ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρα Κορωναίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ανοιξιάτικες μέρες που συμπίπτουν με τις καθιερωμένες εποχικές γιορτές συνοδεύονται από ένα ιδιαίτερο τρεμάμενο φως. Ενα θαμπό φως που, καθώς οι μέρες μεγαλώνουν, συνδέεται με την ανανέωση της φύσης, την επιστροφή των χρωμάτων, αλλά και την προσδοκία της ανθρώπινης εγγύτητας, της συνάντησης, της κοινής εμπειρίας γύρω από ένα τραπέζι – μια συνήθεια, μια τελετουργική επανάληψη. Ταυτόχρονα, όμως, το ίδιο φως μπορεί να τονίζει τα ρήγματα, προσωπικά και κοινωνικά, να κάνει τη μοναξιά πιο αισθητή, την απουσία αγαπημένων προσώπων πιο έντονη.

Σε περιόδους συνυφασμένες με τη συλλογικότητα, την κοινωνικότητα και την επανάληψη των εθίμων, απουσίες και απώλειες γίνονται ορατές, πιο δυνατές, πιο επώδυνες. Τα πασχαλινά τελετουργικά -ευχές, κόκκινα αυγά, οικογενειακά τραπέζια, φυγή από τις μεγάλες πόλεις- επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο. Ομως οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι απώλειες συσσωρεύονται. Μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι αρκεί για να υπενθυμίσει σιωπηλά όλα εκείνα, τα μικρά και τα μεγάλα, που έφυγαν χωρίς επιστροφή. Η μνήμη ενεργοποιείται γύρω από απλές καθημερινές λεπτομέρειες: μια φωνή, μια ματιά, μια χειρονομία. Εκείνοι που δεν υπάρχουν πια, ιδιαίτερα οι «σημαντικοί άλλοι» της ζωής μας που σε παρελθοντικούς χρόνους όριζαν τη γιορτή, επανέρχονται νοερά επιβεβαιώνοντας ότι η ατομική ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τους δεσμούς μας με παρόντες αλλά και απόντες. Η ψυχολογική διαχείριση της απώλειας δεν σημαίνει διαγραφή. Αντίθετα, συχνά συνεπάγεται μετασχηματισμό. Οι απόντες μετακινούνται από τον εξωτερικό χώρο στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο. Παραμένουν ως μνήμες, ως εσωτερικές αναφορές, ως σιωπηλές συνομιλίες που συνεχίζονται με άλλους όρους. Η μνήμη, όσο επώδυνη κι αν είναι κάποιες στιγμές, λειτουργεί ταυτόχρονα επουλωτικά, σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Μια γέφυρα που μας επιτρέπει ακόμα να ταξιδεύουμε στον χρόνο.

Ωστόσο, η εμπειρία της απώλειας δεν περιορίζεται στο ατομικό επίπεδο. Σε μια εποχή που πολεμικές συγκρούσεις, μαζικοί θάνατοι και ολέθριες ανθρωπιστικές κρίσεις παραμένουν σε εξέλιξη, οι πασχαλινοί εορτασμοί σημαδεύονται από μια τραγική αντίθεση: σε ορισμένα μέρη οι εορταστικές παραδόσεις και οι απολαύσεις του ελεύθερου χρόνου των σύντομων διακοπών εξακολουθούν να λειτουργούν, ενώ σε άλλους τόπους δεν υπάρχει γιορτή, κανένα φως δεν ζεσταίνει ψυχές και σώματα που βασανίζονται από το μίσος, τη βία και τον θάνατο. Τι σημαίνει άραγε ανάσταση και αναγέννηση όταν η απώλεια δεν είναι μόνο μια ιδιωτική εμπειρία αλλά γίνεται καθημερινή πραγματικότητα για μεγάλες ομάδες ανθρώπων;

Παρά τις αντιφάσεις, ένα στοιχείο ανθεκτικότητας παραμένει ζωντανό, όχι απαραίτητα ως θρησκευτική βεβαιότητα αλλά ως ανθρώπινη στάση: εμμονή της μνήμης, διατήρηση των δεσμών, πόθος μιας ακαταπόνητης αγάπης ακόμα και υπό συνθήκες απώλειας. Ισως, τελικά, το νόημα αυτών των ημερών να μη βρίσκεται σε μια απόλυτη βεβαιότητα ή σταθερότητα αλλά σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη, στη μνήμη και την απουσία, στην απώλεια και την επιθυμία να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Σε έναν κόσμο όπου οι πάσης φύσεως βεβαιότητες είναι όλο και πιο σπάνιες, η διατήρηση αυτής της εύθραυστης ισορροπίας αποτελεί, από μόνη της, μια μορφή αντίστασης. Μια ελπίδα σιωπηλή και επίμονη σε έναν κόσμο αστάθειας και φόβου που τελικά μπορεί να φωτίζεται όχι από το ανοιξιάτικο φως αλλά από μια εσωτερική διακριτική λάμψη. Μια λάμψη που δεν διώχνει το σκοτάδι αλλά συνυπάρχει μαζί του. Σε αυτή τη συνύπαρξη αναδύεται μια βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι: να πενθούμε και ταυτόχρονα να συνεχίζουμε να ζούμε, να θυμόμαστε χωρίς να παγιδευόμαστε, να αγαπάμε ακόμα και όταν η απουσία αφήνει δυσαναπλήρωτα κενά.

Η ελπίδα, τότε, δεν εμφανίζεται ως θριαμβευτική βεβαιότητα αλλά ως μια ήρεμη επιλογή, μια καθημερινή πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά και τη λήθη. Εκφράζεται σε μικρές κινήσεις, στο άναμμα ενός κεριού, σε μια σκέψη αφιερωμένη σε εκείνους που λείπουν, σε μια προσπάθεια να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον με περισσότερη κατανόηση και αλληλεγγύη. Ισως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό νόημα αυτών των ημερών: όχι η άρνηση της απώλειας αλλά η μετατροπή της σε έναν δεσμό που ορίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Μια υπενθύμιση ότι ακόμα και μέσα στις πιο σκοτεινές συνθήκες, απέναντι στον θάνατο, ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητα να συνδέεται, να αναζητά και να δημιουργεί νόημα, να ελπίζει. Να ελπίζει με τον τρόπο που ο Αντρέ Μαλρό όρισε το 1937 την ελπίδα μέσα στην τραγική βιωματική εμπειρία του ισπανικού εμφυλίου: όχι σαν πίστη πως όλα θα πάνε καλά ή σαν βεβαιότητα πως το καλό θα νικήσει, αλλά σαν πεποίθηση πως αυτό που κάνουμε έχει νόημα για την ύπαρξή μας και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

*Ομ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο