ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Παλαιότεροι συγγραφείς ίσως με περιέγραφαν ως “το όργανο της μοίρας τους” ειδικά όταν, δεκαετίες αργότερα, εκπλήρωσα αυτόν τον ρόλο για δεύτερη φορά. Αλλά δεν πιστεύω στους υψηλούς τόνους και, όπως και να το κάνουμε, η τραγική εποχή έχει παρέλθει προ πολλού: Δεν είμαστε αρκετά σπουδαίοι, ώστε να δικαιολογούνται τέτοιες εκφράσεις, όταν μιλάμε για εμάς ή για την εποχή μας. Βεβαίως συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε – “Τι τραγωδία ήταν αυτή!”, αναφωνούμε, όταν τα πράγματα πάνε στραβά, όταν χτυπάει ο καρκίνος, όταν ένας μέτριος πολιτικός διασύρεται, όταν ένα αθώο παιδί σκοτώνεται στην επικίνδυνη συνηθισμένη πορεία της επίγειας εύθραυστης ανθρώπινης ύπαρξης. Ισως να μην έχουμε ακόμη βρει τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουμε την υποδεέστερη φύση της μετατραγικής ζωής».

Θα είναι όντως οι «Αναχωρήσεις» το τελευταίο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς; Η ερώτηση αυτή κυκλοφορούσε στόμα με στόμα σε χιλιάδες αναγνώστες του ανά τον κόσμο και τους λογοτεχνικούς κύκλους, μετά την έκδοση του νέου του βιβλίου όπου στην εισαγωγή με τον βιβλικό τίτλο «Εγώ ειμί» -κυκλοφόρησε στη χώρα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Σχινά-, ο σημαντικός ογδοντάχρονος Βρετανός συγγραφέας γράφει: «Αυτό θα είναι το τελευταίο μου βιβλίο».

Φαίνεται λοιπόν πως μάλλον είναι αλήθεια. Ενισχύεται η πεποίθηση αυτή και από το γεγονός ότι στις αρχές του 2026, οι δύο «γίγαντες» των βρετανικών γραμμάτων, Τζούλιαν Μπαρνς και Ιαν Μακ Γιούαν, συναντήθηκαν στη σκηνή του Union Chapel στο Λονδίνο για μια ιστορική συζήτηση. Εκεί, μίλησαν με συγκίνηση και χιούμορ για τη θνητότητα, την απώλεια κοινών τους φίλων όπως ο Μάρτιν Εϊμις, αλλά και για τη μνήμη που διατρέχει το έργο τους, με τον Μπαρνς να ανακοινώνει πως οι «Αναχωρήσεις» θα είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα.

Με αφηγητή τον Μπαρνς, η ιστορία των «Αναχωρήσεων» εστιάζει στη διαδρομή ενός ζευγαριού, της Τζιν και του Στίβεν, σε δύο χρονικές περιόδους με διαφορά 40 ετών. Η αφήγηση ξεκινά από τα φοιτητικά χρόνια στην Οξφόρδη, όπου ο Μπαρνς ήταν πάντα παρών ως στενός φίλος. Υστερα από μια μακρά περίοδο σποραδικών επαφών, μια τυχαία συνάντηση τους ενώνει ξανά, με τον συγγραφέα-αφηγητή να επιστρέφει στον ρόλο του έμπιστου συντρόφου τους.

Το αν ο αφηγητής αποτελεί το alter ego του ίδιου του Τζούλιαν Μπαρνς παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα· ενώ το έργο βρίθει επαληθεύσιμων πληροφοριών που παραπέμπουν σε αυτοβιογραφία, η αφηγηματική ευφυΐα του συγγραφέα υπονομεύει τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας.

Η ανάλυση της ανθρώπινης αποξένωσης μέσα στον χρόνο αποτελεί μια θεματική επιστροφή στον πυρήνα του βραβευμένου με Booker (2011) μυθιστορήματος «Ενα κάποιο τέλος». Ο τίτλος εκείνος, δανεισμένος από το εμβληματικό έργο του Βρετανού κριτικού και θεωρητικού Φρανκ Κέρμοντ, αμφισβητούσε την καθησυχαστική ψευδαίσθηση ότι η ζωή μας είναι μια γραμμική αφήγηση που οδηγεί σε μια λυτρωτική κορύφωση. Κατά τον Κέρμοντ, η ανθρώπινη ύπαρξη εγκλωβίζεται σε ένα διαρκές, μετέωρο «μέσον» – ένα παρόν δίχως προορισμό.

Ενώ στο μυθιστόρημα του 2011 ο πρωταγωνιστής πασχίζει μάταια να ερμηνεύσει τις οδυνηρές αναμνήσεις τεσσάρων δεκαετιών, παραμένοντας δέσμιος αυτού του κενού, στο βιβλίο του 2026 το διακύβευμα αλλάζει. Εδώ, ο Μπαρνς διερωτάται αν η Τζιν και ο Στίβεν άγγιξαν, λίγο πριν από το τέλος, μια μορφή δικαίωσης που του επέτρεψε να αθετήσει την υπόσχεση σιωπής του και να γράψει γι’ αυτούς.

Παρά τη διεθνή καταξίωση, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το δικό του φινάλε με μια δόση αυτοσαρκαστικού κυνισμού. Φαντάζεται τον εαυτό του στο νοσοκομείο, έναν ετοιμοθάνατο με μοναδική «ταυτότητα» την υπενθύμιση της βράβευσής του με Booker. Για τον Μπαρνς, το τέλος δεν ταυτίζεται με την ολοκλήρωση, αλλά με τον βιολογικό θάνατο. Η εμμονή του με τη φθαρτότητα, που είχε ήδη αποτυπωθεί και στο «Τίποτα να φοβηθείς» (2008), επανέρχεται εδώ με ωμό ρεαλισμό, καθώς παραθέτει λεπτομερείς ιατρικές διαγνώσεις για την κατάσταση της υγείας του, επιβεβαιώνοντας πως η σκιά του θανάτου παραμένει η σταθερή του δημιουργική συντεταγμένη. Η ειρωνεία του παραμένει αιχμηρή, η μνήμη του επιλεκτική και η εμμονή του με το τέλος πιο παρούσα από ποτέ. Ο Μπαρνς, με την τυπική του βρετανική ψυχραιμία, συνεχίζει να γράφει για να γεμίσει το κενό, γνωρίζοντας καλά πως το μόνο αληθινό τέλος είναι η σιωπή.