Τα παιδιά χρειάζεται να μιλήσουν αλλά και να ακουστούν
Διανύουμε δύσκολες μέρες. Η περίοδος των εξετάσεων κάθε χρόνο έρχεται να μας υπογραμμίσει πολλά πράγματα που ξεχνάμε μέσα στη χρονιά. Το ζόρι, τη δυσκολία, την πίεση. Πίσω από αυτά μπορεί να δούμε ακόμη μερικά πράγματα που παραβλέπουμε στην καθημερινότητα. Την απελπισία, τη μοναξιά, την ανάγκη για σύνδεση. Δύσκολες ερωτήσεις, χωρίς εύκολες απαντήσεις.
Κι όμως τα παιδιά και οι έφηβοι μιλούν, περισσότερο απ’ όσο θέλουμε οι ενήλικες να πιστεύουμε. Μιλούν και με τα λόγια και με τη συμπεριφορά τους, το ζήτημα είναι πώς και πόσο οι ενήλικες ακούμε και πόσο χώρο αφήνουμε στη δική τους ανάγκη να εκφραστούν. Καμιά φορά δεν ακούμε όσα συζητούν μαζί μας, αλλά τις δικές μας αγωνίες, τους φόβους για εκείνα, τα «πρέπει» που εγκλωβίζουν κι εμάς και εκείνα.
Αυτές τις ημέρες έχουν ακουστεί πολλά λόγια για όλα αυτά και κυρίως μετά το περιστατικό στην Ηλιούπολη. Ακούστηκαν τόσα λόγια και τίποτα από όλα αυτά δεν μιλούσε προς τα ίδια τα παιδιά.
Μόνο ερμηνείες, νουθεσίες, υποθέσεις και κουτσομπολιά. Στον δημόσιο λόγο καμιά έγνοια για τα υπόλοιπα παιδιά που διάβαζαν και άκουγαν. Δεν έχουμε καμιά έγνοια για αυτά που ακούνε τα παιδιά να λέγονται για αυτά. Μιλάμε για τις ζωές τους λες κι εκείνα δεν μας ακούν. Μιλάμε για εκείνα χωρίς να τα ρωτάμε. Χωρίς να έχουμε πραγματικά τη διάθεση να ακούσουμε τη δική τους οπτική, τις δικές τους ανάγκες.
Πίσω από τις πόρτες των διαλυμένων αιθουσών στις οποίες οι σχολικοί ψυχολόγοι συναντούν τα παιδιά, εκείνα μιλάνε, ανοίγονται, ζητάνε βοήθεια. Τι λένε; Αυτό είναι δικό τους θέμα, δεν είναι για να ικανοποιήσουμε οι ενήλικες την περιέργειά μας. Δεν είναι όλα προϊόν προς κατανάλωση.
Από την άλλη, φωνές και αιτήματα για υποστήριξη των παιδιών και των εφήβων από ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία. Είναι δίκαιο αυτό το αίτημα και σωστό. Τα παιδιά έχουν δικαιώματα σε συστηματική και διαρκή υποστήριξη.
Αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια.
Θα πρέπει να δούμε και τι παράγει τόση δυσφορία και απελπισία στους σημερινούς νέους ανθρώπους και να ασχοληθούμε με τις αιτίες. Θα πρέπει να δούμε το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και το σημερινό σχολείο. Αν λέμε ότι έχουμε πιο δυσκολεμένα, πιο ζορισμένα, πιο πιεσμένα παιδιά, το ερώτημα είναι πώς φτιάχνουμε ένα σχολείο που αμβλύνει αυτές τις δυσκολίες.
Ναι, το σχολείο αυτό έχει και ψυχοκοινωνική υποστήριξη από τις αντίστοιχες ειδικότητες. Σταθερά, καθημερινά, και όχι μια ημέρα την εβδομάδα, αλλά αυτό δεν αρκεί.
Έχει όμως κι άλλα πράγματα, που, όπως λένε φωτισμένοι/ες παιδαγωγοί, μιλούν και «στο μυαλό αλλά και στην καρδιά των παιδιών». Μιλάμε για ένα άλλο σχολείο, το οραματιζόμαστε. Χρειάζεται μαζί με τα παιδιά να το ονειρευτούμε. Χρειάζεται μαζί με τα παιδιά να μπορούμε να κοιτάξουμε στο μέλλον, σε ένα μέλλον που δεν είναι απειλητικό, ατελέσφορο και αδύνατο.
Θα πρέπει όμως να δούμε και τις υπόλοιπες κοινωνικές δομές που επηρεάζουν τις ζωές των παιδιών. Πώς ζει σήμερα μια οικογένεια; Με ποια άγχη, ποια βάρη, πόσο κοινό χρόνο, τι είδους ευθύνες και πόση υποστήριξη; Και τι γίνεται για τα παιδιά που η οικογένεια είναι ένα περιβάλλον ανασφαλές, εχθρικό, άγονο, αντί καταφύγιο και χώρος φροντίδας;
Επιπλέον, ποιες δομές έχουμε να απαντούν σε αυτά τα ζητήματα; Διαλυμένες και υποστελεχωμένες υπηρεσίες υγείας και ψυχικής υγείας, υποβαθμισμένες υπηρεσίες πρόληψης, ανύπαρκτη κοινοτική φροντίδα, απουσία στήριξης των οικογενειών, νομοθεσίες εχθρικές απέναντι στα παιδιά θύματα βίας, κατακερματισμένες και ελλιπείς δομές παιδικής προστασίας και πολλές ακόμη ελλείψεις σε βασικούς τομείς σε έναν μακρύ κατάλογο. Πού συζήτηση για παιχνίδι, χρόνο και χώρους για τα παιδιά και τους εφήβους/ες;
Σε αυτό το τοπίο, η πρόσφατη εξαγγελία του υπουργείου για τηλεφωνική ψυχολογική υποστήριξη των υποψηφίων των Πανελλαδικών δεν μπορεί να θεωρείται σοβαρή απάντηση. Η αγωνία των παιδιών δεν αντιμετωπίζεται με «τσιρότα», χωρίς πρόληψη, συνέχεια και σχέδιο. Αντί για πολιτικές φροντίδας, έχουμε άλλη μια διαχείριση της κρίσης εκ των υστέρων.
