Ποια μουσική ντύνει την άθυμη πόλη; Το βράδυ που ανέβαινα από Πειραιά το ραδιόφωνο απρόσμενα έντυσε παραλιακή και Συγγρού με την Πρώτη Συμφωνία του Μάλερ. Οι κυματισμοί και τα ρίγη του Frère Jacques (Dormez-vous) έστρωναν την επιστροφή, με όμποε και χάλκινα, με βιολιά, ένα ανησυχητικό αθώο τραγουδάκι τανύζεται και γιγαντώνεται – μα δεν βρίσκει ανάλογο χώρο να απλωθεί σε αυτή τη στενόχωρη πόλη. Μόνο στο άλσος του Ολυμπιείου, υπεράνω του καταπλακωμένου Ιλισού, βρήκε χώρο ο Frère Jacques και ξετυλίχτηκε έως την Αθηναϊκή Τριλογία, κι ύστερα πνίγηκε στη Χαριλάου Τρικούπη.
[Στενόχωρη πόλη. Μισό αιώνα πασχίζω να σ’ αγαπήσω, κάποτε το κατάφερα, σε είδα πεντάμορφη, μεγάλη, μαγική, προσφέρουσα ελευθερία, μα ο καιρός σε δείχνει τώρα μικρή, ζαρωμένη, ξεφλουδισμένη.]
Ξεφλουδισμένη πόλη
Ο,τι σκεφτόμουνα τη βραδιά του αποκαλυπτικού Frère Jacques, μου το ξανάφερε στο βλέμμα η ταινία «Λο» του Θανάση Βασιλείου. Ο δημιουργός ξεκινά από ένα προσωπικό ημερολόγιο, διευθέτηση μνήμης, αποσιωπήσεων και απωλειών, και καταλήγει σε μια υπαρξιακή και πολιτική τοιχογραφία των Αθηνών – έτσι το είδα. Η Αθήνα του ’60 και του ’70, στοιχειωμένη από τη δικτατορία, αλλά μνημειακή, μαυρόασπρη, αυστηρή, σχεδόν μεγαλοπρεπής μες στον αυταρχισμό. Και η Αθήνα τού σήμερα, όλα τα τοπόσημα του ρομαντικού 19ου αιώνα, το Καλλιμάρμαρο, η Αθηναϊκή Τριλογία, η πλατεία Συντάγματος, έγχρωμα ψηφιακά, μια Αθήνα ξεφλουδισμένη, ρυπαρή, με ανθρώπους χωρίς βλέμματα, με βαλίτσες τρόλεϊ ερμπιενμπί, με το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού ένα παντελώς αδιάφορο πολυκατάστημα σε οποιαδήποτε αδιάφορη πόλη.
Μια πόλη με ιστορικό κέντρο χωρίς χαρακτήρα, παρεκτός κι αν είναι χαρακτήρας ο τουρισμός, τα franchise καφέ μπραντσάδικα, πόλη χωρίς κατοίκους, χωρίς εμπόρους και τεχνίτες. Πόλη με γειτονιές βιασμένες από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις από το gentrification αλλόκοτων funds με εξωτικά ονόματα. Πόλη που σου κάνει τη ζωή δύσκολη, σε ωθεί στα στενά πεζοδρόμια ενός ατόμου με τις σπασμένες πλάκες, κατειλημμένη από τραπεζοκαθίσματα, πόλη σπαρμένη ατυχήματα για γέροντες κι ανάπηρους, δεν λέω μωρομάνες γιατί πια δεν υπάρχουν, τα μόνα νήπια που βλέπω στον πρωινό περίπατο είναι έξω από ένα ιδιωτικό νηπιαγωγείο, τα μόνα παιδιά είναι όσα πρώτης γενιάς Ελληνόπουλα σχολούν το μεσημέρι συνοδευόμενα από ξενόφωνες γιαγιάδες.
Πίσω από κουρτίνες ήχου
Εφαρμόζω τα ακουστικά chi-fi από το aliexpress. O καπιταλισμός μού στερεί την πόλη μου, τη χώρα ολόκληρη, τον αέρα και το νερό, αλλά μου προσφέρει ένα τεχνολογικό παυσίλυπο. Από το cloud διαλέγω το G Minor του Μπαχ, μπορώ να επιλέξω και εκτέλεση, ένας καταρράκτης εξωραΐζει τα πάντα, φραντσάιζ νυχάδικα, σαντουιτσάδικα και κιόσκια με άφωνες εφημερίδες, με κάνει να πετώ χαμηλά, σε ονειρική επιβράδυνση. H electronica και η techno μεταμορφώνουν το τοπίο διαφορετικά: επιταχύνουν, διαστέλλουν, παρωθούν, σε κάνουν να περπατάς γοργά, σχεδόν να τρέχεις, βιάζεσαι να προλάβεις, ακόμη κι αν δεν έχεις δουλειά.
Πίσω από τις κουρτίνες του ήχου βλέπω μια πόλη χαρακωμένη από την αθυμία και τη μόλις καλυμμένη πενία. Τα γιώτα-χι στις γειτονιές πέριξ του κέντρου είναι εικοσαετούς και βάλε ηλικίας, με θαμπωμένα φανάρια, γδαρμένα στους στενούς δρόμους. Πού άραγε κατοικούν τα βράδια οι Μπέντλεϊ και οι ΒΜW 520 που βλέπω σε προσωρινή στάθμευση στην Ασκληπιού;
Πόλη χαρακωμένη από φαντασμαγορική ασυμμετρία, μούρη φτιαγμένη με μπότοξ, κι όλο το σώμα καχεκτικό, καμπούρικο, σκεβρωμένο.
Πόλη με γέρους και τουρίστες. Οι ιθαγενείς γέροι παίρνουν έναν κεσέ έτοιμο φαΐ από τον Σκλαβενίτη· οι τουρίστες παραγγέλνουν λάτε και σάντουιτς· οι φοιτητές των κολεγίων βομβούν στα ρυπαρά πεζοδρόμια.
Πυγολαμπίδα στην πιλοτή
Την επόμενη βραδιά, ίδια περίπου ώρα, πάλι το ράδιο του αυτοκινήτου ράντομ έντυσε τον δρόμο από Νέα Ιωνία προς κέντρο, με άλλο ωκεάνιο ρομαντισμό. Τα τέσσερα τελευταία τραγούδια του Ρ. Στράους υψώθηκαν πάνω απ’ την Πατησίων, έσχιζαν τα σκοτάδια των πολυκατοικιών, ένωναν μπαλκόνια και καλώδια, κι ύστερα έφυγαν μπροστά δέσμες πυγολαμπίδες να στέψουν την εξωπραγματική Ακρόπολη στο βάθος. Εφτασα. Εμεινα μες στη μουσική ώς το τέλος, αλλόκοτος μόνος στην πιλοτή, στον πυθμένα των ακάλυπτων, ήμουν μια πυγολαμπίδα μέχρι να σβήσει.
