Η Αθήνα αλλάζει. Ηταν που ήταν μία από τις πλέον κακοφτιαγμένες πόλεις, με άναρχη δόμηση και η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που έχει μπαζώσει όλα της τα ποτάμια, πλέον είναι μια πόλη που όχι μόνο δεν περπατιέται (είναι σχεδόν αδύνατον να περπατήσεις ακόμα και σε πεζοδρόμιο στην Αθήνα, πόσο μάλλον αν έχεις ένα καροτσάκι με μωρό ή οποιοδήποτε είδος αναπηρίας) αλλά σχεδόν μοιάζει να γίνεται όλο και περισσότερο αβίωτη για τους κατοίκους της: το ακούς στον τρόπο που αδειάζουν οι πολυκατοικίες από μόνιμους κατοίκους και γεμίζουν με βαλίτσες με ροδάκια.
Το διαβάζεις στα ενοικιαστήρια που δεν κατεβαίνουν ποτέ (σε αντίθεση με τα ενοίκια που μόνο ανεβαίνουν), στα μαγαζιά που μοιάζουν φτιαγμένα όχι για τη γειτονιά αλλά για το βλέμμα του περαστικού, στα πεζοδρόμια που στενεύουν από τραπεζοκαθίσματα, στις γειτονιές που παραμένουν ζωντανές μόνο όσο καταναλώνονται ως «το νέο in στέκι της πόλης». Μιας πόλης που όχι μόνο σημείο συνάντησης δεν είναι, αλλά ούτε καν τόπος κατοίκησης. Είναι ωστόσο, με την αμέριστη αρωγή των κυβερνώντων (και σε επίπεδο Αυτοδιοίκησης φυσικά), ολοένα και περισσότερο ένα προϊόν προς αξιοποίηση τουριστική και μόνο. Ακόμα και καφέ να θες να πιεις στο κέντρο, από τις 8 μ.μ. ή και πολύ νωρίτερα, δεν μπορείς, γιατί «έχουν κλείσει οι μηχανές», επειδή οι τουρίστες πίνουν αλκοόλ από εκείνη την ώρα και όχι καφέ.
Λουκέτα
Για να μη βάλουμε στο κάδρο τα πάρκα που δεν υπάρχουν ή, όπου υπάρχουν, ελάχιστα είναι ανοιχτά, το πράσινο που τσιμεντοποιείται ή ανήκει μόνο σε ιδιώτες, τα σινεμά που κλείνουν (όχι γιατί δεν έχουν κόσμο, αλλά με κυβερνητική ευθύνη), τα βιβλιοπωλεία που βάζουν λουκέτο. Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο ωμό και χωρίς περιστροφές ερώτημα: Σε ποιον τελικά ανήκει ο δημόσιος χώρος; Στους ανθρώπους που ζουν εδώ ή σε όσους επενδύουν; Στους κατοίκους ή στην τουριστική απόδοση; Στη μνήμη, στη συνήθεια, στη βόλτα, στη γειτονιά ή στο διαρκές «άνοιγμα» της πόλης προς μια αγορά που ζητά όλο και περισσότερα τετραγωνικά, όλο και περισσότερη κίνηση, όλο και λιγότερη ζωή;
Η σημερινή Αθήνα κουβαλά μια αντίφαση που δεν κρύβεται πια. Από τη μία, παρουσιάζεται ως μια σύγχρονη, ελκυστική, «εξελιγμένη» ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της νιώθει ότι απομακρύνεται από την ίδια του την πόλη. Δεν είναι μόνο το στεγαστικό. Είναι και κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι η καθημερινότητα παραχωρείται λίγο λίγο σε χρήσεις που δεν σχεδιάζονται για τον κάτοικο αλλά για τον επισκέπτη, τον πελάτη, τον επενδυτή. Πρόκειται για «βιτρίνα», όπως μας λέει ο πανεπιστημιακός Μάκης Κουζέλης.
Ο ίδιος μαζί με τον ιδιοκτήτη του σινεμά ΑΣΤΟΡ, Μπάμπη Κονταράκη (σ.σ. ένα σινεμά που σχεδόν από θαύμα δεν έκλεισε, σε αντίθεση με το «Ιντεάλ» που τελικά δεν σώθηκε), θα συντονίσουν μια σειρά κινηματογραφικών προβολών που θα συνδυαστούν με σχετικές συζητήσεις μετά, σε συνεργασία του κινηματογράφου ΑΣΤΟΡ με το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία» του ΕΚΠΑ και την Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου και με θέμα «Η κατοίκηση μιας πόλης» σχετικά με την Αθήνα.
Αξίες
«Ως κάτοικοι μιας μεγαλούπολης παρατηρούμε και παρατηρούμαστε. Κινούμαστε, ως ντόπιοι ή επισκέπτες, σε δρόμους και πεζοδρόμια υπό διαρκή έλεγχο και διαρκώς ως συστατικά ενός αξιοθέατου. Διαμένουμε σε κτίρια με μεταβαλλόμενες χρήσεις και χρηματιστηριακά οριζόμενες αξίες. Συναλλασσόμαστε υπό συνθήκες που δεν ορίζουμε και που αλλάζουν χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Εποπτεύουμε και εποπτευόμαστε σε μια συνύπαρξη με άλλους, διαφορετικούς, ενταγμένους σε μια διαφορετική σχέση με την πόλη. Ζούμε μια καθημερινότητα που ενώ είναι πάντα έκτακτη, ανοίκεια και αδιαφανώς οργανωμένη, παγιώνεται», λένε οι διοργανωτές.
«Η πόλη άρχισε να καταστρέφεται όταν τη δεκαετία του ’60 άρχισε να χτίζεται άκριτα, με τις συνθήκες της αντιπαροχής ως μια ιδέα του Καραμανλή τότε. Είναι η μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που έχει μπαζώσει όλα τα ποτάμια της και είναι μια πόλη με πολύ τσιμέντο και με καθόλου φιλικά χαρακτηριστικά. Ακόμα και τα ημιυπόγεια πλέον έχουν μετατραπεί σε Airbnb και είναι δύσκολο πια να συναντηθείς όχι με τους φίλους σου, αλλά και με τους γείτονές σου, καθώς οι γειτονιές αλλάζουν τελείως, χάνοντας κάθε ιδιαιτερότητά τους. Σχεδόν δεν υπάρχουν πια συνθήκες κανονικής συνύπαρξης, έστω και υπό τους δύσκολους αστικούς όρους. Το να δημιουργηθούν συναντήσεις καθημερινές, ευχάριστες, κανονικές είναι πολύ δύσκολο πλέον, καθώς το σκηνικό της πόλης έχει αλλάξει: είναι ξένο, ανοίκειο, ουσιαστικά απρόσιτο. Πρόκειται για σκηνικό, και μάλιστα εύκολου κινηματογραφικού γυρίσματος. Για σκηνικό και για βιτρίνα», μας λέει ο καθηγητής Μ. Κουζέλης.
«Τη χάνουμε την Αθήνα; Μας εξορίζει; Μας μεταβάλλει; Κι εμείς αντιστεκόμαστε; Επιδεικνύουμε μισαλλοδοξία ή αλληλεγγύη; Μπορούμε να (ξανα)κερδίσουμε την πόλη; Τι συνιστά δημόσιο χώρο πλέον και σε ποιους πραγματικά ανήκει; Με τέτοια ερωτήματα και σε ένα τέτοιο πλαίσιο οργανώσαμε τις τέσσερις συναντήσεις ταινιών-συζητήσεων. Το τι είναι “κοινό”, το τι ανήκει σε όλους είναι εξαιρετικά κρίσιμο και απαιτεί χρόνο σκέψης και συνομιλίες. Ολες οι ταινίες σχετίζονται με τα παραπάνω ζητήματα καθώς και με τη δυνατότητα να αντισταθεί κάποιος και να αγωνιστεί για μια βιώσιμη πόλη, με σεβασμούς προς και από τους κατοίκους και τους επισκέπτες της», καταλήγει.
Αναλυτικά το πρόγραμμα
(όλες οι προβολές ξεκινούν στις 19.00)
● Δευτέρα 20/4: «Εικόνες φαντασμάτων» («Pictures of Ghosts», 2023) του Κλέμπερ Μεντόζα Φίλιο (Βραζιλία, 93’). Μετά την προβολή θα μιλήσουν οι: Θώμας Μαλούτας (κοινωνικός γεωγράφος, Χαροκόπειο Παν/μιο), Δήμητρα Σιατίτσα (αρχιτέκτων, πολεοδόμος, ΕΜΠ)
● Τρίτη 21/4: «Για τον Κρίστι» («Christy») του Μπρένταν Κάντι (Ιρλανδία 2025, 94’). Θα μιλήσουν οι: Γιώργος Παπακωνσταντίνου (αρχιτέκτων, σκηνοθέτης, Παν/μιο Θεσσαλίας), Ζήσης Κοτιώνης (αρχιτέκτων, εικαστικός, Παν/μιο Θεσσαλίας)
● Δευτέρα 27/4: «Μπακουράου» («Bacurau») των Κλέμπερ Μεντόζα Φίλιο και Τζουλιάνο Ντορνέλες (Βραζιλία 2019, 132’). Θα μιλήσουν οι: Ορέστης Κωνσταντάς (αρχιτέκτων-πολιτικός επιστήμων, Εταιρεία Mελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου), Σταύρος Σταυρίδης (αρχιτέκτων, ΕΜΠ)

● Τρίτη 28/4: «Το 47» («El 47») του Μαρσέλ Μπαρένα (Ισπανία 2024, 110’). Θα μιλήσουν οι: Ασπασία Λυκουργιώτη (κριτικός κινηματογράφου, ΕΑΠ), Γιάννα Μπαρκούτα (αρχιτέκτων, Διεθνές Παν/μιο Ελλάδος).
ℹ️ 20, 21, 27 και 28 Απριλίου στο σινεμά ΑΣΤΟΡ (Σταδίου 28, είσοδος και από την πλατεία Κοραή – εντός στοάς, τηλ.: 2103211950), 19.00-22.00. Γενική είσοδος: 5€. Φοιτητικό: 3€
