ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 3/4/2026, Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, παρακολουθήσαμε στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής μια από τις καλύτερες συναυλίες των τελευταίων ετών, στην οποία ο σερ Ελιοτ Γκάρντιντερ, ένας από τους πρωτεργάτες της Ιστορικής Ερμηνευτικής, διηύθυνε δύο καντάτες του Μπαχ και το «Ορατόριο του Πάσχα». Γνωστός από τη μακρόχρονη δράση του στον χώρο της παλιάς μουσικής και όχι μόνον, ο 82χρονος Βρετανός αρχιμουσικός διηύθυνε το σύνολο «Constellation Choir and Orchestra» («Χορωδία και Ορχήστρα Αστερισμός»), που ίδρυσε το 2024. Πρόκειται για το τέταρτο σύνολο οργάνων εποχής που έχει συγκροτήσει.

Είχαν προηγηθεί η «Χορωδία Μοντεβέρντι» (1964), οι «Αγγλοι Σολίστες του Μπαρόκ» (1978) και η «Επαναστατική και Ρομαντική Ορχήστρα» (1989). Με αυτά και άλλα διάσημα σύνολα ο χαλκέντερος Γκάρντινερ έχει δώσει αναρίθμητες συναυλίες σε όλο τον κόσμο και, ταυτόχρονα, έχει υλοποιήσει μια πραγματικά τεράστια δισκογραφία που περιλαμβάνει ενόργανη μουσική και όπερα και εκτείνεται από το πρώιμο μπαρόκ έως τον Ρομαντισμό και τον 20ό αιώνα (εταιρείες DG, Archiv, Philips). Διάσημη είναι η βραβευμένη σειρά με όλες τις καντάτες του Μπαχ που ηχογράφησε ο Γκάρντινερ μεταξύ 2005 και 2011 στην επί τούτου ιδρυμένη δισκογραφική εταιρεία Soli Deo Gloria.

Η βραδιά στην κατάμεστη αίθουσα ξεκίνησε με τις καντάτες «Οι Ουρανοί γελούν, η Γη αγάλλεται!» («Der Himmel lacht! Die Erde jubiliert» BWV 31) και «Μείνε μαζί μας, έρχεται το βράδυ» («Bleib bei uns, denn es will Abend werden» BWV 6), ενώ ολόκληρο το δεύτερο μέρος αφιερώθηκε στο «Ορατόριο του Πάσχα», BWV 249. Ο έμπειρος Γκάρντινερ επέλεξε να διατάξει το 30μελές ενόργανο σύνολο με κριτήριο την ευκρινή αντιπαράθεση ηχοχρωμάτων: έγχορδα αριστερά και στο μέσον, ξύλινα πνευστά δεξιά, χάλκινα πνευστά και τύμπανα στο άκρο αριστερά πίσω από τα έγχορδα, φορητό εκκλησιαστικό όργανο στο άκρο δεξιά πίσω από τα ξύλινα πνευστά.

Στο βάθος, πίσω από την ορχήστρα αναπτύχθηκε η 20μελής χορωδία με τις γυναίκες αριστερά και τους άνδρες δεξιά. Οπως φάνηκε ξεκάθαρα μόλις άρχισε η μουσική, αυτή η διάταξη, σε συνδυασμό με τον τέλειο συγχρονισμό οργάνων και φωνών, υποστήριξε τέλεια την προβολή του πυκνού και περίτεχνου συντακτικού της μουσικής. Εχοντας πίσω του θητεία πολλών δεκαετιών στη διεύθυνση παλιάς μουσικής με όργανα εποχής, ο Γκάρντινερ διηύθυνε στοχεύοντας στη δημιουργία ενός ηχοτοπίου με συνειδητά πολύ συγκεκριμένες ποιότητες˙ βεβαίως πρόκειται για ένα μουσικό ηχοτοπίο με τελειότητα την οποία πιθανότατα δεν θα μπορούσε ούτε θα τολμούσε να φανταστεί ο ίδιος ο Μπαχ τον 18ο αιώνα. Ωστόσο αυτό το ηχοτοπίο φώτισε και ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο την υποδόρια μαθηματική δομή και την επιτηδευμένα στιλιζαρισμένη δραματουργία της μουσικής.

Ο Γκάρντινερ αξιοποίησε στο έπακρο την υπεράνθρωπη πειθαρχία και προσήλωση του ενόργανου συνόλου αλλά και της χορωδίας με την αψεγάδιαστα εστιασμένη εκφορά φραστικής και λόγου. Διηύθυνε με γενικώς υψηλές ταχύτητες, διαπλάθοντας αιχμηρή τη φραστική των εγχόρδων, δίχως όμως να υπονομεύει την καθαρή ανάδυση του συντακτικού της μουσικής: αντίθετα, ο σφιχτά συγκροτημένος μουσικός ειρμός διέθετε ζυγιασμένες ανάσες, καίριες στίξεις και σαφή παραγραφοποίηση. Επίσης, οι συνεχείς αλλά επακριβώς υπολογισμένες διακυμάνσεις των εντάσεων συνέτειναν αποφασιστικά στην αβίαστη ανάδυση της συνεισφοράς μεμονωμένων οργάνων ή ομάδων, όπως, π.χ. αυτής των ξύλινων πνευστών.

Οι εκλεκτοί μουσικοί του ενόργανου συνόλου έπαιξαν σε όργανα εποχής που με τον πλούτο και τις αντιπαραθέσεις των ηχοχρωμάτων τους -λαμπερές και λίγο στριγκές φυσικές τρομπέτες, χαμηλόφωνα, ηδύφωνα oboe da caccia και oboe d’ amore, φλογέρες, φλάουτα κ.λπ.- συνέθεσαν ένα σαγηνευτικό όσο και πειστικά «αρχαϊκό» ακρόαμα. Οι καλύτεροι σολίστες από αυτούς συνόδεψαν τους μονωδούς στις άριες. Ως μονωδούς χρησιμοποίησε ο Γκάρντινερ τέσσερις τραγουδιστές από την 20μελή χορωδία. Η υψίφωνος Χίλαρι Κρόνιν διέθετε καλά εστιασμένη, λαμπερή φωνή, η άλτο Ιλάιν Βέλε τραγούδησε με τη ζητούμενη, συγκρατημένα στιλιζαρισμένη θεατρικότητα, ο τενόρος Τζόναθαν Χάνλεϊ απέδωσε τις άριές του με γλυκιά, μαλακιά, αλλά επίσης αβίαστη και καλά εστιασμένη φωνή, ενώ ο στιβαρός βαθύφωνος Τζακ Κόμερφορντ ξεχώρισε για το ευγενές βάρος της εκφοράς και την άριστη άρθρωσή του.