Εχει αρχίσει η αντίστροφη πορεία για την ανακοίνωση από το υπουργείο Παιδείας του αριθμού των μονίμων διορισμών εκπαιδευτικών για το 2026, σηματοδοτώντας μια κρίσιμη καμπή για χιλιάδες υποψηφίους αλλά και για τη συνολική λειτουργία του δημόσιου σχολείου. Το χρονοδιάγραμμα που έδωσε η Βιβή Χαραλαμπογιάννη επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζει τον τελικό αριθμό προσλήψεων.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία: δεν είναι μόνο «πόσοι» θα διοριστούν, αλλά «πού» και «πώς» θα καλυφθούν τα κενά που παραμένουν επίμονα στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το «1 προς 1»
Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των διορισμών παίζει ο κανόνας «1 προς 1», σύμφωνα με τον οποίο κάθε αποχώρηση από το Δημόσιο μπορεί να αντικαθίσταται από μία πρόσληψη. Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του είναι πιο σύνθετη.
Η αναλογία δεν αφορά απαραίτητα την ίδια υπηρεσία ή ειδικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν αυξάνονται οι αποχωρήσεις εκπαιδευτικών –όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια– δεν είναι δεδομένο ότι οι διορισμοί θα καλύψουν ακριβώς τα ίδια κενά στο σχολείο. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις συνολικές ανάγκες του Δημοσίου και στις ειδικές απαιτήσεις της εκπαίδευσης.
Να το ξαναπούμε. Η συζήτηση για νέους διορισμούς εκπαιδευτικών δείχνει να φτάνει σε ένα σαφές –και όχι ιδιαίτερα αισιόδοξο– όριο. Με τα σημερινά δεδομένα, η υπέρβαση του κανόνα «1 προς 1» (μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση) δεν φαίνεται ρεαλιστική χωρίς σοβαρές ανατροπές στον προγραμματισμό.
Για να υπάρξουν περισσότεροι διορισμοί, οι επιλογές του υπουργείου Παιδείας είναι ουσιαστικά δύο: είτε να περικοπούν κονδύλια από άλλες δράσεις –κάτι που μοιάζει δύσκολο, δεδομένου ότι ήδη «τρέχουν» προκηρύξεις και δεσμεύσεις– είτε να επαναληφθεί η πρακτική της μετατροπής πιστώσεων αναπληρωτών σε θέσεις μόνιμων διορισμών. Ωστόσο, το δεύτερο σενάριο φαίνεται να έχει φθαρεί. Η εμπειρία των τελευταίων ετών –και ιδιαίτερα της φετινής χρονιάς– άφησε πίσω της λειτουργικά κενά και πιέσεις στα σχολεία, καθώς η μείωση των αναπληρωτών δεν συνοδεύτηκε από άμεση κάλυψη όλων των αναγκών. Αυτό έχει δημιουργήσει επιφυλάξεις ακόμη και εντός της διοίκησης για την επανάληψη του ίδιου μοντέλου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα γνώριμο αδιέξοδο: από τη μία, η ανάγκη για ενίσχυση του μόνιμου προσωπικού και σταθερότητα στα σχολεία· από την άλλη, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και οι ισορροπίες του συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επόμενη χρονιά προμηνύεται ως μια χρονιά «συγκράτησης» και όχι επέκτασης.

Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν τους διορισμούς για το 2026 σε επίπεδα περίπου των 5.500 θέσεων, χωρίς να αποκλείονται διαφοροποιήσεις. Αν επιβεβαιωθεί αυτό το εύρος, θα πρόκειται για έναν ακόμη κύκλο προσλήψεων, σε συνέχεια των περίπου 46.000 μόνιμων διορισμών που έχουν πραγματοποιηθεί από το 2020 μέχρι σήμερα.
Ωστόσο, για την εκπαιδευτική κοινότητα, το ζητούμενο παραμένει αν οι αριθμοί αυτοί επαρκούν για να περιοριστεί ουσιαστικά η εξάρτηση από τους αναπληρωτές. Και η πραγματικότητα βοά: δεν επαρκούν!
Νέα δεδομένα
Παράλληλα, το νέο θεσμικό πλαίσιο εισάγει αλλαγές στα προσόντα διορισμού, αναγνωρίζοντας επιπλέον πτυχία και τμήματα. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ανοίγει τον δρόμο σε περισσότερους αποφοίτους να διεκδικήσουν θέση στη δημόσια εκπαίδευση.
Ενδεικτικά, επεκτείνεται η λίστα των αποδεκτών τίτλων για φιλολόγους (ΠΕ02), καλλιτεχνικά (ΠΕ08), οικονομία (ΠΕ80) και ειδικότητες όπως η διατροφή. Η διεύρυνση αυτή αντιμετωπίζεται θετικά από πολλούς, καθώς αποκαθιστά αδικίες προηγούμενων ετών, ωστόσο ταυτόχρονα εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ υποψηφίων.
Το μεγάλο ερώτημα
Οι διορισμοί στην εκπαίδευση εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό προσλήψεων στο Δημόσιο, που περιλαμβάνει χιλιάδες θέσεις για πτυχιούχους, αποφοίτους δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, καθώς και άτομα με αναπηρία.
Αυτό σημαίνει ότι η «πίτα» των προσλήψεων μοιράζεται σε πολλούς τομείς, γεγονός που επηρεάζει άμεσα και τον τελικό αριθμό διορισμών εκπαιδευτικών. Παρά τα θετικά βήματα των τελευταίων ετών, η πραγματικότητα στα σχολεία παραμένει απαιτητική. Κενά σε βασικές ειδικότητες, καθυστερήσεις στην κάλυψη θέσεων και αυξημένες ανάγκες σε ειδική αγωγή συνεχίζουν να πιέζουν το σύστημα. Οι επικείμενες ανακοινώσεις δεν θα κρίνουν μόνο τον αριθμό των διορισμών, αλλά και την κατεύθυνση της εκπαιδευτικής πολιτικής: θα δοθεί προτεραιότητα στις πραγματικές ανάγκες των σχολείων ή θα συνεχιστεί μια ισορροπία «λογιστικού τύπου»;
Για χιλιάδες εκπαιδευτικούς, η αναμονή φτάνει στο πιο κρίσιμο σημείο της. Για το δημόσιο σχολείο, όμως, το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο: η ποιότητα, η σταθερότητα και η συνέχεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Γιατί στο τέλος, πίσω από κάθε αριθμό διορισμού, υπάρχει μια τάξη που περιμένει να λειτουργήσει χωρίς κενά. Και αυτό είναι το πραγματικό μέτρο επιτυχίας κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής.
