες τουφέκισαν τον Λόρκα σε έναν ελαιώνα στη Γρανάδα

Ενενήντα χρόνια από την εκτέλεσή του, ο Λόρκα συνεχίζει να πλανάται πάνω από τη σημερινή Ισπανία όπου οι φασίστες προσεγγίζουν μεθοδικά την εξουσία και να στοιχειώνει και τη σημερινή Ευρώπη όπου τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνεχώς δοκιμάζονται, απειλούνται και αμφισβητούνται.

Μπορεί η σορός του να μη βρέθηκε ποτέ, δεν συνέβη το ίδιο όμως με τα ομοερωτικά ποιήματα που έγραψε. Τα «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα», που κυκλοφόρησαν πρώτα στα γαλλικά το 1981 και το 1984 στην Ισπανία, έπειτα από απαγορεύσεις, οικογενειακές παλινωδίες και λογοκρισία λόγω των περιεχόμενων τους, φέρνουν στο φως έναν Λόρκα που δεν φοβάται πια, έναν Λόρκα που ψάχνει τη λύτρωση στις λέξεις.

Ο Ραφαέλ Ροντρίγκερζ Ραπούν θεωρείται από τον Ιαν Γκίμπσον «ο βαθύτερος έρωτας του Λόρκα». Οι δύο τους γνωρίστηκαν το 1933 στον θίασο Barraca που διηύθυνε ο Λόρκα. Μαζί περιόδευσαν σε όλη την Ισπανία και μαζί ερωτεύτηκαν με πάθος και οδύνη, καθώς ο Ανδαλουσιανός ποιητής κατέληξε να πληγωθεί όταν ο εραστής του δεν επέλεξε τον ίδιο για παντοτινό σύντροφο. Η αμφιφυλοφιλία του Ραπούν έφερνε τον Λόρκα σε στάδια απόγνωσης, όπως εκείνο το βράδυ του 1935 στη Βαρκελώνη, όταν ο Ραπούν έφυγε με μια Τσιγγάνα χορεύτρια του φλαμένκο και ο Λόρκα, κλεισμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, εκμυστηρεύτηκε στον φίλο του Σιπριάνο Ρίβας Σερίφ την αλήθεια του για τον έρωτα.

«Αυτό που ονομάζουμε “κανονικότητα” δεν ανήκει στη γυναίκα ή σε εμένα. Το φυσιολογικό είναι να αγαπάς δίχως όρια. Δεν παραποιώ την αγάπη μου. Χωρίς ανταλλαγές. Να μην υπάρχει κανείς που να διατάζει, να κυριαρχεί, να υποτάσσει. Να μην υπάρχουν υποκατάστατα ή μιμήσεις. Δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο η εγκατάλειψη και η αμοιβαία απόλαυση. Αλλά θα χρειαζόταν μια πραγματική επανάσταση. Μια νέα ηθική, μια ηθική πλήρους ελευθερίας».

Οι δύο τους χωρίστηκαν, αλλά στο άκουσμα του θανάτου του Λόρκα, ο Ραπούν κατατάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό όπου και πέθανε σε μάχη εναντίον των φασιστών του Φράνκο. Το 2010 ένα άλλο όνομα ήρθε στην επιφάνεια και άνοιξε νέες πτυχές για τη ζωή του Ανδαλουσιανού ποιητή.

Οταν ο Χουάν Ραμίρες ντε Λούκας απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών, άφησε πίσω του ένα τσίγκινο κουτί που εμπεριείχε την αλληλογραφία του «ξανθού από την Αλμπαθέτε» με τον Λόρκα. Οι δύο τους σχεδίαζαν να φύγουν για το Μεξικό λίγο πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, αλλά ο Ραμίρες μόλις 19 χρόνων χρειαζόταν γονική άδεια που δεν του δόθηκε για να ταξιδέψει. Ο Λόρκα στην τελευταία επιστολή που του έγραψε τον παρακαλούσε να μη βιαστεί να πάρει αποφάσεις για το μέλλον τους.

«Μπορείς πάντα να βασίζεσαι πάνω μου. Είμαι ο καλύτερός σου φίλος και σου ζητώ να φερθείς με σύνεση και να μην αφήσεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί από το ρεύμα της μοίρας». Ο Λόρκα περίμενε υπομονετικά στη Γρανάδα τον Ραμίρες. Ο έρωτάς τους ολοκληρώθηκε με βία από σφαίρες φασιστών, που όταν τον εκτελούσαν φώναζαν χαρωπά: «Δύο σφαίρες στον κώλο γιατί ήταν αδερφή».

Ο Λόρκα χρησιμοποιούσε τον όρο «επενθετικός» για να μιλήσει για την ομοφυλοφιλία και η επένθεση, τόσο ως φωνολογικός όρος, όσο και ως παρεμβολή σχημάτων και λέξεων εντός των ποιημάτων του ήταν βασικό χαρακτηριστικό του αιώνιου ποιητή.

Μέσα από τα «σκοτεινά» σονέτα, ο Λόρκα δεν περιγράφει τον ζόφο και το σκοτάδι, αλλά επανεμφανίζει τον έρωτα, φωτίζει το ανείπωτο, το δύσκολο και το κρυφό, με ποιήματα που στέκονται περήφανα μπροστά σε αδυσώπητους καιρούς.