Κάθε πολίτης -δεν χρειάζεται να είναι ειδικός- μπορεί να έχει σκέψεις και προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του πολιτεύματος και των θεσμών. Ιδίως όταν βλέπει πως δεν λειτουργούν όσο δημοκρατικά και όσο αποτελεσματικά θα ήθελε. Τις προτάσεις αυτές μπορούμε να τις συζητήσουμε, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε – καλόπιστα, εφόσον προέρχονται από ανθρώπους με ειλικρινή ανησυχία για τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό όταν προτάσεις συνταγματικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων ευτελίζονται καταντώντας φτηνά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, κινήσεις αντιπερισπασμού με σκοπό να αποστρέψουν την προσοχή από αποκαλυφθέντα σκάνδαλα. Ο πρωθυπουργός διέπραξε συνταγματική και θεσμική απρέπεια. Για ακόμα μια φορά. Ανέσυρε από το αρχείο των συνταγματικών προτάσεων του κόμματός του και πέταξε, κυριολεκτικά, την πρόταση καθιέρωσης του (περιορισμένου, πάντως) ασυμβίβαστου υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, δήθεν ως απάντηση στο μείζον πολιτειακό ζήτημα της κραυγαλέας ευνοιοκρατίας που (αρχίζει να) αποκαλύπτεται. Αντί να κάνει το προφανές. Να δηλώσει ευθαρσώς πως η Κοινοβουλευτική Ομάδα της οποίας προΐσταται θα υπερψηφίσει την άρση της ασυλίας κάθε βουλευτή και την παραπομπή κάθε υπουργού που εμπλέκεται σ’ αυτήν όπως και σε κάθε άλλη παρόμοια υπόθεση.
Η πρόταση, με τη μία ή την άλλη μορφή της, δεν είναι καινούργια για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Είχε υιοθετηθεί στο προσυνέδριό της το 2000, περιλήφθηκε στις συνταγματικές προτάσεις της το 2011 και ξανά το 2014. Ενθερμος υποστηρικτής της υπήρξε το ιστορικό στέλεχος του κόμματος Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. Σε όλες τις περιπτώσεις, η πρόταση -είτε συμφωνεί κάποιος είτε διαφωνεί- δικαιολογήθηκε ως μέρος ενός ευρύτερου θεσμικού σχεδιασμού. Εχει νόημα και μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε συνδυασμό με μια σειρά άλλες παρεμβάσεις στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Αυτό που είναι πρωτοφανές είναι ότι, για πρώτη φορά, η πρόταση δίνεται στη δημοσιότητα αυτοτελώς, αποκομμένη από οποιοδήποτε άλλο συνοδευτικό μέτρο.
Πέραν από πρωτοφανές, αυτό είναι εξοργιστικά επικίνδυνο και κραυγαλέα υποκριτικό. Διότι, σε ένα ακραία πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, η υιοθέτησή της θα ενισχύσει τελικά ακόμα περισσότερο την πολιτική και θεσμική παντοκρατορία του πρωθυπουργού. Με απλά λόγια, ο πρωθυπουργός μάς λέει: Για να πατάξω το ρουσφέτι βουλευτών και υπουργών, θα συγκεντρώσω στα χέρια μου ακόμα περισσότερη εξουσία απ’ όση ήδη έχω. Εννοώντας προφανώς την ακόμα πιο συγκεντρωτική διαχείριση του κυκλώματος ευνοιοκρατίας.
Το ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας αποτελεί sine qua non θεσμικό χαρακτηριστικό των προεδρικών συστημάτων, όπως της Κύπρου ή των ΗΠΑ, ενώ συνηθίζεται επίσης σε ημιπροεδρικά, όπως της Γαλλίας. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια. Η υιοθέτηση του ασυμβίβαστου είναι επί της αρχής προβληματική σε κοινοβουλευτικά συστήματα όπως το ελληνικό. Οχι αδιανόητη, αλλά πάντως προβληματική. Κυρίως, για τον λόγο που ειπώθηκε. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Αν δεν αποτελέσει αντικείμενο πολύ προσεκτικού θεσμικού σχεδιασμού, θα καταλήξει καρικατούρα, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο έναν παντοκράτορα πρωθυπουργό. Μια τόσο σοβαρή συζήτηση δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει ως επικοινωνιακή πομφόλυγα με σκοπό την αλλαγή ατζέντας από τη σκανδαλολογία.
Ετσι διατυπωμένη, αποκομμένη από οποιοδήποτε πλαίσιο -πέραν του ότι εκθέτει επαρκείς περί τα συνταγματικά ανθρώπους στον κύκλο του πρωθυπουργού, όπως τον γενικό γραμματέα του- η πρόταση είναι απλώς γελοία. Και, βεβαίως, ανάξια συζήτησης.
*Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ
