Μολονότι δεν έπαψε ποτέ η συζήτηση για τα αποτελέσματα της κυβέρνησης του 2015-2019, είναι, από την άλλη, γεγονός ότι το εκδοτικό γεγονός της προηγούμενης χρονιάς, η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα, έδωσε τροφή για νέο γύρο διαλόγου, ακόμη δε, και αντιπαράθεσης – υπό το πρίσμα, ασφαλώς, της αναμονής (προσδοκίας για κάποιους) του νέου που θα γεννηθεί φέτος στον χώρο της Αριστεράς.
Εξαιρετικά πολύτιμη ήταν, σε κάθε περίπτωση έτσι, η 10ωρη ημερίδα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ με θέμα «Τι (να) κάνει η Αριστερά όταν κυβερνά; Εμπειρίες αριστερής διακυβέρνησης».
Ανατρέχοντας στα συμπεράσματα της ημερίδας που μόλις είδαν το φως της δημοσιότητας, με το βλέμμα ταυτόχρονα τόσο στην προ δεκαετίας κυβερνητική εμπειρία όσο και στο (άμεσο) μέλλον, το ΕΝΑ συμπεραίνει ότι «ο κυβερνητικός ρόλος θα πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική και το όραμα της Αριστεράς. Κρίσιμη λοιπόν, από κάθε άποψη, προϋπόθεση ενός αριστερού κυβερνητικού εγχειρήματος είναι το πολιτικό υποκείμενο –η σύγχρονη μορφή του οποίου οφείλει να συζητηθεί–, τόσο για τη διασφάλιση της αναγκαίας κοινωνικής στήριξης όσο και για τη σύνδεση του παρόντος με το μέλλον». Ενώ χρήσιμο, επίσης, είναι το απόθεμα εμπειρίας (από την πρώτη φορά Αριστερά) που «αξίζει να κεφαλαιοποιηθεί και να αξιοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής».
Εργασία – Υγεία
Ενα από τα πρώτα ζητήματα, αναλυτικά, που απασχόλησαν την ημερίδα είναι οι τομείς της εργασίας και της Υγείας, με άλλα λόγια τα πλέον κρίσιμα πεδία της κοινωνικής πολιτικής της περιόδου, σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο δημοσιονομικών περιορισμών.
Σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις, στη συζήτηση υπογραμμίστηκε ότι «μια κυβέρνηση ταξικά μεροληπτική υπέρ του κόσμου της εργασίας βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξημένη παραβατικότητα στην αγορά εργασίας και με ένα σχέδιο διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και μείωσης του εργατικού κόστους, χωρίς δυνατότητα παρέμβασης στο ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων». Παρά ταύτα, «η ενίσχυση ελεγκτικών μηχανισμών όπως το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) έφερε αποτελέσματα (σ.σ. πράγμα που θυμούνται, επιβεβαιώνουν ακόμα και σήμερα οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα) συμβάλλοντας καθοριστικά στην αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ενώ εξίσου κρίσιμες ήταν η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η αύξηση του κατώτατου και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους».
Ενώ στον τομέα της Υγείας, «την περίοδο 2025-2019 υπηρετήθηκε ένα πολιτικό σχέδιο με βασικούς άξονες την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος και την καθολική κάλυψη των αναγκών υγείας των πολιτών, σε συνθήκες εκτίναξης των ακάλυπτων αναγκών υγείας και ασφυκτικού περιορισμού των δυνατοτήτων του συστήματος εξαιτίας της λιτότητας. Η διασφάλιση της πρόσβασης των ανασφάλιστων πολιτών στο σύστημα Υγείας και η δημιουργία δημόσιων τοπικών μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΤΟΜΥ) ήταν μεταξύ των εμβληματικότερων πολιτικών της περιόδου που ανέδειξε η συζήτηση».
Εν κατακλείδι, «παρά τον βραχύ βίο της κυβέρνησης, που δεν επέτρεψε την πλήρη εκδίπλωση του πολιτικού της σχεδίου στα παραπάνω πεδία, παραμένει ζωντανή η παρακαταθήκη του ηθικού πλεονεκτήματος της κυβέρνησης της Αριστεράς, όπως αυτό αποτυπώθηκε τόσο στην προάσπιση των συμφερόντων των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων όσο και στον σεβασμό των δημόσιων πόρων».
Στην εξέλιξη της ημερίδας τέθηκαν και άλλα ζητήματα, όπως η θεσμική ενσωμάτωση εναλλακτικών μορφών οικονομικής οργάνωσης, όπως ήταν, για παράδειγμα, οι Κοινωνικές και Αλληλέγγυες (ΚΑΛΟ) επιχειρήσεις, η θεσμοθέτηση μηχανισμών διυπουργικού συντονισμού, όπως ήταν τα Κυβερνητικά Συμβούλια Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής (ΚΥΣΟΙΠ και ΚΥΣΚΟΙΠ, αντίστοιχα), η αξιοποίηση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων για τη θεσμική και οικονομική στήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μέσω του προγράμματος «Φιλόδημος», αλλά και η θεσμοθέτηση του Μεταφορικού Ισοδύναμου υπέρ των κατοίκων των νησιών.
Εξωτερική πολιτική
Ενα ξεχωριστό –αλλά και τόσο επίκαιρο στην ταραγμένη περίοδο που διανύει σήμερα ο πλανήτης– κεφάλαιο ήταν «η ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της περιόδου 2015-2019, σε αντιδιαστολή προς την τρέχουσα μονοδιάστατη προσέγγιση».
Αναλυτικά, «η ενεργητική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής της περιόδου περιλάμβανε, όπως επισημάνθηκε, την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, με την τήρηση μιας διεκδικητικής και αποφασιστικής στάσης, καθώς και την προσπάθεια επίλυσης των διαφορών με γειτονικές χώρες (Συμφωνία των Πρεσπών, συνομιλίες στο Κραν Μοντανά για το Κυπριακό, συνομιλίες με την Αλβανία κ.ά.). Η πολυδιάστατη προσέγγιση σήμαινε, από την πλευρά της, ότι σε ένα πολυπολικό περιβάλλον, η Ελλάδα, ως μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, τηρεί τις δεσμεύσεις της, ταυτόχρονα όμως στοχεύει και στην ανάπτυξη σχέσεων με χώρες που μπορεί να έχουν διαφορές μεταξύ τους σε παγκόσμιο, περιφερειακό ή ευρωπαϊκό επίπεδο (όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία), σε αμοιβαία επωφελή βάση, με συγκεκριμένα όρια».
Το «ταμείο» της διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς»
Εκ των πραγμάτων, η διαπραγμάτευση είναι στον πυρήνα της συζήτησης και, όπως σημειώνει το ΕΝΑ, «η επιτυχής ολοκλήρωση της διαπραγματευτικής διαδικασίας επέτρεψε την “καθαρή έξοδο” από τα μνημόνια, τον Αύγουστο του 2018, μαζί με τη μεσοπρόθεσμη ρύθμιση του χρέους και τη δημιουργία ενός αποθέματος ρευστότητας (μαξιλάρι ασφαλείας), ενώ παράλληλα κερδήθηκαν, όπως καταδείχθηκε, οι “κόκκινες γραμμές” που είχαν τεθεί. Σημαντικό ρόλο εκτιμήθηκε ότι διαδραμάτισαν η εμπροσθοβαρής επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, η τεχνοκρατική γνώση και το πολιτικό αισθητήριο των τεχνικών κλιμακίων που ανέλαβαν το βάρος της διαπραγμάτευσης, αλλά και η τεχνογνωσία και ο επαγγελματισμός των δομών της δημόσιας διοίκησης που την πλαισίωσαν».
Ταυτόχρονα, η συζήτηση κατέδειξε «τη σημασία της ειδικής γνώσης και της προετοιμασίας, υποδεικνύοντας ότι η πολιτική βούληση από μόνη της δεν αρκεί για την επιτυχία ενός αριστερού κυβερνητικού εγχειρήματος. Εξίσου αναγκαία είναι, όπως επισημάνθηκε, η ύπαρξη ενός αριστερού κόμματος με δημοκρατική λειτουργία, γειωμένου στην κοινωνία, ενώ ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος που διαδραματίζει η ιδεολογία, καθώς, όπως αναφέρθηκε, δεν υπάρχει ουδέτερη τεχνοκρατία».
Ως εκ τούτου, «καταφατικά απαντήθηκε το ερώτημα εάν είχε σημασία το ότι αυτή η διαπραγμάτευση διεξήχθη από μια αριστερή κυβέρνηση, καθώς, όπως συνομολογήθηκε, το αριστερό ιδεολογικό πρόσημο επέτρεψε, παρά τους καταναγκασμούς, όχι μόνο την κατανομή βαρών και διαθέσιμων πόρων με βάση το συμφέρον της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά και την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, την ισχυρή κοινωνική προστασία και τη δραστική μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων».
Ομως, «παρότι το συγκεκριμένο κυβερνητικό εγχείρημα έλαβε χώρα στις εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες της χρεοκοπίας και της δημοσιονομικής επιτροπείας της χώρας, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπη με περιορισμούς, καταναγκασμούς, ανταγωνιστικά συμφέροντα και αντιφάσεις. Παρά τους περιορισμούς και τους καταναγκασμούς, το έργο που παρήχθη ήταν, όπως καταδείχθηκε από τις εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν, σημαντικό», συμπεραίνει το ΕΝΑ.
