Η Εθνικής Ιταλίας στο ποδόσφαιρο απέτυχε για τρίτη συνεχόμενη φορά να προκριθεί σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου και η χώρα -που ζει και αναπνέει για την μπάλα- προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της.
Θα γίνει προσπάθεια rebranding όλου του οικοδομήματος που λέγεται «ιταλικό ποδόσφαιρο» και αυτό ξεκίνησε από τα… βασικά. Δηλαδή την παραίτηση του πρόεδρου της Ομοσπονδίας, Γκαμπριέλε Γκράβινα. Ο 72χρονος παράγοντας έκατσε στην καρέκλα στα τέλη του 2018, αφού πρώτα ήταν πρόεδρος της ιταλικής Λίγκας, όλων δηλαδή των επαγγελματικών πρωταθλημάτων της χώρας. Μάλιστα, εξελέγη με ποσοστό 98%, κάτι που έγινε και στις δύο επόμενες εκλογές, καθώς με την πειθώ και τις δημόσιες σχέσεις του ήλεγχε όλο το σύστημα. Εξαργύρωσε, βλέπετε, την κατάκτηση του EURO 2021 και η εικόνα του δεν σπιλώθηκε ούτε όταν μια χρονιά μετά η «Σκουάντρα Ατζούρα» αποκλείστηκε στα μπαράζ από τη Βόρεια Μακεδονία.
Δύσβατος δρόμος
Ο Γκράβινα διήνυσε μια κακοτράχαλη και δύσκολη διαδρομή για να φτάσει στην κορυφή της πυραμίδας.
Γεννημένος στην Καστελανέτα, ανάμεσα στα βουνά του Αμπρούτσο, τελείωσε τη Νομική, αλλά αποφάσισε να ζήσει στα μέρη του και να μην πάει στη -σχετικά- κοντινή Ρώμη ή στον ιταλικό Βορρά. Κλειδί σε όλη του τη ζωή, αποδείχθηκε ο γάμος του.
Παντρεύτηκε την ανιψιά του Πιέτρο Ρέτσα. Του πλούσιου της περιοχής, όπου κανείς ακριβώς δεν ξέρει τι δουλειές έκανε. Είχε… γενικώς επιχειρήσεις και ουσιαστικά ήταν απλησίαστος. Αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες λένε ότι σπάνια μιλούσε κι αυτό γιατί δεν ήξερε τα κανονικά ιταλικά, παρά μόνο τη διάλεκτο της περιοχής.
Ομως, αυτός ο τύπος κατάφερε να κάνει πολλά λεφτά και παρέα με τον Γκράβινα αποφάσισαν να αναλάβουν την τοπική ομάδα, την Καστέλ Ντι Σάνγκρο, το ’84. Μέσα σε 13 χρόνια, το ’97, κατάφεραν να την ανεβάσουν απ’ όλες τις κατηγορίες και να φτάσουν στη Β’ Εθνική, γράφοντας Ιστορία. Πρώτη φορά ομάδα από τόσο μικρή πόλη (5.500 κάτοικοι) ανέβαινε τόσο ψηλά στις βαθμίδες του ιταλικού ποδοσφαίρου, που εκείνη την εποχή διέθετε το καλύτερο πρωτάθλημα στον κόσμο.

Η ιστορία αυτή ξεσήκωσε έναν Αμερικανό συγγραφέα, τον Τζο ΜακΓκίνις, ο οποίος για μια σεζόν άφησε τη Βοστώνη και εγκαταστάθηκε στο μικρό χωριό για να καλύψει από κοντά την πορεία της ομάδας. Το βιβλίο του, «Τα δοκάρια του Καστέλ Ντι Σάνγκρο» κυκλοφόρησε το 1999 και είναι καταπληκτικό. Διότι πέρα από τη χαρισματική αφήγηση του ΜακΓκίνις, που συμπεριφέρεται σαν αμερικανάκι μέσα στη βαθιά ιταλική επαρχία (που δεν απέχει και πολύ από τη δική μας), εκείνη τη χρονιά έγιναν πράγματα που ούτε σε… βιβλίο δεν γίνονται: δύο νεαροί παίκτες έχασαν τη ζωή τους σε αυτοκινητικό δυστύχημα, ένας άλλος πιάστηκε για εμπόριο κοκαΐνης, ένας τέταρτος εξαφανίστηκε από την περιοχή, αφού πρώτα του είχε γίνει μια -αμφιβόλου προέλευσης- ένεση και νοσηλεύτηκε σε άλλη πόλη.
Επίσης, η Καστέλ Ντι Σάνγκρο για μήνες έπαιζε σε γήπεδο 100 χιλιόμετρα μακριά, αφού στο δικό της δεν γίνονταν έγκαιρα τα έργα που προέβλεπαν οι κανονισμοί και τέλος πάντων, όλα τα παραπάνω αλλά και τα επόμενα πιο… ανάλαφρα περιστατικά, χρεώνονται από τον συγγραφέα στον Γκράβινα. Εκτός, φυσικά, από τον θάνατο των παιδιών.
Προπονητής σε εκείνη την ομάδα ήταν ο Οσβάλντο Γιακόνι. Ενας ακραία δογματικός και αυστηρός κόουτς, που έφτασε στο σημείο να απορρίψει μια μεταγραφή μεγατόνων, του αρχηγού της εθνικής Γκάνας, Οτο Αντο, που πείστηκε από τον Γκράβινα να αφήσει την Αϊντραχτ Φρανκφούρτης για τον φτωχό ιταλικό Νότο. Ο Γιακόνι πίστευε ότι ένας τέτοιος σταρ δεν θα κολλούσε στο δικό του σύνολο, ενώ αφέθηκαν και κάποιες ρατσιστικές υπόνοιες…
Ο Γκράβινα δεν το έβαλε κάτω και έφερε στην ομάδα τον Νιγηριανό επιθετικό Ρόμπερτ Πόνικ με θητεία στη Λέστερ. Ο θηριώδης φορ παρουσιάστηκε σε συνέντευξη Τύπου και έκανε ντεμπούτο σε φιλικό παιχνίδι, ειδικά γι’ αυτόν. Ο κόσμος γέμισε το γήπεδο και είδε έναν παίκτη σαν τον… Πίου. Δεν μπορούσε ούτε κοντρόλ να κάνει. Ο Πόνικ κάποια στιγμή τσακώθηκε με έναν συμπαίκτη του και πήρε την κόκκινη κάρτα από τον διαιτητή για να τον αποβάλλει! Τότε αποκαλύφθηκε πως δεν ήταν παίκτης, αλλά ηθοποιός και είχε προσληφθεί από τον Γκράβινα για να κάνει ένα σόου, με στόχο να κερδίσει η ομάδα δημοσιότητα! Ηταν μια κάκιστη ιδέα, που έδειξε από τότε το τι μπορεί να σκεφτεί ένας «δαιμόνιος» νους. Και στην τελική, στο πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει σε μια χώρα σαν την Ιταλία.
Το φινάλε του βιβλίου ήταν ακόμη πιο κατατοπιστικό. Την προτελευταία αγωνιστική, η Καστέλ Ντι Σάνγκρο εξασφάλισε την παραμονή της και πήγε να κλείσει το πρωτάθλημα στο Μπάρι. Η τοπική ομάδα ήθελε μόνο νίκη για να ανεβεί κατηγορία και μάλιστα για να είναι σίγουρη στις ισοβαθμίες έπρεπε να σκοράρει τρεις φορές. Ο ΜακΓκίνις παρατήρησε μια ανεξήγητη χαλαρότητα στους παίκτες, κάτι που εδώ στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Στον Αμερικανό, όμως, έκανε. Αρχισε να σκαλίζει το θέμα και στο βιβλίο του έγραψε πως ουσιαστικά ο Γκράβινα είχε στήσει το ματς, που έληξε όπως ήθελε η Μπάρι, με σκορ 3-1.
«Στημένο»
Με τα χρόνια εμφανίστηκαν και άλλοι παίκτες που είπαν ότι ο αγώνας ήταν «μιλημένος», κάτι που δικαιώνει τον συγγραφέα. Οταν βγήκε το βιβλίο, ο Γκράβινα έγινε γνωστός σε όλη την Ιταλία και όχι μόνο. Εκανε αγωγές στον ΜακΓκίνις και πέτυχε την απαγόρευση του βιβλίου στη χώρα, όπως και την απαγόρευση εισόδου του ίδιου του συγγραφέα! Ενημερωτικά, ο ΜακΓκίνις πήγε στην Ιταλία (στο λιμάνι της Νάπολης με κρουαζιερόπλοιο) για λίγες ώρες, δίχως πρόβλημα, ενώ το 2014 έφυγε από τη ζωή.
Με όχημα την καπατσοσύνη του και το ρητό του μάρκετινγκ «κάθε δημοσιότητα είναι καλή δημοσιότητα», ανελίχθηκε σιγά-σιγά στο ιταλικό ποδόσφαιρο: μέλος σε επιτροπές της UEFA, γενικός διευθυντής της Εθνικής Ελπίδων της χώρας, υπεύθυνος του προπονητικού κέντρου των «Ατζούρι» στο Κονβερτσιάνο, πρόεδρος της Λίγκας, πρόεδρος της ιταλικής Ομοσπονδίας ποδοσφαίρου. Διόλου άσχημα για τον -ουσιαστικά- γαμπρό ενός ορεσίβιου επιχειρηματία σε μια κουκκίδα του ιταλικού χάρτη. Το πώς ανέβηκε τα σκαλοπάτια δεν το ξέρουμε, αλλά σίγουρα το φανταζόμαστε…
