Τι είναι το EduPlan; Με απλά λόγια, πρόκειται για μια νέα ψηφιακή πλατφόρμα του Υπουργείου Παιδείας που φιλοδοξεί να προβλέπει τις ανάγκες των σχολείων και να κατανέμει έγκαιρα τους εκπαιδευτικούς, αξιοποιώντας δεδομένα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου κάθε Σεπτέμβριο χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες ξεκινούν χωρίς όλους τους εκπαιδευτικούς τους, η υπόσχεση ακούγεται αυτονόητα θετική.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι τελευταίες ανακοινώσεις του Υπουργείου επαναφέρουν με έμφαση το EduPlan ως τη λύση στο χρόνιο πρόβλημα των κενών σε εκπαιδευτικούς. Στα επίσημα δελτία τύπου —όπως εδώ και στη συνέχεια εδώ— η πλατφόρμα παρουσιάζεται ως εργαλείο πρόβλεψης και ορθολογικού προγραμματισμού της στελέχωσης.
Η αφετηρία είναι εύλογη. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και η ανάγκη για καλύτερο σχεδιασμό δεδομένη.
Όμως η εικόνα που παρουσιάζεται δημόσια δεν είναι πλήρης.
Στην επίσημη προκήρυξη του έργου της 1ης Απριλίου 2026 —διαβάστε εδώ το πλήρες κείμενο— το EduPlan περιγράφεται ως ένα ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, που θα συνδυάζει δεδομένα από πολλαπλές κρατικές βάσεις (mySchool, ΕΛΣΤΑΤ, Εργάνη, δημοτολόγια), θα δημιουργεί προβλέψεις για τον μαθητικό πληθυσμό και θα προτείνει σενάρια τοποθέτησης εκπαιδευτικών. Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 3,72 εκατ. ευρώ (με ΦΠΑ), μέσω ΕΣΠΑ 2021–2027, ενώ η υλοποίησή του βρίσκεται ακόμη σε φάση διεθνούς διαγωνισμού.
Μέχρι εδώ, πρόκειται για ένα σύνθετο αλλά αναμενόμενο εργαλείο διοικητικού σχεδιασμού.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο στοιχείο που δεν αναδεικνύεται στις δημόσιες ανακοινώσεις. Στην ίδια προκήρυξη αναφέρεται ρητά ότι η πλατφόρμα θα επιτρέπει και την αξιολόγηση σχολικών μονάδων από πολλαπλές ομάδες εμπλεκομένων — γονείς, εκπαιδευτικούς και μαθητές. Η διάσταση αυτή απουσιάζει τελείως από την επίσημη παρουσίαση του έργου, όπου το EduPlan εμφανίζεται αποκλειστικά ως εργαλείο στελέχωσης.
Παρουσιάζεται ως εργαλείο κάλυψης κενών, αλλά σχεδιάζεται ως μηχανισμός ευρύτερων αποφάσεων για την εκπαίδευση.
Το κρίσιμο εδώ δεν είναι θεωρητικό. Σε μια συγκυρία όπου η αξιολόγηση στην εκπαίδευση αποτελεί πεδίο έντονης αντιπαράθεσης, η ενσωμάτωση μιας τέτοιας λειτουργίας σε μια κεντρική ψηφιακή πλατφόρμα —χωρίς να αναδεικνύεται δημόσια— δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
Η αρχιτεκτονική του EduPlan εντείνει τα ερωτήματα. Το σύστημα προβλέπεται να συγκεντρώνει και να επεξεργάζεται δεδομένα μεγάλης κλίμακας — δημογραφικά, εκπαιδευτικά και εργασιακά — και να παράγει προτάσεις κατανομής προσωπικού μέσω αλγορίθμων. Δεν πρόκειται απλώς για εργαλείο καταγραφής, αλλά για μηχανισμό που επηρεάζει τον τρόπο κατανομής του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ποιος όμως καθορίζει αυτούς τους κανόνες; Με ποια κριτήρια ιεραρχούνται οι ανάγκες; Και με ποιον τρόπο ελέγχεται η λειτουργία ενός συστήματος που επηρεάζει άμεσα τη διάταξη του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης;
Η τεχνολογία παρουσιάζεται ως ουδέτερη, ενώ οι επιλογές που ενσωματώνει δεν είναι.
Το EduPlan φαίνεται ότι δοκιμάστηκε πιλοτικά το 2023–2024, όμως αυτό προκύπτει μόνο εκ των υστέρων, μόνο από την έκθεση του ΟΟΣΑ και όχι από δημόσιες ανακοινώσεις, του Υπουργείου, της ίδιας περιόδου.
Υπήρξε πιλοτική εφαρμογή, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη δημόσια ανάδειξη εκείνη την περίοδο. Τι ανέδειξε όμως αυτή η πιλοτική φάση και γιατί τα αποτελέσματά της δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια;
Σήμερα δεν είναι γνωστός ακόμη ο ανάδοχος του έργου, καθώς ο διεθνής διαγωνισμός βρίσκεται σε εξέλιξη. Αυτό σημαίνει ότι η ουσιαστική δημόσια συζήτηση για το περιεχόμενο και τα όρια του έργου έπεται — αντί να προηγείται, παρά τις επανειλημμένες αναφορές της κυβέρνησης σε δήθεν “εθνικό διάλογο” για την εκπαίδευση. Το EduPlan δεν είναι ένα απλό ψηφιακό εργαλείο. Είναι μια παρέμβαση στον τρόπο λήψης αποφάσεων για τη δημόσια εκπαίδευση.
Και τέτοιες παρεμβάσεις δεν μπορούν να προχωρούν χωρίς διαφάνεια.
Γιατί όταν οι κανόνες που καθορίζουν το σχολείο δεν είναι δημόσια γνωστοί, τότε δεν κρίνεται η αποτελεσματικότητα. Κρίνεται η δημοκρατία.
*εκπαιδευτικός, στατιστικός
