Το ζητούμενο στις δημόσιες αντιπαραθέσεις είναι η ανάγκη για ένα νέο πολιτικό σύστημα που θα αφουγκράζεται την κοινωνία. Μιλάμε για πολιτική που θα δίνει απαντήσεις στα μείζονα προβλήματα. Δηλαδή, κάτι σαν αναδιάρθρωση του συστήματος. Το αίτημα αυτό καταγράφεται σε όλες τις αποτυπώσεις. Μπορεί μεν στο σύνολό τους να δίνουν προβάδισμα στη Ν.Δ., αλλά, από την άλλη, όλες οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν την απογοήτευση για το κυβερνητικό έργο, μάλιστα, με υψηλά ποσοστά.
Εδώ, το παράδοξο είναι ότι ενώ οι πολίτες εκφράζουν υψηλή δυσαρέσκεια για το κυβερνητικό έργο (ως προς την καθημερινότητα, την ακρίβεια, το κόστος ζωής, την Yγεία, την Παιδεία και ζητήματα θεσμών και διαφάνειας κ.λπ.), ταυτόχρονα, δεν βλέπουν ισχυρή εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Διαισθητικά, μάλλον την εύχονται. Η ταυτόχρονη δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση και η αδυναμία ισχυρής εναλλακτικής διακυβέρνησης μεταφράζονται σε έμμονη κρίση του συνολικού πολιτικού συστήματος. Οι επιλογές και οι δράσεις του είναι ασύμβατες με τα προβλήματα της κοινωνίας. Το άλλο παράδοξο είναι ότι η κρίση διαγιγνώσκεται και διατυπώνεται από αυτούς που την προκαλούν. Αυτό με τη σειρά του μεταφράζεται σε απουσία εθνικών στρατηγικών, σε γενίκευση της ματαίωσης και, τέλος, σε αδιαφορία.
Η αδυναμία σχηματισμού της αναγκαίας συναίνεσης για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα και το μέλλον της χώρας έχει την ερμηνεία της. Πρώτον, δεν μπορείς να μιλάς για μέλλον όταν δεν έχεις συναίνεση για το παρόν και, δεύτερον, δεν μπορείς να αξιώνεις μονίμως συναίνεση, όταν για όλα τα προηγούμενα χρόνια στο τιμόνι έχεις αντιμετωπίσει τα πάντα με μικροκομματικές λογικές, με αδιαφάνεια, με επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα και συγκαλύψεις. Ετσι, ο μεγάλος βαθμός της απροσδιοριστίας, σε συνδυασμό με την πληθώρα ανούσιων πληροφοριών και πολλών θορύβων, κινεί ένα εργαστήριο προχειρότητας. Υπερπαράγονται τα κακά προηγούμενα και υποπαράγεται η ουσία· η λογική. Στο τέλος, χάνονται τα όρια μεταξύ επιχειρήματος, σχεδιασμού και τοξικότητας. Για να χρησιμοποιήσω το αποφθεγματικό ερώτημα του Μεξικανού Κάρλος Φουέντες από το μυθιστόρημά του «Terra Nostra», «… φτάσαμε ώς εδώ για να γελάσουμε ή να κλάψουμε; Αραγε πεθαίνουμε ή μήπως γεννιόμαστε;».
Ερωτήματα, όπως τα παραπάνω, μπορεί να είναι γόνιμα στη φιλοσοφία, την τέχνη ή στις ιδέες περί κυκλικότητας της φθοράς και της αέναης αναγέννησης. Είναι όμως αμείλικτα όταν αιωρούνται στην πολιτική ζωή. Οταν δεν απαντώνται με πολιτικές, γίνονται άρρητη, πλην κυνική παραδοχή της ανημπόριας που συγκαλύπτει τα κουσούρια της αποτυχίας.
Για να κλείσουμε το ζήτημα των παραδοξοτήτων των δημοσκοπικών αποτυπώσεων, να πούμε ότι είναι ένα ικανό εργαλείο για σχολιασμό της πολιτικής ατμόσφαιρας. Αλλά δεν διαμορφώνουν πολιτικές, ούτε υποκαθιστούν την κάλπη. Το κυβερνητικό έργο είναι ο μείζων δείκτης της πολιτικής νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης προς το συνολικό πολιτικό σύστημα -αυτό τουλάχιστον λέει η πολιτική επιστήμη- όπου οι πολίτες αξιολογούν την απόδοση της κυβέρνησης, την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών και τη γενικότερη λειτουργία της δημοκρατίας και των θεσμών. Στις κλασικές ερωτήσεις «Πόσο ικανοποιημένοι είστε από το έργο της κυβέρνησης;», «Πιστεύετε ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή ή λάθος κατεύθυνση;» και «Πόσο ικανοποιημένοι είστε από τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία;», η αξιολόγηση έχει τα χάλια της. Δύσκολα η παρούσα κυβέρνηση θα περάσει τον πήχη.
Και ένα τελευταίο. Στη θεωρία της πολιτικής υποστήριξης, θα πρέπει να διαχωρίζουμε τη βραχυπρόθεσμη στήριξη προς μια κυβέρνηση (specific support), από τη βαθύτερη, τη διάχυτη εμπιστοσύνη προς το ίδιο το πολιτικό σύστημα (diffuse support). Και εδώ έρχονται οι συμπληρωματικές θεωρίες της «οικονομικής ψήφου» ή τα μοντέλα «προσδοκιών-απόρριψης», στα οποία η επιτυχία προκύπτει από τη σύγκριση ανάμεσα στις προσδοκίες και στις πραγματικές αποδόσεις του κράτους. Αλλά όταν έχεις να κάνεις με αντι-κρατιστές που σιτίζονται από το κράτος και το ξεζουμίζουν (crony capitalism) και με κρατιστές που δεν ξέρουν τι ακριβώς να κάνουν με το κράτος, τότε η ζυγαριά γέρνει προς το «να κλάψουμε». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν ελπίζουμε.
