«Δεν υπήρχαν ρόλοι για ανθρώπους σαν και εμένα, με τη δική μου εμφάνιση – ή μάλλον υπήρχαν μόνο ρόλοι που ισοδυναμούσαν με διαγραφή, είτε μέσω της συχνότητας του στερεοτύπου είτε απλώς μέσω της περιθωριοποίησης, συχνά αυτοί οι χαρακτήρες ήταν κυριολεκτικά βουβοί, μια κινούμενη εικόνα και τίποτα περισσότερο. Υποθέτω πως ήταν ακόμη χειρότερα επειδή ήμουν γυναίκα. Κάποια στιγμή, ο ατζέντης μου είχε προτείνει να αλλάξω το όνομά μου, μου είπε πως υπήρχε κάτι φυλετικά ακαθόριστο στην εμφάνισή μου και πως με άλλο όνομα θα υπήρχαν καλύτεροι ρόλοι. Ρόλοι -μια λέξη που υπονοούσε πως επρόκειτο για επιμέρους κομμάτια ενός μεγαλύτερου όλου μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να ενταχθούν, και ένα τέτοιο όλον θα μπορούσε να είναι ένα θεατρικό έργο, μια ταινία ή μια σειρά, ένα όλον που θα μπορούσε να γίνει ακόμη και καριέρα, ένα σύνολο έργου που θα μπορούσε να υπάρξει στη φαντασία του κοινού».
Το σημείο εκκίνησης της Αμερικανίδας συγγραφέα Κέιτι Κιταμούρα για το νέο της βιβλίο «Οντισιόν» ήταν η επιθυμία της να γράψει για τη μακρά διαδικασία μέσω της οποίας τα παιδιά πρέπει αναγκαστικά να μεγαλώσουν για να γίνουν ξένοι προς τους δικούς τους γονείς. Αυτό δήλωσε η ίδια, όταν ήταν προτεινόμενη για το Booker 2025. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη. Η Κιταμούρα συμπληρώνοντας τις δηλώσεις της είχε πει ότι είχε στις προθέσεις της να γράψει «για το πώς ορισμένες καθολικές εμπειρίες -της αγάπης, της μητρότητας- μπορούν μερικές φορές να μοιάζουν με δύο αμοιβαία αποκλειόμενα πράγματα ταυτόχρονα. Αλλά αντί να γράψω για αυτή την αντίφαση, ήθελα να τη γράψω άμεσα – να την ενσωματώσω στη δομή του μυθιστορήματος. Η ανάγνωση του βιβλίου απαιτεί να κρατάς δύο ξεχωριστές εκδοχές των γεγονότων στο κεφάλι σου ταυτόχρονα… Ως πολιτισμός, γινόμαστε αρκετά κακοί στο να κρατάμε μια αντίφαση στο μυαλό μας. Κι όμως ζούμε σε μια εποχή βαθιάς και αυξανόμενης γνωστικής ασυμφωνίας».
Ηρωίδα της ιστορίας, ενός έργου δύο «πράξεων», είναι μια ηθοποιός που πλησιάζει τα πενήντα της χρόνια, είναι παντρεμένη με έναν κριτικό τέχνης, τον Τόμας, και έλκεται από έναν εικοσιπεντάχρονο άνδρα, τον Ζέιβιερ, που στην αρχή την πλησίασε με τη βεβαιότητα ότι ήταν ο γιος που υποτίθεται πως γέννησε σε νεαρή ηλικία. Κάτι που στην αρχή μάς δηλώνεται εντελώς αναληθές. Στην πρώτη «πράξη» βλέπουμε την ηθοποιό να συναντιέται με τον νέο άνδρα σε ένα εστιατόριο, ενώ ξαφνικά βλέπει τον σύζυγό της να μπαίνει μέσα και έπειτα να φεύγει. Ο Τόμας έχει τον αέρα του αξιοπρεπούς, ψύχραιμου, γεμάτου αυτοπεποίθηση, επιτυχημένου διανοούμενου. Η ηθοποιός μας μεταδίδει συχνά την αίσθηση ότι παίζει έναν ρόλο και στην πραγματική της ζωή, με βάση το πώς την αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Οτι υποδύεται δηλαδή τον εαυτό της ως σύζυγο, μητέρα, φίλη ή γυναίκα. Στο τέλος του πρώτου μέρους, ο Τόμας τής στέλνει ένα ανησυχητικό μήνυμα, εκφράζοντας την ανάγκη του να μιλήσουν. Δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, γεγονός που την κάνει να σκεφτεί ότι ίσως έχει κουραστεί από τα μυστικά και ψέματα που υπάρχουν μεταξύ τους.
Στη δεύτερη «πράξη» η ηρωίδα αποδέχεται ότι ο υποτιθέμενος γιος είναι πραγματικός γιος και ο Ζέιβιερ μένει με αυτήν και τον Τόμας. Αν και η οικογενειακή του κατάσταση δεν αμφισβητείται, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα πρώτα χρόνια του ως παιδί είναι θολά και ίσως να μην είναι αληθινά. Παρατηρεί ότι, όταν αναλογίζεται την παιδική του ηλικία, η ηθοποιός φαίνεται ταυτόχρονα παρούσα και απούσα. Ισως να ήταν εκεί αλλά και όχι, σαν να βίωνε την παιδική ηλικία του από απόσταση, με τις λεπτομέρειες να διαφεύγουν. Σε ένα μεταγενέστερο σημείο, αναφέρει πως η μνήμη της είναι ανησυχητικά ασυνεπής και γεμάτη κενά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περιγράψει σαφώς τις διάφορες φάσεις της ζωής του, ούτε την παιδική ούτε την εφηβική του ηλικία.
Οι αναγνώστες λογικά θα σκεφτούν: Μήπως έχει πείσει τον εαυτό της ότι είναι πράγματι γιος της, ενώ δεν είναι; Ή μήπως έχει ξεχάσει πτυχές της πρώιμης ζωής του; Ή ίσως να υπάρχει κάποια ψυχολογική διαταραχή -στην οποία αναφέρονται κρυπτογραφικά οι Τόμας και Ζέιβιερ- που έχει δημιουργήσει κενά στη μνήμη της; Ηταν δηλαδή πάντοτε η μητέρα του, αλλά στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος το αρνήθηκε στον εαυτό της; Οπως πολλά άλλα στο βιβλίο αυτό, οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς. Οι αναγνώστες λαμβάνουν λίγες ξεκάθαρες απαντήσεις για το τι συμβαίνει μεταξύ αυτών των κύριων χαρακτήρων και ποιοι πραγματικά είναι ο ένας για τον άλλον. Η αφηγήτρια παραμένει ώς το τέλος ένα μεγάλο αίνιγμα. Το βιβλίο της Κιταμούρα είναι μια ενδιαφέρουσα -αν και ανησυχητική- εξέταση των ρόλων που υποδυόμαστε και του πώς κρυβόμαστε ακόμα και από τον εαυτό μας.
