Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί να επιταχύνει την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) κυρίως μέσω της απλοποίησης των αδειοδοτικών διαδικασιών. Η επιλογή αυτή επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα υπαρκτό πρόβλημα καθυστερήσεων, ωστόσο δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη τεκμηρίωση ως προς το πώς οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συμβάλλουν σε βασικούς στόχους ενεργειακής πολιτικής, και κυρίως στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας και στη μείωση της λιανικής τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, το γεγονός ότι η δημόσια διαβούλευση πραγματοποιήθηκε εντός της περιόδου του Πάσχα ενισχύει την αίσθηση ότι η κυβέρνηση αποφεύγει τον ουσιαστικό διάλογο και την διαφάνεια.
Στις σημερινές συνθήκες αυξανόμενης διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας και εντεινόμενης εξάρτησης από εισαγόμενο φυσικό αέριο και LNG, η ενεργειακή πολιτική οφείλει να στοχεύει στη μείωση της ανάγκης εισαγωγής καυσίμων και στη διαμόρφωση ενός συστήματος με μεγαλύτερη αυτάρκεια και ανθεκτικότητα, με σεβασμό για τη φύση και τη βιοποικιλότητα. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, ιδιαίτερα αν δεν συνδέεται με τις αναγκαίες προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αποδοτικότητά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και με τα υφιστάμενα επίπεδα εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, η έλλειψη υποδομών αποθήκευσης και επαρκών δικτύων οδηγεί σε περικοπές παραγόμενης ενέργειας (curtailments), υποχρεώνοντας το σύστημα να βασίζεται στη χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου εξισορρόπησης, εντείνοντας έτσι την εξάρτηση της χώρας από το ακριβό LNG. Ως εκ τούτου, η περαιτέρω ανάπτυξη της ισχύος των ΑΠΕ θα πρέπει να έπεται και να παρακολουθεί την ανάπτυξη των συστημάτων αποθήκευσης. Παρότι το νομοσχέδιο περιλαμβάνει κάποιες ρυθμίσεις για την αποθήκευση, δεν θέτει δεσμευτικούς και συγκεκριμένους στόχους ανάπτυξης των υποδομών τους.
Σημαντικά αρνητικό σημείο του νομοσχεδίου είναι ότι η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, πέρα από τον αναγκαίο καθορισμό συγκεκριμένων διαδικασιών και χρονοδιαγραμμάτων, συνδέεται και με την εισαγωγή «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ», εντός των οποίων η περιβαλλοντική αδειοδότηση απλουστεύεται και μετατοπίζεται από το επίπεδο του κάθε επιμέρους έργου στο επίπεδο της ευρύτερης περιοχής, ενώ περιορίζεται και ο ρόλος της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι, για τις περιοχές αυτές, δεν εξετάζεται με την αναγκαία πληρότητα για κάθε επιμέρους έργο ΑΠΕ αν τα οικολογικά χαρακτηριστικά (βιοποικιλότητα, οικοσυστήματα, υδάτινοι πόροι, φυσικό κάλλος) επιτρέπουν την εγκατάσταση ΑΠΕ. Αυτή η ρύθμιση στην πράξη δεν αποτελεί απλούστευση, αλλά αποδόμηση του περιβαλλοντικού δικαίου και αγνοεί τη δέσμευση της Ελλάδας για την προστασία της βιοποικιλότητας. Ενώ μια συνεκτική στρατηγική θα προέβλεπε ζώνες απόλυτου αποκλεισμού (buffer zones) γύρω από τις περιοχές Natura, το νομοσχέδιο κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, υποβαθμίζοντας ουσιαστικά την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων και οδηγώντας σε περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών αντιδράσεων. Επιπλέον, η εφαρμογή του μοντέλου των «Περιοχών Επιτάχυνσης» στη στεριά θα δημιουργήσει επενδύσεις δύο ταχυτήτων, παγώνοντας ουσιαστικά όσα έργα σχεδιάζονται εδώ και χρόνια εκτός αυτών των ζωνών.
Περαιτέρω, η θέσπιση «Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ», αν τελικά υλοποιηθεί, θα πρέπει να εφαρμοστεί αποκλειστικά για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα. Δεδομένου ότι πρόκειται για έναν εντελώς νέο κλάδο για τη χώρα μας, ο σωστός κεντρικός σχεδιασμός εξαρχής θα δώσει την απαραίτητη ώθηση στην ανάπτυξη τους. Στο υφιστάμενο όμως Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, πιλοτικά έργα που προτείνονται (όπως στον Έβρο και τη Σαμοθράκη) τοποθετούνται εντός περιοχών Natura 2000. Προφανώς η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα δεν είναι η περαιτέρω επιτάχυνση των αδειών, αλλά η ριζική αναθεώρηση του χάρτη χωροθέτησης με βάση αυστηρά περιβαλλοντικά, τεχνικά και κοινωνικά κριτήρια, δίνοντας προτεραιότητα σε πλωτές ανεμογεννήτριες σε περιοχές που πράγματι διαθέτουν υψηλό αιολικό δυναμικό, μακριά από μεταναστευτικές οδούς πουλιών, με σεβασμό στη βιοποικιλότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος και αποφεύγοντας την οπτική όχληση των τοπικών κοινωνιών.
Η εμπειρία της προηγούμενης 20ετίας από τη χωροθέτηση χερσαίων αιολικών έργων έχει ήδη αναδείξει σοβαρά προβλήματα υπερσυγκέντρωσης έργων και απουσίας συνεκτικού χωροταξικού σχεδιασμού που οδηγούν και σε δικαιολογημένες και έντονες τοπικές αντιδράσεις. Η απουσία επικαιροποιημένου χωροταξικού πλαισίου δημιουργεί προϋποθέσεις επανάληψης αυτών των φαινομένων σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Σε ό,τι αφορά στο σοβαρό πρόβλημα του υψηλού κόστους ενέργειας, το νομοσχέδιο δεν εισάγει μηχανισμούς που θα μπορούσαν να επηρεάσουν στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού περί εξαιρετικά χαμηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας (σε σύγκριση με τον μέσο Ευρωπαϊκό όρο) βασίστηκαν σε ονομαστικές συγκρίσεις τιμών, οι οποίες όμως δεν αντανακλούν το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά, ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς το επίπεδο εισοδήματος και το κόστος ζωής στην Ελλάδα (δες σχετική μελέτη του ΙΝΑΤ). Παράλληλα, η πολιτική στήριξης των καταναλωτών μέσω επιδοτήσεων λειτουργεί ως μηχανισμός προσωρινής εξομάλυνσης που φυσικά δεν αποτελεί διαρθρωτική λύση, ενώ το υψηλό κόστος μεταφέρεται εν τέλει στον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς να αντιμετωπίζονται οι αιτίες που το παράγουν.
Επιπλέον, απουσιάζουν ουσιαστικές πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας, παρότι αυτές αποτελούν τον ταχύτερο, οικονομικότερο και κοινωνικά δικαιότερο τρόπο μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της προσφοράς αλλά απαιτεί και τη συστηματική μείωση της ζήτησης.
Συνολικά, το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει την ενεργειακή μετάβαση ως ζήτημα επιτάχυνσης επενδύσεων σε ΑΠΕ, χωρίς να συγκροτεί μια ολοκληρωμένη ενεργειακή στρατηγική. Δεν διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους, ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας και ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος. Μια τέτοια στρατηγική θα προϋπέθετε τον συνδυασμό συγκεκριμένων πολιτικών: στοχευμένη ανάπτυξη ΑΠΕ – ιδιαίτερα υπεράκτιων αιολικών πάρκων με πλήρη αναθεώρηση του χάρτη χωροθέτησής τους με γνώμονα την προστασία των περιοχών Natura και την κοινωνική αποδοχή, δεσμευτικούς στόχους αποθήκευσης, σοβαρές πολιτικές εξοικονόμησης και παρεμβάσεις στη λειτουργία της αγοράς για τη μείωση του κόστους.
Η απουσία στρατηγικής που αναδεικνύεται από το παρόν νομοσχέδιο και η προχειρότητα του σχεδιασμού τεκμηριώνονται και από τις συνεχείς αντιφατικές κυβερνητικές επιλογές: ενίσχυση του φυσικού αερίου ως «μεταβατικού» καυσίμου, αλλά ταυτόχρονη παραχώρηση αδειών για εξορύξεις – οι οποίες, ακόμη και αν αποδώσουν, θα είναι μετά από δεκαετίες – αναφορές στην πυρηνική ενέργεια, αλλά καθυστερήσεις στην ανάπτυξη αποθήκευσης, που θα καθιστούσε πολύ αποδοτικότερη ακόμη και τη σημερινή διείσδυση των ΑΠΕ, και, φυσικά, η έλλειψη επικαιροποιημένου χωροταξικού για τις ΑΠΕ, με τα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που αυτή συνεπάγεται.
Εν κατακλείδι: Κυβέρνηση χωρίς πυξίδα, ενεργειακή πολιτική χωρίς στρατηγική.
* Την ομάδα Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα αποτελούν οι: Μ. Πλειώνης, Β. Κατσαρδή, Γ. Βασιλειάδης, Τ. Αλμπάνης, Α. Μαγκλάρας και Δ. Τσέκερης.
