Το «Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη» είναι μία πρωτοβουλία «δημοσιογραφίας δικτύου» της Inter Alia*.
Υποστηρίζεται από μία ομάδα περίπου 50 νέων ατόμων από 8 ευρωπαϊκές χώρες τα οποία συνεργάζονται κάθε μήνα, συντάσσοντας το δελτίο, που περιλαμβάνει νέα, άρθρα γνώμης, πολιτικές αναλύσεις, podcast και βίντεο. Στόχος, μια κριτική, εύληπτη και φρέσκια παρουσίαση μειζόνων πολιτικών εξελίξεων σε πολλά πεδία. Ανάμεσά τους, η νεολαία, ο πολιτισμός, το φύλο, οι κοινωνικές υποθέσεις, η μετανάστευση και το άσυλο, ο δημόσιος χώρος και τα πολιτικά δικαιώματα, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, το κράτος δικαίου, το περιβάλλον, η ανταγωνιστικότητα και η ενιαία αγορά. Kαλώς ήρθατε στον κόσμο του νέου, αναβαθμισμένου δελτίου. Συνεχίζουμε, στρέφοντας πάντα το βλέμμα μας στην Ευρώπη.
Συντακτική ομάδα Απριλίου 2026:
- Σύνταξη: Αφροδίτη Γκόρτσου, Emma O’Flaherty, Ελπίδα Γκουτζούπα, Φωτεινή Κατσαμπάνη, Τεάνα Γκερμένι
- Επιστημονικός σύμβουλος: Θάνος Δελλατόλας
- Επιμέλεια κειμένων: Στρατής Μπουρνάζος
- Υπεύθυνος έργου: Νίκος Παπακώστας
ΕΕ: Κάπου μεταξύ διακηρύξεων και πραγματικότητας
Ο Απρίλιος του 2026 βρήκε την Ευρώπη να δοκιμάζεται σε πέντε μέτωπα ταυτόχρονα. Ισπανία, Ιρλανδία και Σλοβενία ζήτησαν την αναστολή της Συμφωνίας ΕΕ-Ισραήλ, στηριζόμενες σε ένα κύμα πίεσης δίχως προηγούμενο: ένα εκατομμύριο υπογραφές πολιτών, σχεδόν 400 πρώην διπλωμάτες, ειδικούς εισηγητές του ΟΗΕ και τη διαπίστωση της ίδιας της Ένωσης ότι το Ισραήλ παραβιάζει το άρθρο 2 της Συμφωνίας. Η Γερμανία και η Ιταλία μπλόκαραν την πρόταση, αφήνοντας το χάσμα ανάμεσα σε πολίτες και κυβερνήσεις πιο ορατό από ποτέ. Στην Ουγγαρία, η ήττα του Όρμπαν άνοιξε ένα παράθυρο, τη στιγμή που η Έκθεση LIBE βεβαιώνει ότι το 93% των συστάσεων για το κράτος δικαίου είναι επαναλήψεις προηγούμενων ετών, χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Στην Ιβηρική, το μεγαλύτερο μπλακάουτ της εικοσαετίας φανέρωσε ένα δίκτυο που δεν προλαβαίνει την ίδια του τη μετάβαση, ενώ τα Στενά του Ορμούζ εκτόξευσαν τις τιμές της ενέργειας. Στην ψηφιακή σφαίρα, 127 οργανώσεις χαρακτήρισαν το Digital Omnibus ως τη μεγαλύτερη υποχώρηση ψηφιακών δικαιωμάτων στην ιστορία της Ένωσης, ενώ η νέα Στρατηγική για την Ισότητα των Φύλων εκκίνησε με το ίδιο το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο να ομολογεί ότι η πλήρης ισότητα απέχει μισό αιώνα. Πέντε ιστορίες, ένα ερώτημα: μπορεί η Ευρώπη να μετατρέψει τις διακηρύξεις της σε πράξη προτού να είναι αργά;

Μπλακάουτ, παρεμβάσεις τιμών και γεωπολιτικές εντάσεις: Ο μετασχηματισμός της Ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής
της Αφροδίτης Γκόρτσου, πολιτικού επιστήμονα, ειδικής σε θέματα διεθνούς ασφάλειας
Γεωπολιτικές εντάσεις, τεχνικές αστοχίες και εσωτερικές πολιτικές αντιφάσεις συνέκλιναν ταυτόχρονα τον περασμένο μήνα, φέρνοντας την ενεργειακή ασφάλεια ξανά στην κορυφή της ατζέντας. Το πακέτο AccelerateEU παρέχει το θεσμικό πλαίσιο απάντησης της Ένωσης, συνδέοντας επενδυτικά σχέδια, στόχους απόκρισης στη ζήτηση και την επιταχυνόμενη αδειοδότηση.
Το μπλακάουτ της Ιβηρικής και τα διδάγματα για τον έλεγχο των δικτύων
Η τελική έκθεση του ENTSO-E, που δημοσιεύθηκε στις 20 Μαρτίου 2026 και συζητήθηκε εκτενώς καθ’ όλη τη διάρκεια του Απριλίου, αποτέλεσε σημαντικό γεγονός. Το ιβηρικό μπλακάουτ της 28ης Απριλίου 2025 είναι το σοβαρότερο στην Ευρώπη των τελευταίων είκοσι ετών. Σύμφωνα με την έκθεση, δεν οφειλόταν στις ανανεώσιμες πηγές καθαυτές, αλλά σε έναν συνδυασμό αλληλεπιδρώντων παραγόντων: ταλαντώσεις (τόσο τοπικές όσο και διαπεριφερειακές), κενά στον έλεγχο τάσης και ισχύος, διαφορές στις πρακτικές ρύθμισης τάσης, ταχείες μειώσεις παραγωγής και αποσυνδέσεις, καθώς και ανομοιόμορφες δυνατότητες σταθεροποίησης. Ο έλεγχος τάσης είναι κεντρικός στην ανάλυση, αλλά δεν ήταν η μοναδική αιτία. Ένας συγκεκριμένος παράγοντας που επισημάνθηκε στην έκθεση ήταν ότι στην Ισπανία τα ανώτατα όρια ηλεκτρικής τάσης ήταν υψηλότερα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όταν σημειώθηκε απότομη άνοδος της τάσης, ακολούθησαν διαδοχικές αποσυνδέσεις μονάδων παραγωγής. Ούτε οι συμβατικές μονάδες (πυρηνικές και ορυκτών καυσίμων) ούτε τα μικρά οικιακά φωτοβολταϊκά κατάφεραν να αναχαιτίσουν την εξέλιξη.
Η ταχεία επέκταση των ανανεώσιμων πηγών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη εξέλιξη των μηχανισμών ελέγχου ή επενδύσεις στα δίκτυα. Οι μικρές μονάδες παραγωγής συνδέονται με τρόπο που δεν επιτρέπει στο σύστημα να αξιοποιήσει τη δυναμική τους σε κρίσιμες στιγμές. Όπως καθιστά σαφές η έκθεση του ENTSO-E, το βασικό ζήτημα δεν είναι οι ίδιες οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά ο έλεγχος τάσης και η ετοιμότητα του συστήματος, ανεξαρτήτως τύπου παραγωγής. Ωστόσο, η έκθεση αναγνωρίζει ότι η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών δημιουργεί μεγαλύτερες απαιτήσεις για το σύστημα. Το κενό μεταξύ ταχύτητας ανάπτυξης και ρυθμιστικής ετοιμότητας είναι, επομένως, υπαρκτό. Η έλλειψη αυτοματοποιημένων μηχανισμών ρύθμισης τάσης και η απουσία πρόβλεψης για αυτόματη απόκριση σε υπέρταση, συνιστούν σοβαρές παραλείψεις. Η σύσταση του ENTSO-E για εναρμόνιση των ορίων τάσης, ταχύτερη ένταξη των μονάδων σε δυναμικό έλεγχο και τεχνικές αναβαθμίσεις είναι ορθή, ωστόσο έρχεται καθυστερημένα.
Εθνικά πλαφόν: η ενιαία αγορά σε δοκιμασία
Στο πλαίσιο του AccelerateEU, η Επιτροπή άνοιξε τον δρόμο για συντονισμένα εθνικά μέτρα τιμολόγησης της ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινών και στοχευμένων πλαφόν στο φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια. Κάθε κράτος-μέλος αποκτά έτσι κάποια δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στην τιμολόγηση, ενώ η Επιτροπή έχει δηλώσει πρόθυμη να χαλαρώσει περαιτέρω τους περιορισμούς στους κανόνες κρατικών ενισχύσεων.
Η απόφαση ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη συνοχή της εσωτερικής αγοράς. Είκοσι επτά διαφορετικά συστήματα πλαφόν οδηγούν αναπόφευκτα σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Κράτη με πλούσιους δημοσιονομικούς πόρους θα μπορούν να δίνουν πιο γενναίες επιχορηγήσεις, δημιουργώντας τεχνητά πλεονεκτήματα. Η Επιτροπή, που έχει οικοδομήσει την ενεργειακή στρατηγική γύρω από τον ισοδύναμο ανταγωνισμό, βρίσκεται τώρα στη δύσκολη θέση να επιτρέψει την αποδόμησή του. Το ερώτημα είναι αν τα πλαφόν θα παραμείνουν προσωρινά ή αν θα αποτελέσουν την απαρχή μιας μόνιμης επιστροφής σε εθνικές, προστατευτικές πολιτικές.
Το Ρωσικό μέτωπο: ενότητα με ρωγμές
Το ζήτημα των κυρώσεων στη ρωσική ενέργεια παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο. Αν και δεν έχει κατατεθεί επίσημη πρόταση για άρση των κυρώσεων, η συζήτηση σχετικά με το μέλλον των σχέσεων με τη Ρωσία συνεχίζει να δημιουργεί εντάσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Η απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έχει υιοθετηθεί αλλά εφαρμόζεται σταδιακά, με την πλήρη εφαρμογή να αναμένεται έως το 2027. Η πρόταση για απαγόρευση του ρωσικού πετρελαίου, ωστόσο, έχει αναβληθεί επ’ αόριστον. Η ΕΕ έχει αντικαταστήσει μεγάλο μέρος του ρωσικού αερίου, έστω και με υψηλότερο κόστος, αλλά ορισμένα κράτη-μέλη εξακολουθούν να παραμένουν εξαρτημένα σε σημαντικό βαθμό από το ρωσικό πετρέλαιο. Οι ρωγμές υπάρχουν και ενδέχεται να διευρυνθούν, εάν οι τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται.
Η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και η Ευρωπαϊκή απάντηση
Οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Ιράν αλλά και στο Κατάρ προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές και κατέστησαν τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά αδιάβατα. Δεδομένου ότι από τα στενά αυτά διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, οι επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή αγορά ήταν άμεσες. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου σημείωσαν νέα άνοδο.
Η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη-μέλη να προετοιμαστούν για μια παρατεταμένη κατάσταση κρίσης. Για τον σκοπό αυτό, το AccelerateEU παρέχει ένα συντονισμένο πλαίσιο που περιλαμβάνει την πλήρωση αποθηκών φυσικού αερίου, έκτακτες αποδεσμεύσεις πετρελαϊκών αποθεμάτων, ένα νέο Παρατηρητήριο Καυσίμων για την παρακολούθηση της αγοράς, ένα υπό διαμόρφωση Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροκίνηση, ένα προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων και έναν ενισχυτή επενδύσεων ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ που αντλείται από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αποδέσμευσε στρατηγικά αποθέματα, χωρίς όμως να μπορέσει έτσι ανακόψει την άνοδο των τιμών.
Παρά τη ρητορική της για ενεργειακή αυτονομία, η ΕΕ παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές από περιοχές υψηλής αστάθειας. Για πρώτη φορά πλήττονται απευθείας εγκαταστάσεις υγροποίησης φυσικού αερίου, ενώ η αποκατάσταση αναμένεται να είναι χρονοβόρα. Η αποδέσμευση αποθεμάτων αποτελεί μια προσωρινή αλλά όχι μόνιμη λύση. Η μακροπρόθεσμη απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας.
Ωστόσο, στο ίσιο πλαίσιο, ανακοινώθηκαν επενδυτικές αποφάσεις. Η Στρατηγική για τις Επενδύσεις σε Καθαρή Ενέργεια περιλαμβάνει δέσμευση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ύψους έως 500 εκατομμυρίων ευρώ για ένα νέο Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων Υποδομών, που επικεντρώνεται σε συμμετοχικά κεφάλαια για διαχειριστές δικτύων. Η δέσμευση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο χρηματοδότησης της ίδιας τράπεζας, ύψους 75 δισεκατομμυρίων ευρώ, για την ενεργειακή μετάβαση σε τρία χρόνια. Παράδειγμα σχετικού έργου αποτελεί η επιτυχής θαλάσσια δοκιμή για τον ηλεκτρικό διασυνδετήρα Ελλάδας-Κύπρου. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής κάνουν λόγο για ανάγκες που υπερβαίνουν κατά πολύ τα διαθέσιμα κονδύλια.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή ασφάλεια δεν αποτελεί πλέον τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ένα ουσιώδες ζήτημα για την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική συνοχή και τη γεωπολιτική επιρροή της Ένωσης. Το AccelerateEU έθεσε το πλαίσιο, αλλά το χάσμα μεταξύ στρατηγικής και υλοποίησης παραμένει μεγάλο. Το ζητούμενο δεν είναι αν η ΕΕ θα συνεχίσει την ενεργειακή μετάβαση, αλλά αν θα μπορέσει την ολοκληρώσει χωρίς να καταρρεύσει υπό το βάρος των ταυτόχρονων κρίσεων που αντιμετωπίζει.
Για όλους, όλες και όλα που επιθυμούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις, το Φόρουμ Επενδύσεων για την Καθαρή Ενεργειακή Μετάβαση, που έχει προγραμματιστεί για τις 18-19 Μαΐου 2026 στις Βρυξέλλες, θα αποτελέσει μια συγκεκριμένη ευκαιρία να αξιολογήσουν πώς το AccelerateEU μεταφράζεται σε χρηματοδότηση έργων και επενδύσεις σε δίκτυα. Λεπτομέρειες για την ατζέντα είναι διαθέσιμες μέσω της ενεργειακής πλατφόρμας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Συνοπτικά:
- Μπλακάουτ Ιβηρικής: Η μεγαλύτερη διακοπή ρεύματος στην Ευρώπη των τελευταίων 20 ετών δεν προκλήθηκε από τις ανανεώσιμες πηγές καθαυτές, αλλά από έναν συνδυασμό αλληλεπιδρώντων παραγόντων: ταλαντώσεις (τόσο τοπικές όσο και διαπεριφερειακές), κενά στον έλεγχο τάσης και ισχύος, διαφορές στις πρακτικές ρύθμισης τάσης, ταχείες μειώσεις παραγωγής και αποσυνδέσεις, καθώς και ανομοιόμορφες δυνατότητες σταθεροποίησης.
- Εθνικά πλαφόν τιμών: Στο πλαίσιο του AccelerateEU, η Επιτροπή άνοιξε τον δρόμο για συντονισμένα εθνικά μέτρα τιμολόγησης της ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινών και στοχευμένων πλαφόν στο φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, καθώς και χαλάρωση των περιορισμών στη δυνατότητα κρατικών επιδοτήσεων.
- Ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο: Η απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έχει αποφασιστεί, αλλά εφαρμόζεται σταδιακά, και αναμένεται να ισχύσει πλήρως έως το 2027. Η πρόταση για απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου έχει αναβληθεί επ’ αόριστον.
- Κρίση στα Στενά του Ορμούζ: Οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Ιράν αλλά και στο Κατάρ κατέστησαν τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά αδιάβατα. Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής διέρχεται από αυτά, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σημείωσαν αμέσως άνοδο.
- Στρατηγικά Αποθέματα και ζημιές σε υποδομές: Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ενεργοποίησε την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, χωρίς όμως να μπορέσει να ανακόψει την άνοδο των τιμών.
- Επενδυτικό κενό και μακροπρόθεσμη λύση: Η Στρατηγική για τις Επενδύσεις σε Καθαρή Ενέργεια περιλαμβάνει δέσμευση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ύψους έως 500 εκατομμυρίων ευρώ για ένα νέο Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων Υποδομών. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής δείχνουν ότι οι ανάγκες υπερβαίνουν κατά πολύ τα διαθέσιμα κονδύλια.

Η πίεση με στόχο την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ αυξάνεται, αλλά ή ΕΕ παραμένει διχασμένη
της Emma O’Flaherty, ειδικής σε θέματα επικοινωνίας και συνηγορίας
Τον Απρίλιο η ΕΕ πλησίασε όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια στο να ασκήσει το ισχυρότερο μέσο πίεσης που διαθέτει έναντι του Ισραήλ: την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης. Ωστόσο, η προσπάθεια αρκετών κρατών-μελών για την αναστολή, οποία είχε την υποστήριξη ενός αυξανόμενου μέρους της κοινής γνώμης, τελικά απέτυχε. Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια αυτή υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι θέσεις των κυβερνήσεων και η πίεση της κοινής γνώμης συγκλίνουν σε αυξανόμενο βαθμό, κάτι που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της προσεγγίζουν τις σχέσεις με το Ισραήλ.
Η Συμφωνία Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ, η οποία ισχύει από το 2000, παρέχει στο Ισραήλ ιδιαίτερα προνομιακό καθεστώς στις σχέσεις του με την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της προνομιακής πρόσβασης στην αγορά του –σε μεγάλο βαθμό ελεύθερου– εμπορίου, καθώς και της συμμετοχής σε προγράμματα της ΕΕ. Η Ένωση αποτελεί τον κύριο εμπορικό εταίρο του Ισραήλ, με το διμερές εμπόριο να υπερβαίνει τα 45 δισ. ευρώ ετησίως, καθώς και σημαντικό χρηματοδότη της ισραηλινής έρευνας και καινοτομίας μέσω προγραμμάτων όπως το «Ορίζοντας Ευρώπη».
Ας μην ξεχνάμε ότι η Συμφωνία περιλαμβάνει μια δεσμευτική ρήτρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα: το άρθρο 2 ορίζει ότι οι σχέσεις πρέπει να βασίζονται στον «σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών». Tο άρθρο αυτό έχει συγκεντρώσει αυξανόμενη προσοχή, καθώς μάλιστα η ίδια η ΕΕ έχει ήδη διαπιστώσει επίσημα ότι το Ισραήλ παραβιάζει το άρθρο 2.
Η κριτική αυτή έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα, καθώς οι εξελίξεις κλιμακώνονται. Στο επίκεντρο της δημόσιας κατακραυγής βρίσκεται ο γενοκτονικός πόλεμος του Ισραήλ στη Γάζα, ο οποίος έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 72.000 Παλαιστίνιους και Παλαιστίνιες από τον Οκτώβριο του 2023, σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας της Γάζας, ενώ σύμφωνα με ανεξάρτητες εκτιμήσεις ο αριθμός των νεκρών ενδέχεται να έχει ξεπεράσει τις 75.000 άτομα έως τον Ιανουάριο του 2025. Ταυτόχρονα, η συνεχιζόμενη επέκταση των παράνομων οικισμών και η de facto προσάρτηση της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης έχουν πυροδοτήσει ακόμη περισσότερο την οργή.
Πρόσφατα, στις 30 Μαρτίου 2026, η ακροδεξιά κυβέρνηση συνασπισμού του Μπέντζαμιν Νετανιάχου θέσπισε νόμο που προβλέπει την επιβολή της θανατικής ποινής για «τρομοκρατικές επιθέσεις», ο οποίος, στην πράξη, εφαρμόζεται μόνο στους Παλαιστίνιους. Η κυβέρνηση έχει επίσης ξεκινήσει νομική εκστρατεία για τον περιορισμό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προς ισραηλινές και παλαιστινιακές ΜΚΟ που καταγράφουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, ο οποίος έχει οδηγήσει στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους στο Ιράν και έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ολόκληρη την περιοχή, ειδικά στον Λίβανο, όπου η στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ έχει ως αποτέλεσμα πάνω από 2.500 νεκρούς από τις 2 Μαρτίου 2026.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών (ECI) «Δικαιοσύνη για την Παλαιστίνη» ζήτησε την πλήρη αναστολή της Συμφωνίας, λόγω της γενοκτονίας, της κατοχής και του απαρτχάιντ που ασκεί το Ισραήλ κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού, καθώς και των συνεχιζόμενων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρωτοβουλία συγκέντρωσε πάνω από ένα εκατομμύριο υπογραφές σε μόλις τρεις μήνες – αριθμός ρεκόρ για το δεδομένο χρονικό διάστημα. Έχοντας ξεπεράσει τα απαιτούμενα όρια σε πολλά κράτη-μέλη, η πρωτοβουλία υποχρεώνει πλέον την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει επίσημα την πρόταση και να δώσει απάντηση, παρότι δεν είναι υποχρεωμένη να την υιοθετήσει. Πάνω από 70 ΜΚΟ και σχεδόν 400 πρώην διπλωμάτες και αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν επίσης ζητήσει την αναστολή της Συμφωνίας με σειρά ανοιχτών επιστολών.
Η ραγδαία αύξηση των υπογραφών που συγκεντρώνει η έκκληση υπογραμμίζει το διευρυμένο χάσμα μεταξύ της απαίτησης των πολιτών για ανάληψη δράσης από την ΕΕ και της συνεχιζόμενης απροθυμίας των ιθυνόντων της να ασκήσουν την επιρροή τους επί του Ισραήλ. Πάντως, αρκετά κράτη-μέλη έχουν ανανεώσει τις εκκλήσεις τους για δράση, ενώ η πολιτική δυναμική που αναπτύσσεται σε ευρύ φάσμα, υποδηλώνει ότι η ΕΕ ενδέχεται να αναλάβει πιο αποφασιστικές πρωτοβουλίες για το ζήτημα.
Στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της 21ης Απριλίου, η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Σλοβενία ζήτησαν επίσημα από την ΕΕ να συζητήσει την αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης με το Ισραήλ. Το Βέλγιο και η Σουηδία επίσης, συνηγόρησαν στην πρόταση. Μόλις μία ημέρα πριν από τη συνεδρίαση, μια ομάδα ειδικών εισηγητών και ομάδων εργασίας του ΟΗΕ, μεταξύ των οποίων οι Francesca Albanese, Ben Saul και Reem Alsalem, εξέδωσαν κοινή δήλωση στην οποία χαρακτήριζαν την αναστολή «νομική επιταγή» και όχι θέμα πολιτικής διακριτικής ευχέρειας, υπενθυμίζοντας τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με τα προσωρινά μέτρα.
Ωστόσο, οι υπουργοί της ΕΕ τελικά αρνήθηκαν να αναστείλουν τη Συμφωνία, με τη Γερμανία και την Ιταλία να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση. Η αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης απαιτεί ομόφωνη έγκριση από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, ενώ η μερική αναστολή απαιτεί ειδική πλειοψηφία 15 κρατών-μελών που αντιπροσωπεύουν το 65% του πληθυσμού της ΕΕ.
Αν και η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε, εμφανίζονται σημάδια αλλαγής στάσης, ακόμη και μεταξύ των πιο πιστών συμμάχων του Ισραήλ. Η Ιταλία έχει παγώσει μια μακροχρόνια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ, σηματοδοτώντας μια αξιοσημείωτη μεταβολή της πολιτικής της. Ταυτόχρονα, οι δημόσιες εντάσεις μεταξύ Ισραηλινών αξιωματούχων και Ευρωπαίων ηγετών –συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης του Ισραηλινού υπουργού Οικονομικών Σμότριτς, εναντίον του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, την οποία αναγκάστηκε να αποδοκιμάσει ο πρέσβηε του Ισραήλ στη Γερμανία– υποδηλώνουν αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις με το Ισραήλ. Ακόμη και στην Ουγγαρία, όπου ο Βίκτορ Ορμπάν υπήρξε για πολύ καιρό ένας από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του Ισραήλ, η εκλογική του ήττα υποδηλώνει ότι αυτή η στάση ενδέχεται να αλλάξει τους επόμενους μήνες.
Άλλες χώρες αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, σε εθνικό επίπεδο, για να παρακάμψουν το αδιέξοδο στην ΕΕ: η Σλοβενία απαγόρευσε τις εισαγωγές από τα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη το 2024, η Ισπανία ακολούθησε στις αρχές του 2026, ενώ η Ιρλανδία προωθεί ανάλογο νομοσχέδιο.
Ενώ η ΕΕ παραμένει διχασμένη ως προς την προσέγγισή της απέναντι στο Ισραήλ, αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις υποδηλώνουν μια σταδιακή απομάκρυνση από το status quo και στη λήψη πιο συγκεκριμένων μέτρων. Μια πλήρης αναστολή της Συμφωνίας εξακολουθεί να φαίνεται πολιτικά απίθανη, αλλά πιο περιορισμένες επιλογές κερδίζουν έδαφος, συμπεριλαμβανομένης μιας πρόσφατης πρότασης της Γαλλίας και της Σουηδίας για την επιβολή κυρώσεων σε προϊόντα από παράνομους οικισμούς.
Η ΕΕ βρίσκεται σε μια αποφασιστική στιγμή. Δεν μπορεί πλέον να αγνοεί τις αυξανόμενες απαιτήσεις για αναθεώρηση της στάσης της ή τις νομικές υποχρεώσεις που ενσωματώνονται στις δικές της συμφωνίες. Εάν θέλει σοβαρά να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο, πρέπει να αναλάβει δράση. Οτιδήποτε λιγότερο την καθιστά συνένοχη στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων όσων λογίζονται ως εγκλήματα πολέμου.
Υπογράψτε την πρωτοβουλία ECI «Δικαιοσύνη για την Παλαιστίνη»: https://www.justiceforpalestine.eu/.

Απλοποιώντας τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην ΕΕ: Τι σημαίνει το Omnibus VII για τα ψηφιακά μας δικαιώματα;
της Φωτεινής Κατσαμπάνη, μεταπτυχιακής φοιτήτριας, «Ταυτότητα, Εκπαίδευση και Ικανότητες για Δημοκρατικό Πολιτισμό», ΕΚΠΑ
Η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται ταχύτερα από τους κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για να τη ρυθμίσουν. Ανάμεσα στην καινοτομία και την ανάγκη για προστασία, αναδύεται ένα διαρκές ερώτημα: Μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει ανταγωνιστική στον ψηφιακό τομέα, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τον δημοκρατικό της πυρήνα;
Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του λεγόμενου «Digital Omnibus για την ΤΝ» (COM(2025) 836 final). Ο όρος «Omnibus» (από το λατινικό «για όλα») αναφέρεται σε νομοθετικές πράξεις που τροποποιούν ταυτόχρονα πολλούς υφιστάμενους νόμους. Στο πλαίσιο αυτό, το Omnibus VII αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκσυγχρονίσει και να ενοποιήσει τη νομοθεσία της. Πιο συγκεκριμένα, το «Digital Omnibus on AI» είναι η στοχευμένη πρωτοβουλία που επιδιώκει να ευθυγραμμίσει υφιστάμενους κανόνες για την ψηφιακή οικονομία και τα προϊόντα με τη νέα πραγματικότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης, περιορίζοντας τον κατακερματισμό και τις νομικές ασυνέπειες.
Το Omnibus VII παρουσιάζεται συνήθως ως μια προσπάθεια απλοποίησης του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου, ωστόσο η πρόταση υπερβαίνει μια απλή τεχνική προσαρμογή. Εισάγει ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο εφαρμογής των υφιστάμενων κανόνων, αποτελώντας λιγότερο τεχνική παρέμβαση και περισσότερο μια πολιτική επιλογή για τη μελλοντική κατεύθυνση της διακυβέρνησης της ΤΝ στην Ευρώπη.
Στις 13 Μαρτίου 2026, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε τη γενική του προσέγγιση. Στις 26 Μαρτίου, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε τη διαπραγματευτική του εντολή με ισχυρή πλειοψηφία (569 υπέρ, 45 κατά, 23 αποχές). Στα τέλη Απριλίου 2026, οι διαπραγματεύσεις εντάθηκαν, με έναν δεύτερο πολιτικό τριμερή διάλογο (μεταξύ Επιτροπής, Συμβουλίου και Ευρωκοινοβουλίου), που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου. Ωστόσο, δεν επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία μετά τον τριμερή διάλογο και οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν τον επόμενο μήνα, γεγονός που αναδεικνύει τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του φακέλου, ιδίως ως προς την αναβολή των υποχρεώσεων για τα συστήματα υψηλού κινδύνου και τις εγγυήσεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Regulation (EU) 2024/1689). Η πρόταση Omnibus δεν τον αντικαθιστά, αλλά τροποποιεί βασικές πτυχές της εφαρμογής του. Παράλληλα, αλληλεπιδρά με άλλα νομικά πλαίσια, όπως ο GDPR, ο Data Act, η οδηγία NIS2 και το πλαίσιο DORA, όχι όμως με τον Digital Services Act ή τον Digital Markets Act.
Ορισμένες από τις προτεινόμενες αλλαγές είναι πολύ συγκεκριμένες. Σε αυτές περιλαμβάνεται η κατάργηση του Άρθρου 49(2), το οποίο προέβλεπε την καταχώριση ορισμένων συστημάτων ΤΝ υψηλού κινδύνου σε μια κεντρική ευρωπαϊκή βάση δεδομένων, η παράταση των προθεσμιών συμμόρφωσης έως τις 2 Δεκεμβρίου 2027 και τις 2 Αυγούστου 2028, καθώς και τροποποιήσεις στους κανόνες που διέπουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων για την ανίχνευση και διόρθωση μεροληψίας. Παράλληλα, εισάγεται απαγόρευση για συστήματα ΤΝ που παράγουν μη συναινετικό σεξουαλικό περιεχόμενο.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι κανόνες απλοποιούνται, αλλά ποιο είναι το τίμημα αυτής της διαδικασίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως μέσο ενίσχυσης της καινοτομίας και μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αμφισβητείται έντονα. Περισσότερες από 127 οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, μεταξύ των οποίων οι European Digital Rights (EDRi), Amnesty International EU, European Center for Not-for-Profit Law (ECNL), European Disability Forum (EDF) και European Network Against Racism (ENAR), έχουν χαρακτηρίσει την πρόταση ως «τη μεγαλύτερη υποχώρηση ψηφιακών θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ιστορία της ΕΕ».
Η αντίθεση και οι επιφυλάξεις αυτές καθίστανται ιδιαίτερα εμφανής στον τομέα της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του AI Act, τα συστήματα ΤΝ που χρησιμοποιούνται στην εκπαίδευση κατατάσσονται στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Ωστόσο, με την προτεινόμενη παράταση έως τις 2 Δεκεμβρίου 2027, πολλά από αυτά δεν θα υπόκεινται σε δεσμευτικές υποχρεώσεις συμμόρφωσης μέχρι τότε, γεγονός που εγείρει σημαντικά ερωτήματα για τη ρύθμιση των εκπαιδευτικών τεχνολογιών.
Από τη δική μου οπτική, ως φοιτήτριας και ενεργής στον χώρο της εκπαίδευσης, το ζήτημα δεν είναι αφηρημένο. Η ΤΝ μετασχηματίζει ήδη τις εκπαιδευτικές πρακτικές από προσαρμοστικές πλατφόρμες μάθησης έως αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης. Αν και οι δυνατότητες είναι σημαντικές, ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα: Πόσο διαφανή είναι αυτά τα συστήματα; Τι συμβαίνει όταν αποτυγχάνουν; Και, τελικά, ποιος λογοδοτεί;
Μέσα από τις σπουδές μου στις ικανότητες για δημοκρατικό πολιτισμό, αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο την ΤΝ όχι μόνο ως τεχνολογικό εργαλείο, αλλά ως πεδίο όπου δοκιμάζονται στην πράξη οι δημοκρατικές αξίες. Η ικανότητα κατανόησης, αμφισβήτησης και κριτικής εμπλοκής με αυτά τα συστήματα καθίσταται πλέον απαραίτητη.
Το Digital Omnibus μπορεί να καταστήσει το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ πιο εύχρηστο. Το αν θα το καταστήσει όμως και πιο δίκαιο παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.
Για όσα άτομα επιθυμούν να παρακολουθήσουν ή να συμμετάσχουν στη συζήτηση, υπάρχουν συγκεκριμένες αφετηρίες όπως η ανάγνωση θέσεων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, η παρακολούθηση της νομοθετικής διαδικασίας μέσω εξειδικευμένων εργαλείων, η επικοινωνία με ευρωβουλευτές.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αφορά την εξουσία, τη λογοδοσία, τα δικαιώματα και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες επιλέγουν να τα οργανώσουν.

Το κράτος δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η αφύπνιση της Ουγγαρίας και το χάσμα κανονιστικής φιλοδοξίας και εφαρμογής
της Ελπίδας Γκουτζούπα, Φοιτήτριας διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών
Τον Απρίλιο του 2026 σημειώθηκαν μια σειρά κρίσιμες θεσμικές εξελίξεις σχετικά με την έννοια του κράτους δικαίου στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δύο γεγονότα, φαινομενικώς ανόμοια μεταξύ τους, καταλήγουν τελικά να αναδεικνύουν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα περί αποτελεσματικότητας των θεσμικών εγγυήσεων: κατά πόσον οι υπάρχοντες μηχανισμοί της Ένωσης επαρκούν για να διασφαλίσουν τις αξίες που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).
Το πρώτο γεγονός είναι οι βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου 2026 στην Ουγγαρία, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν και στην ανάδειξη του Πέτερ Μάγκυαρ ως επικεφαλής της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το δεύτερο είναι η Έκθεση A10-0091/2026, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή LIBE στις 16 Απριλίου 2026. Η Έκθεση, η οποία θα συζητηθεί στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στις 27-30 Απριλίου 2026, αξιολογεί την έκθεση για το κράτος δικαίου 2025 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποτελώντας ένα τεκμήριο που αποτυπώνει με ανελέητη εμπειρική εμβρίθεια τη βαθιά κρίση νομιμότητας σε πληθώρα κρατών-μελών. Η συνεξέταση των δύο αυτών γεγονότων αποκαλύπτει τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα θεσμικά αδιέξοδα μιας Ένωσης που δυσκολεύεται ακόμη να μετασχηματίσει τις κανονιστικές της διακηρύξεις σε επιβαλλόμενη πράξη.
Η Ουγγαρία υπό το πρίσμα της δοκιμασίας του κράτους δικαίου
Οι βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου 2026 στην Ουγγαρία συνιστούν, αναμφίβολα, το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός του μήνα, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής του κράτους δικαίου. Το κόμμα Tisza υπό την ηγεσία του Πέτερ Μάγκυαρ κατέκτησε τα δύο τρίτα των εδρών της Εθνοσυνέλευσης, τερματίζοντας δεκαέξι συνεχή έτη κυριαρχίας του Φίντεζ υπό τον Βίκτορ Όρμπαν – κάτι που αποτελεί η μεγαλύτερη εκλογική νίκη κόμματος στην ελεύθερη ιστορία της χώρας.
Η θεσμική σημασία αυτής της εξέλιξης για την ΕΕ είναι πολλαπλή. Η Ουγγαρία υπό τον Όρμπαν είχε καταστεί το πιο οξύ και χρόνιο παράδειγμα κράτους-μέλους που τελούσε σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου. Ο ίδιος ο Όρμπαν χαρακτήρισε ρητώς το πολιτικό σύστημά του ως «αντιφιλελεύθερο κράτος», ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το είχε χαρακτηρίσει επισήμως ως «υβριδικό καθεστώς εκλογικής αυταρχίας» με το ψήφισμά του του Σεπτεμβρίου 2022. Η Επιτροπή είχε δεσμεύσει δισεκατομμύρια ευρώ λόγω τεκμηριωμένων παραβιάσεων του κράτους δικαίου, ενώ η διαδικασία δυνάμει του Άρθρου 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) που ενεργοποιήθηκε, δεν οδήγησε ποτέ σε απτά, νομικά ή άλλα, αποτελέσματα.
Η εκλογική νίκη του Μάγκυαρ εγείρει ασφαλώς προσδοκίες αλλαγής, αλλά η επιφυλακτικότητα είναι επιβεβλημένη. Ο Μάγκυαρ είναι πρώην μέλος του Φίντεζ· το Tisza είναι κεντροδεξιό, λαϊκιστικό κόμμα που έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και απέρριψε το Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου. Ανάλυση της Eulytix για τις ψηφοφορίες των ευρωβουλευτών του Tisza κατέδειξε τακτική ευθυγράμμιση με το Φίντεζ σε πολιτικά ευαίσθητα ζητήματα. Η νίκη αυτή δεν επιλύει αυτόματα το ζήτημα της θεσμικής ανασυγκρότησης. Ο Όρμπαν παραμένει αρχηγός αντιπολίτευσης, ενώ το Φίντεζ διατηρεί πυκνά δίκτυα επιρροής σε τοπικούς θεσμούς, μέσα ενημέρωσης και εκπαιδευτικά ιδρύματα που διαμορφώθηκαν κατά τη δεκαεξάχρονη κυριαρχία του. Η νέα κυβέρνηση καλείται να αναδομήσει δικαστικές δομές, να αποκαταστήσει τη δημοκρατική λειτουργία του δημόσιου λόγου και να αντιστρέψει νομοθεσία που υπονόμευε τα δικαιώματα μειονοτήτων και ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων – κι όλα αυτά εντός ενός ιδιαίτερα περιορισμένου χρονικού ορίζοντα.
Η Έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2026: εμπειρική ανάλυση μιας συστημικής παθολογίας
Παράλληλα με τις εξελίξεις στην Ουγγαρία, η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (LIBE) ενέκρινε στις 16 Απριλίου 2026 την Έκθεση A10-0091/2026, η οποία θα συζητηθεί και θα τεθεί σε ψηφοφορία στην Ολομέλεια στις 27-30 Απριλίου 2026. Τα ευρήματά της συνθέτουν μια ανησυχητική εικόνα συστημικής αδράνειας σε επίπεδο κρατών-μελών.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρατίθενται στην Έκθεση, και βασίζονται σε ανεξάρτητη ανάλυση της οργάνωσης Liberties EU, από το 2022 περίπου το ένα τρίτο των κρατών-μελών δεν έχει επιδείξει καμία ουσιαστική πρόοδο στην υλοποίηση των συστάσεων της Επιτροπής. [2] Αξιοσημείωτο είναι το εύρημα ότι το 93% των συστάσεων του 2025 αποτελούν επαναλήψεις προηγούμενων ετών, με το 71% από αυτές να ανάγεται στο 2022. Υπήρξαν μόλις εννέα νέες συστάσεις το 2025, ενώ μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόστηκε πλήρως μόνο το 6% του συνολικού αριθμού. Ωστόσο, αξίζει να επισημάνουμε ότι η ίδια η Liberties, σε δελτίο τύπου τον Μάρτιο 2026, δηλώνει ότι καμία σύσταση δεν υλοποιήθηκε πλήρως.
Η ανεξάρτητη Liberties Rule of Law Report 2026 (στην οποία μετείχε η Inter Alia ως ελληνική εταίρος οργάνωση του δικτύου Liberties) συμπληρώνει αυτή την εικόνα κατά εξαιρετικά ενδεικτικό τρόπο, κατηγοριοποιώντας τα κράτη-μέλη σε τέσσερις ομάδες: «Εργαζόμενα» (αποκλειστικά η Λετονία), «Αδρανή» (δέκα κράτη), «Παλινδρομούντα» (έξι κράτη) και «Κατεδαφιστικά» (πέντε χώρες: Βουλγαρία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιταλία, Σλοβακία). Ιδιαίτερα σημαντική, όχι μόνο από πολιτική, αλλά και από ακαδημαϊκή σκοπιά, είναι η κατάταξη παραδοσιακά ισχυρών δημοκρατιών (όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Δανία) στην κατηγορία των «Παλινδρομούντων», γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο κρατών-μελών, όπου η δημοκρατία δεν έχει μακρά παράδοση.
Το δομικό χάσμα κανονιστικής φιλοδοξίας και εφαρμογής
Η κριτική θεώρηση των παραπάνω δεδομένων αναδεικνύει μια βαθιά δομική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τη σταθερή απόκλιση μεταξύ κανονιστικής φιλοδοξίας και εφαρμοσμένης πραγματικότητας. Οι θεσμοί της ΕΕ διαθέτουν ένα εκτεταμένο κανονιστικό οπλοστάσιο μηχανισμών παρακολούθησης (όπως οι ετήσιες εκθέσεις, οι διαδικασίες δυνάμει του Άρθρου 7 ΣΕΕ, ο Μηχανισμός Υπό Αίρεση Κανόνα Κράτους Δικαίου), ωστόσο κανένας από αυτούς δεν αποδεικνύεται επαρκής για την επιβολή ουσιαστικής συμμόρφωσης. Η υπόθεση της Ουγγαρίας αποτελεί το πλέον εύγλωττο παράδειγμα: παρά την πολυετή επίσημη κατακραυγή, τις ετήσιες συστάσεις και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, η πολιτική μεταστροφή επήλθε τελικώς όχι ως αποτέλεσμα μόνο της θεσμικής πίεσης της Ένωσης – που αποδείχθηκε ανεπαρκής αφ’ εαυτής– αλλά σε αλληλεπίδραση με την κυρίαρχη βούληση του εκλογικού σώματος.
Επιπροσθέτως, η Έκθεση LIBE A10-0091/2026 επισημαίνει ότι ακόμη και τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ εμφανίζουν σημεία εσωτερικής παρέκκλισης: αξιοποίησαν διαδικασίες εκτάκτου νομοθέτησης ταχείας αποπεράτωσης, υπέσκαψαν βασικές εγγυήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και ανέπτυξαν στρατηγική ατζέντας εις βάρος ανεξάρτητων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η «από τα μέσα» αυτή κριτική, εκφερόμενη από επίσημο κοινοβουλευτικό όργανο, είναι εξαιρετικά σπάνια και δείχνει με σαφή ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν εξαντλείται στην «περιφέρεια» των κρατών-μελών, αλλά εισέρχεται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής θεσμικής αρχιτεκτονικής.
Η σύνδεση μεταξύ αρχής κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι άμεση, αμοιβαία και αδιαχώριστη. Όταν η δικαστική ανεξαρτησία κλονίζεται, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και των μειονοτήτων. Όταν η ελευθερία του Τύπου υποβαθμίζεται, διακυβεύεται η λογοδοσία αυτών που κατέχουν την εξουσία. Όταν η καταπολέμηση της διαφθοράς παραμένει ανενεργή –όπως τεκμηριώνουν οι σχετικές εκθέσεις για το 2025– υποσκάπτεται η δίκαιη και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες και τη δικαστική προστασία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 26 Μαρτίου 2026 την Οδηγία κατά της Διαφθοράς, ένα θετικό βήμα που ωστόσο παραμένει να δοκιμαστεί ενόψει του επίμονου χάσματος μεταξύ απόφασης και εφαρμογής, που αναλύθηκε παραπάνω.
Ο Απρίλιος του 2026 αναδεικνύει, με εύγλωττο τρόπο, αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφενός, η εκλογική μεταστροφή στην Ουγγαρία ανοίγει έναν θετικό κανονιστικό δρόμο μετά από χρόνια θεσμικής αδυναμίας της ΕΕ να επιβάλει τη συμμόρφωση με τις αρχές του κράτους δικαίου. Αφετέρου, τα εμπειρικά στοιχεία που παρουσιάζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδεικνύουν ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν εξαντλείται σε ένα μεμονωμένο παράδειγμα, αλλά συνιστά ευρύτερη συστημική παθολογία η οποία διαπερνά το σύνολο σχεδόν της Ένωσης.
Η ΕΕ οφείλει να συνεξαγάγει δύο θεσμικά διδάγματα. Πρώτον, δεν αρκεί οι μηχανισμοί παρακολούθησης να διαθέτουν κανονιστικό εύρος· απαιτείται να ενέχουν τη δυνατότητα εφαρμογής. Εφόσον ποσοστό άνω του 90% των συστάσεων παραμένει ανεκπλήρωτο, η ετήσια έκθεση για το κράτος δικαίου κινδυνεύει να αποβεί ένα ρητορικό τελετουργικό άνευ έννομων συνεπειών στην πράξη. Δεύτερον, η δημοκρατική αποκατάσταση δεν επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω κανονιστικών ή οικονομικών πιέσεων από τις Βρυξέλλες, αλλά προϋποθέτει ενεργή κοινωνία των πολιτών, πλουραλισμό στα μέσα ενημέρωσης και πολιτικά ευαισθητοποιημένους πολίτες. Η ουγγρική εκλογική εμπειρία το επιβεβαιώνει εμπράγματα. Τα άτομα που ενδιαφέρονται μπορούν να μελετήσουν τη Liberties Rule of Law Report 2026 με τη συμμετοχή της Inter Alia, και να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις της διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 7 ΣΕΕ μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα ουγγρική κυβέρνηση.
Εν κατακλείδι, η αρχή του κράτους δικαίου δεν αποτελεί τεχνοκρατική επιταγή, αλλά τον θεμελιακό επιστημολογικό και αξιακό άξονα κάθε δημοκρατικής έννομης τάξης, η υπεράσπιση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση αξιοπιστίας της ΕΕ ως διεθνούς προτύπου δικαίου και δημοκρατίας.

Από την πολιτική στην πράξη: Αξιολόγηση της εφαρμογής του πλαισίου για την ισότητα των φύλων 2026–2030
της Τεάνας Γκερμένι, μεταπτυχιακής φοιτήτριας του προγράμματος «ΜΜΕ & Προσφυγικές/ Μεταναστευτικές Ροές»
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωστοποίησε τη Στρατηγική της για την Ισότητα των Φύλων 2026-2030 στις 5 Μαρτίου 2026. Η νέα Στρατηγική δεν ξεκινά από το μηδέν. Μετασχηματίζει τον Οδικό Χάρτη του Μαρτίου του 2025 για τα Δικαιώματα των Γυναικών σε συγκεκριμένα μέτρα. Ο Απρίλιος αποτελεί τον πρώτο πλήρη μήνα εφαρμογής της σε όλα τα κράτη-μέλη. Η Στρατηγική περιέχει 30 συγκεκριμένα βήματα που δομούνται γύρω από συγκεκριμένους πυλώνες. Αυτή η προσέγγιση καθορίζει νέους κομβικούς τομείς για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων, ενώ παράλληλα βασίζεται σε προηγούμενα ορόσημα, όπως η έμφυλη ισορροπία στη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών, καθώς και η διαφάνεια και η ισότητα των αμοιβών. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ισότητας των Φύλων προειδοποιεί ότι η πλήρης ισότητα θα επιτευχθεί σε 50 χρόνια, με τον τρέχοντα ρυθμό. Ο λόγος που αυτή η προσέγγιση θεωρείται πιο «επιθετική» και προσανατολισμένη στη δράση από τις προηγούμενες είναι ακριβώς αυτό το χρονικό πλαίσιο των 50 ετών. Γι’ αυτό ακριβώς, προκειμένου να μην περιμένουμε ακόμα μισό αιώνα, δεν χρειάζεται πλέον σταδιακή αλλαγή, αλλά «επιτάχυνση της προόδου».
Ο κύριος στόχος της στρατηγικής
Οι βασικοί πυλώνες της στρατηγικής είναι η διασφάλιση της ασφάλειας των γυναικών στο διαδίκτυο, ιδίως από απειλές που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως τα «deepfakes» και τα «deepnudes» με σεξουαλικό περιεχόμενο, σε μια προσπάθεια μείωσης της κυβερνοβίας. Πιο συγκεκριμένα, η Οδηγία 2024/1385 της ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τη βία κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία αποτελεί το κύριο εγχειρίδιο κανόνων στο πεδίο αυτό. Τα κράτη-μέλη πρέπει να την ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 14 Ιουνίου 2027. Η κυβερνοβία, λοιπόν, δεν αποτελεί ένα αφηρημένο ζήτημα πολιτικής: για την αντιμετώπισή της υπάρχει συγκεκριμένη οδηγία της ΕΕ, την εφαρμογή της οποίας επιδιώκει να βοηθήσει η Στρατηγική. Επιπλέον, προγράμματα στα οποία μετέχει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας και της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη των γυναικών. Από όλα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Πρωτοβουλία Ευρωπαίων Πολιτών «Η Φωνή μου, η Επιλογή μου», η οποία συγκέντρωσε περισσότερες από ένα εκατομμύριο υπογραφές και στα 27 κράτη-μέλη, είχε καρποφόρα αποτελέσματα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν τη Στρατηγική. Τα κράτη-μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus(ESF+) για να υποστηρίξουν στην πράξη το νόμιμο δικαίωμα διασυνοριακών αμβλώσεων. Επίσης, σε μια προσπάθεια προώθησης της χρήσης ιατρικής έρευνας που λαμβάνει υπόψη το φύλο και των «ελέγχων φύλου» για νέα φάρμακα, η υγειονομική περίθαλψη αποτελεί πλέον για πρώτη φορά ανεξάρτητο τομέα πολιτικής, στο πλαίσιο αυτό. Μαζί με ένα πρόγραμμα που ονομάζεται «Boys in HEAL» (Αγόρια στη ΘΕΡΑΠΕΙΑ), το οποίο ενθαρρύνει τους άντρες να στραφούν επαγγελματικά στην Υγεία, την Εκπαίδευση, τη Διοίκηση, τον Aλφαβητισμό ενθαρρύνει περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη υποστηρίζοντας τα κορίτσια και τις γυναίκες στους τομείς STEM (Επιστήμη, Τεχνολογία, Μηχανολογία, Μαθηματικά) και τις επιχειρήσεις. Αυτή η προσέγγιση αντιτίθεται στα στερεότυπα που ενισχύουν την πόλωση των φύλων, αντιμετωπίζοντας τα αγόρια και τους άντρες ως συμμάχους στην αλλαγή. Υπόσχεται την ασφάλεια των γυναικών σε αυτές τις θέσεις, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τη μειωμένη εκπροσώπηση των γυναικών στη δημόσια διοίκηση και την πολιτική. Επιπλέον, η στρατηγική επικεντρώνεται στην αύξηση της αξιοποίησης της οικογενειακής άδειας και των ευέλικτων εργασιακών ρυθμίσεων για τους πατέρες, προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των φύλων στη φροντίδα και να τους βοηθήσει να αναλάβουν περισσότερο τον γονεϊκό τους ρόλο. Τέλος, μέσω της –εξωτερικής ως προς την ΕΕ– ανθρωπιστικής πρωτοβουλίας «SHIELD», που επικεντρώνεται στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα δικαιώματα, τα θύματα βίας λόγω φύλου αισθάνονται ότι υποστηρίζονται και παγκοσμίως. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Ρατσισμού, το δυαδικό πλαίσιο «γυναίκες/άνδρες, κορίτσια/αγόρια» αποκλείει δομικά, από κάθε πυλώνα, τα τρανς άτομα, τα μη δυαδικά άτομα και τα άτομα με διαφορετική ταυτότητα φύλου.
Εφαρμογή
Ορισμένα κράτη δίνουν το παράδειγμα, εφαρμόζοντας ορισμένους πυλώνες του σχεδίου 2026-2030. Έτσι, με κριτήριο το επίκεντρο της στρατηγικής και τις πρόσφατες πρωτοβουλίες που αναφέρονται στο δελτίο τύπου και τις εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ισότητας των Φύλων, η Κύπρος έχει δραστηριοποιηθεί σε σχετικά ζητήματα διαδικτυακής ασφάλειας. Η Κυπριακή Προεδρίασ έχει θέσει ως προτεραιότητα την κυβερνοβία, με στόχο, μεταξύ άλλων, να εντοπίζει με ακρίβεια τα «deepfakes». Προχωρώντας στο ζήτημα της έμφυλης βίας, η Ισπανία έχει ήδη εφαρμόσει ένα προηγμένο μοντέλο σχετικά με τις γυναικοκτονίες, το οποίο η Στρατηγική του 2026 στοχεύει να εφαρμόσει σε ολόκληρη την ΕΕ. Η Γαλλία αποτελεί κρίσιμο κρίκο για τη «βελτίωση της προστασίας των γυναικών στο διαδίκτυο», καθώς είναι πρωτοπόρα στη ρύθμιση των ψηφιακών πλατφορμών. Η Ιρλανδία, η Γαλλία, η Σουηδία και η Πολωνία αποτελούν χώρες που πρωτοστατούν στην εφαρμογή της Οδηγίας για τη Διαφάνεια των Αμοιβών, καθώς υποχρεώνουν ήδη τις εταιρείες να αναφέρουν τις ανισορροπίες στις αμοιβές μεταξύ των φύλων μέσω των εθνικών συστημάτων αναφοράς. Η Στρατηγική 2026-2030 επιδιώκει να οριστικοποιήσει αυτήν την υποχρέωση, με ομοιόμορφο τρόπο, και στα 27 κράτη-μέλη. Ορισμένα κράτη έχουν προχωρήσει σε σχέδια ή σε επιμέρους μέτρα, αλλά η πλήρης ενσωμάτωση και εφαρμογή παραμένει ανομοιόμορφη σε ολόκληρη την ΕΕ. Ένα κρίσιμο στοιχείο της Στρατηγικής είναι η «αντίθεση σε οποιαδήποτε οπισθοδρόμηση». Αυτός ο όρος αναφέρεται στην Ουγγαρία, όπου η ΕΕ προσπαθεί να διασφαλίσει ότι δεν θα καταργηθούν υφιστάμενα δικαιώματα. Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, η ισότητα των φύλων είναι μια ολιστική απαίτηση που είναι απαραίτητη σε όλα τα στάδια προετοιμασίας και εκτέλεσης, στο πλαίσιο των προγραμμάτων της Πολιτικής Συνοχής κατά την προγραμματική περίοδο 2021-2027. Το Πρόγραμμα «Πολίτες, Ισότητα, Δικαιώματα και Αξίες» (CERV) 2021-2027 διαθέτει 271 εκατομμύρια ευρώ για την ισότητα των φύλων, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών. Την ίδια στιγμή το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus(ESF+) χορήγησε 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ ειδικά για δράσεις που σχετίζονται με την ισότητα των φύλων.
Εν κατακλείδι, η Στρατηγική Ισότητας των Φύλων 2026-2030 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη, καθώς καταδεικνύει μια συνεπή δέσμευση για τα δικαιώματα, την ασφάλεια, τις ευκαιρίες και τα πρότυπα των γυναικών, προωθώντας την ισότητα των φύλων σε ολόκληρη την πολιτική της ΕΕ. Ωστόσο, καθώς οι στρατηγικές, από μόνες τους, δεν μπορούν εύκολα να ξεπεράσουν τις αντιδράσεις, τη βία, την ανισότητα των μισθών ή τους κοινωνικούς κανόνες, η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή, τη χρηματοδότηση και τα μέτρα επιβολής. Τώρα είναι η ώρα να μιλήσει η πολιτική, να προχωρήσουμε στην πράξη. Χρειάζονται, έτσι: παρακολούθηση της εφαρμογής της Οδηγίας για τη Διαφάνεια των Αμοιβών πριν από την προθεσμία της 7ης Ιουνίου 2026· συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τον Χάρτη Πορείας για τα Δικαιώματα των Γυναικών· υποστήριξη των κοινωνικοπολιτικών οργανώσεων κάθε χώρας στην εφαρμογή του «Η Φωνή μου, η Επιλογή μου»· και, τέλος, παρακολούθηση της Οδηγία 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας, καθώς πλησιάζει η προθεσμία ενσωμάτωσής της στις εθνικές νομοθεσίες (Ιούνιος 2027).
* Inter Alia σημαίνει «μεταξύ άλλων» στα λατινικά. Βασισμένη στη φιλοσοφία της συνεργασίας και της αμοιβαιότητας, η Inter Alia εργάζεται για την προώθηση της πολιτικής εκπαίδευσης, του κοινωνικού μετασχηματισμού και της συλλογικής δράσης. Εκφράζει την πρόθεση να στεκόμαστε πρόθυμα και με χαρά μεταξύ άλλων, να συν-δημιουργούμε, να κάνουμε παραχωρήσεις και να προωθούμε την κοινή πρόοδο και τη συλλογική νοημοσύνη
