Υπάρχει σήμερα πολύς θυμός. Πολλή οργή. Λαϊκή οργή. Και είναι φυσικό και επόμενο. Αφύσικο κι ασυγχώρητο θα ’ταν να μη θυμώνει ο λαός και να μην οργίζεται ο πολίτης που ζει μέσα σε ένα καθεστώς κοινοβουλευτικής δυναστικής ασυδοσίας και δέχεται πολλαπλά χτυπήματα όχι το εισόδημά του μονάχα, αλλά και η ίδια του η νοημοσύνη, ακόμη και η ίδια του η ζωή.
Και δεν είναι μόνο το διαρκές σκάνδαλο της ακρίβειας, εν μέσω των άλλων πάσης φύσεως κυβερνητικών σκανδάλων, που γεννά οργή και θυμό. Είναι, συν τοις άλλοις, και το τεράστιο εισοδηματικό χάσμα μεταξύ του μέσου πολίτη και του κατ’ επάγγελμα πολιτικού. Είναι που ο πολίτης βιώνει ένα βαθύ δράμα μέσα στη σύγχρονη αγορά που εξανεμίζει το πενιχρό του μηνιάτικο πριν καν μπει στην τσέπη του ή στον λογαριασμό του. Και είναι που οι άλλοι, οι κατ’ επάγγελμα πολιτικοί, βρίσκονται κλεισμένοι και θωρακισμένοι μέσα στον γυάλινο πύργο τους και εκστομίζουν αφρόνως απίστευτες ελαφρότητες θεωρώντας περίεργο να τους λένε πως μισθωτοί κι εργαζόμενοι τα βγάζουν δύσκολα πέρα.
Είναι που ο πολίτης έχει καταντήσει ο πτωχός Λάζαρος, ο οποίος περιμένει καρτερικά να πέσουν απ’ τα πλούσια τραπέζια των υπουργών και των ομοτράπεζών τους τα ψιχία των επιδομάτων και των καρτών, για να μπαλώσει καμιά τρύπα. Και είναι που οι καθεστωτικοί πολιτικοί έχουν επιδοθεί σε μια κούρσα μυστικού και ασύστολου πλουτισμού και φαντάζουν πλέον σαν τον βασιλιά Μίδα, καθώς ό,τι αγγίζουν τα χέρια τους γίνεται αμέσως χρυσός! Και ο χρόνος παίζει το δικό τους παιχνίδι και κάνει τα δικά τους χατίρια: ο φτωχός γίνεται πιο φτωχός και ο πλούσιος πιο πλούσιος!
Κι αφού, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το τοπίο θυμώνει, βρίζει και χυδαιολογεί ο αγανακτισμένος πολίτης που βλέπει λογαριασμούς και τρομάζει, αλλά βλέπει συνάμα πως κατηγορείται κιόλας από κορυφαίους κυβερνητικούς παράγοντες ως μίζερος, άδικος, τεμπέλης, ανίκανος κι άλλα τέτοια ωραία, θεωρεί και ο πολιτικός που πλουτίζει δικό του δικαίωμα να περνά στην αντεπίθεση και να βρίζει τον πολίτη και τον εργαζόμενο. Σαν να είναι ο εργαζόμενος φταίχτης για την κατάντια που τον περιβάλλει κι όχι ο πολιτικός που συντελεί σ’ αυτή την κατάντια. Και μάλιστα ο πολιτικός που τα εισοδήματά του μπορούν να χαρακτηριστούν αμύθητα και ασύλληπτα για τον εργαζόμενο που παλεύει με νύχια και με δόντια για να τα βγάλει πέρα.
Κι επειδή η συνείδηση είναι αντανάκλαση της υλικής πραγματικότητας, επόμενο είναι ο πάμπλουτος πολιτικός να διαμορφώνει αυτή τη συνείδηση του χάσματος: όλοι οι άλλοι τριγύρω του είναι η φτωχολογιά της μιζέριας κι αυτός είναι ο άξιος, ο άριστος κι ο εκλεκτός του συστήματος!
Και ζούμε τούτο το παράλογο, το εξωφρενικό και αβάσταχτο σ’ αυτή την πατρίδα: όσοι πλουτίζουν σκανδαλωδώς απ’ την πολιτική εξουσία και παραμένουν αμετακίνητα γαντζωμένοι σ’ αυτήν καταφέρονται δημοσίως με ειρωνείες και νεύρα εναντίον εκείνων που πλήττονται απ’ την πολιτική που αυτοί ασκούν και εφαρμόζουν. Και τους προσάπτουν κατηγορίες και επίθετα που κατεβάζουν πολύ χαμηλά τον δείκτη του πολιτισμού μιας δημοκρατικής πολιτείας. Δυστυχώς ο πολιτικός, αντί να έχει τ’ αυτιά του ανοιχτά και ν’ ακούει, έχει μονίμως το στόμα του ανοιχτό και μιλάει ακατάσχετα, απαιτώντας απ’ τους πολίτες όχι μονάχα να τον ακούν αλλά και να τον πιστεύουν.
Είναι προφανές πως οι εκλεκτοί και άριστοι αυτοί εραστές της εξουσίας δεν έχουν διδαχθεί πως ο θυμός συνιστά έναν κακό σύμβουλο του ανθρώπου. Ο πολιτικός που θυμώνει και υβρίζει παραφέρεται και βλάπτει σοβαρά όχι τον εαυτό του μονάχα, εκτός αν θεωρεί πως είναι πολιτικός των ψηφοφόρων του και μόνο αυτών. Αλλά αν έχει την ελάχιστη συναίσθηση πως είναι πολιτικός του έθνους, τότε είναι βέβαιο πως βλάπτει το έθνος, βλάπτει την ιστορία του λαού, του οποίου κακοποιεί την αισθητική και κουλτούρα. Κι αυτό συνιστά την κανονικότητα μιας πολιτικής κακοήθειας.
*Φιλόλογος – συγγραφέας
