Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο κείμενα, δύο συγγραφείς διαφορετικών επιστημών, ψηλαφούν και συνθέτουν την εικόνα του Γκαστόν που πρωταγωνιστεί στο ομότιτλο βιβλίο της Τίνας Σερβετά

Η Τίνα Σερβετά έγραψε τη νουβέλα «Γκαστόν», ως εφηβικό μυθιστόρημα, με πηγές το σινεμά, την ιστορία, την επιστήμη και την εμπειρία της με τα κατοικίδια. Μας περιγράφει τη σχέση του 13χρονου έφηβου Μίκα με το κοκκινομάλλικο ιρλανδέζικο σέτερ Γκαστόν, σε συνθήκες πολέμου στο Πόζναν της Πολωνίας το 1939. Εξερευνά την άλλη όψη ενός σκοτεινού κόσμου που δεν πρόλαβε να δείξει ο Αντουάν Ντε Σεντ Εξιπερί στον «Μικρό Πρίγκιπα». Παρατάσσει μια οντολογία της εφηβείας, όπως έκανε ο Τόμας Μαν στον «Τόνιο Κρέγκερ», ο Ρόμπερτ Μούζιλ με τον «Νεαρό Τέρλες»,ο Κοσμάς Πολίτης στο «Λεμονοδάσος», ο Μενέλαος Λουντέμης στο «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα», ο Πέτρος Τατσόπουλος στους «Ανήλικους» και ο Χρήστος Βακαλόπουλος στους «Πτυχιούχους».

Οι σημερινοί έφηβοι είναι απροσπέλαστοι, δεν διαβάζουν βιβλία, δεν μιλούν ανοιχτά, δεν ξέρουν να ζουν στον πραγματικό κόσμο, υπάρχουν ως ενεργούμενα καταναλωτικά σώματα και ως ψηφιακές προσομοιώσεις των ινφλουένσερ, δεν ξέρουν να ενταχθούν στον πραγματικό κόσμο των ομηλίκων, δείχνουν χαρακτηριστικά αναπτυξιακής στρέβλωσης. Εχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, η συγγραφέας περιγράφει τον Γκαστόν και τον έφηβο, με εργαλεία τη μνήμη εργασίας, την αισθητική της γλώσσας, εντός της ιστορίας, ως μήτρας σχημάτων. Πιστεύει ότι η γραφή είναι μια «εμμονή για το ακατόρθωτο», ότι «στους Γερμανούς δεν άρεσαν οι ξένες μελωδίες», υπαινισσόμενη τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, ότι το όμορφο σκυλί «μύριζε σαν κορίτσι» για να τονίσει την ανθρωπόμορφη σχέση μαζί του, ότι ο 13χρονος έφηβος Μίκα έκανε μάθημα τσέλο με την Αγγλίδα κ. Γκούντμαν, ότι ήταν από πολύ νωρίς «μισό παιδί και μισός άντρας» για να τονίσει αυτό που έμελλε να γίνει, και έγινε, αλλά πρώιμα. Περιγράφει τη φυγή και τον αποχωρισμό του εφήβου από τον Γκαστόν και τον πατέρα του, αλλά και την εστίαση στο τραύμα, «το αίμα δεν βγαίνει» έλεγε η γιαγιά. Οι τραυματίες, οι λύκοι, ο θάνατος, οι εκτελέσεις των Εβραίων Κοέν (παραπομπή στην τελευταία Ρωμανιώτισα Εβραία στα Γιάννενα), ο θάνατος του παππού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, η υπενθύμιση ότι «το αίμα των νεκρών, στους τοίχους του σπιτιού, είναι ανεξίτηλο».

Είναι ένα βιβλίο για τα θύματα, για τα εξαρτημένα παιδιά από ένα πατριαρχικό σύστημα εποπτείας, για τους νεκρούς των πολέμων, τους τραυματίες, τους πρόχειρα θαμμένους, για τους πρόσφυγες, για την εφηβεία, την ανθρωπιά, τη σύνδεση με τη ζωή.

Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Σερβετά μάς δείχνει έναν ανθρωπότυπο, με διαδικασιακό ασυνείδητο, δομημένο από τις σχεσιακές αλληλεπιδράσεις, σε μια διαρκώς ενισχυμένη επιγενετική μακράς διάρκειας. Μας δείχνει έναν έφηβο μαχητή- διαμορφωτή της ζωής, με γοητευτική επιτελεστικότητα, εντός μιας ατέλειωτης τυχαιότητας.

Προτείνει να σταθούμε κριτικά στη διαχείριση της βίας και της ισχύος, να στοχαστούμε πάνω στον τωρινό τρόπο ζωής. Φοβάται το φάσμα της αποανθρωποποίησης που πλανάται πάνω από τις ζωές μας, μέχρι σήμερα, παρά τους μηχανισμούς ελέγχου μέσω της συνείδησης και των θεσμών. Με τη γραφή της, αναλαμβάνει την ευθύνη να αγωνιστεί για έναν κόσμο πιο κατοικήσιμο, προσαρμοσμένο στις οικολογικές απαιτήσεις, πιο ειρηνικό και πιο δίκαιο, τόσο για τα ανθρώπινα όσο και για τα μη ανθρώπινα όντα.

Ο πρωταγωνιστής έφηβος αγωνίζεται να συναντήσει την πνευματικότητα, το συναίσθημα, το σώμα, τους ανθρώπους, τα ζώα, τον κόσμο. Πρόκειται για μια λογοτεχνική αποτύπωση της αναπτυξιακής ηθικής όπως την περιγράφει η Κορίν Πελουσόν στο έργο της «Η ηθική της υπόληψης» και ο Νικήτας Σινιόσογλου στο «Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων».

Στο βιβλίο λανθάνει ο εκθειασμός των αρετών, η τόλμη, η αντοχή, η επινοητικότητα, η αφοβία και τονίζεται ο αναστοχασμός σε θεμελιώδη ζητήματα όπως η ειρήνη και η συνύπαρξη των ανθρώπων, η οικολογία, η υπόθεση των ζώων. Μας προτείνει ότι έχουμε ευθύνη, κοινοτική, ηθική και οικολογική, για τη ζωή μας, για τα παιδιά μας, που απαιτούν επίμονα «σηματωρό και κήρυκα».

* Ψυχίατρος-συγγραφέας

╍╍╍╍╍╍╍╍╍╍╍╍╍

Ο Γκαστόν είναι «ένα κοκκινομάλλικο ιρλανδέζικο σέτερ, με μαλλί βαμμένο θαρρείς από έβενο». Είναι αυτός που μαθαίνει, στο ομώνυμο βιβλίο της Τίνας Σερβετά, τον νεαρό ήρωα Μίκα «να θυμάται, να βλέπει, να προσανατολίζεται». Και μέσα στις μαύρες μέρες της γερμανικής κατοχής στην Πολωνία, οι δυο φίλοι, και μαζί τους οι αναγνώστες του βιβλίου, θα χρησιμοποιήσουν τη μνήμη, τον προσανατολισμό, την ένταξη των γεγονότων στο γενικότερο ιστορικό τους πλαίσιο και τη συσχέτισή τους με άλλα γεγονότα, για να επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν το ακατανόητο, το δυσεπίλυτο, το ανείπωτο.

Η περιπλάνησή τους δεν είναι μόνο στους δρόμους και τα πάρκα του Πόζναν, ούτε μόνο στα πυκνά δάση που το περιβάλλουν˙ είναι κυρίως στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου γεννιέται το φανατικό μίσος, αλλά και η ψυχρή λογική για να μετασχηματισθεί αυτό το μίσος σε γενοκτόνο σχέδιο, σε πλάνο εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων.

Είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς το βιβλίο σε ένα και μόνο είδος – και αυτό, βεβαίως, είναι μέρος της γοητείας του. Εφηβικό μυθιστόρημα, αφήγημα ενηλικίωσης (Bildungsroman), αλλά και μέρος μιας λογοτεχνικής παράδοσης που επιχειρεί να αποτυπώσει τη φρίκη και την κτηνωδία του Ολοκαυτώματος – αν και, μετά τις παρατηρήσεις του Αγκάμπεν για αυτόν τον όρο, έναν όρο φορτωμένο με νόημα που στερεί από τα θύματα το μάταιο του θανάτου τους και που, άθελά του, συμβάλλει στο σπιράλ μελλοντικών γενοκτονιών, πρέπει να είμαστε αρκετά προσεκτικοί με τη χρήση του. Πώς μπορεί λοιπόν να κοιτάξει κατάματα τον τρόμο και την κτηνωδία;

Μέσω ενός θρησκευτικού διαλογισμού σαν αυτόν που επιχειρεί ο Χανς Γιόνας στο «Ο Θεός μετά το Αουσβιτς»; Μέσα από ένα προσωπικό ταξίδι ανακάλυψης των αποθεμάτων ψυχικής δύναμης που όλοι κρύβουμε μέσα μας, σαν τον Βίκτορ Φρανκλ στο «Νόημα της ζωής»; Ή σαν τον Καμπανέλλη και τον Πρίμο Λέβι, εξομολογητικά, με στεγνές περιγραφές της φρίκης;

Η συγγραφέας επιλέγει να το κάνει με έναν τρόπο λοξό, χρησιμοποιώντας τη ματιά του παιδιού και του σκύλου, δυο πρισματικούς φακούς μέσα από τους οποίους δεν χάνει κανείς ποτέ την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, που μας βοηθούν να διευρύνουμε τις αισθήσεις μας, να μυρίζουμε το δάσος, να ακούμε μαζί με τον μικρό Μίκα τους λύκους, να πατάμε τα υγρά φύλλα, να συμμετέχουμε στο πανηγύρι της φύσης – την ίδια στιγμή που γύρω μας λαμβάνει χώρα το πανηγύρι της τρέλας και του θανάτου. Και μέσα από τα μάτια του παιδιού και του σκύλου δεν απογοητευόμαστε από τη ματαιότητα κατανόησης και μπορούμε και εμείς να δεχτούμε τα πράγματα με μια «παιδική» φυσικότητα που οδηγεί στη διεύρυνση της αντίληψης.

Πώς λοιπόν μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά για αυτά τα «πράγματα»; Μήπως πρέπει να τα κρύβουμε; Η απάντηση, όπως έχει δοθεί από τον Bruner εδώ και χρόνια, είναι αρνητική. Τα παιδιά, με τους κατάλληλους τρόπους και στα αντίστοιχα αφηγηματικά πλαίσια (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «Το Αουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου» της Ανέτα Βιεβιόρκα) μπορούν να ακούσουν, να μάθουν, να επεξεργαστούν τα πάντα.

Και μπορούν να μας οδηγήσουν και εμάς, παρέα με ένα μεγάλο κοκκινομάλλικο σέτερ και μέσα από τις σελίδες του «Γκαστόν» προς την έξοδο από τον λαβύρινθο της φρίκης και του θανάτου – είτε μιλάμε για την Πολωνία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, είτε μιλάμε για τη Γάζα τού σήμερα.

** Καθηγητής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο