Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Νοέλια Καστίγιο Ράμος, που πέθανε με ευθανασία στην Ισπανία πριν από μερικές μέρες, δεν μας φέρνει αντιμέτωπους μόνο με το δικαίωμα ενός ανθρώπου να τερματίσει τη ζωή του, δηλαδή με τα όρια της αυτοδιάθεσης, αλλά και με το είδος της ζωής που του επιτράπηκε να ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, το είδος θωράκισης και προστασίας που μια πολιτεία κατόρθωσε να προσφέρει σε αυτό το άτομο προτού φτάσει σε αυτή την κατάσταση.

Η επιθυμία για τερματισμό της ζωής -σύμφωνα με την ψυχαναλυτική σκέψη- δεν ανάγεται απλώς σε μια «λογική» απόφαση, αλλά εγγράφεται στο ασυνείδητο ως απάντηση σε αφόρητο ψυχικό ή σωματικό πόνο, απώλεια νοήματος ή διάλυση της ταυτότητας. Η υπόθεση της 25χρονης στην Ισπανία επαναφέρει αναμφίβολα με ένταση ένα από τα πιο σύνθετα και αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης εποχής καθώς η ευθανασία βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ ατομικής επιθυμίας, κοινωνικών δομών και πολιτισμικών αξιών. Ωστόσο το φως δεν πρέπει να πέσει πάνω στην κουλτούρα θανάτου μιας χώρας που έχει νομιμοποιήσει την εκούσια ευθανασία όσο και τον υποβοηθούμενο θάνατο από τον Μάρτιο του 2021, επιτρέποντας σε ενήλικες με σοβαρές και ανίατες παθήσεις να επιλέξουν να κόψουν το νήμα της ζωής, αλλά κυρίως στην πολιτική ζωής μιας χώρας, στην πολιτική αντίληψη της ανθρώπινης υγείας και αξιοπρέπειας.

Η ιστορία της Νοέλια Καστίγιο φέρνει συνεπώς στο προσκήνιο ένα βαθύτερο και πιο ανησυχητικό ερώτημα: κατά πόσο το δικαίωμα στη ζωή είχε ήδη παραβιαστεί πολύ πριν τεθεί το αίτημα για τον τερματισμό της. Οταν ένα άτομο έχει βιώσει παιδική κακοποίηση, εγκατάλειψη και αστεγία, η επίκληση της «ελεύθερης επιλογής» καθίσταται προβληματική, καθώς η ίδια η συγκρότηση του υποκειμένου έχει διαμορφωθεί μέσα σε συνθήκες βίας και στέρησης.

Η Νοέλια Καστίγιο Ράμος είχε υποστεί έναν ομαδικό βιασμό πριν από μερικά χρόνια και είχε μείνει τετραπληγική έπειτα από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Είχε γεννηθεί σε μια οικογένεια με γονείς εθισμένους σε ουσίες και αλκοόλ, είχε βιώσει την αστεγία όταν η μητέρα της έχασε το σπίτι τους, είχε αναγκαστεί να συμβιώσει με τον αλκοολικό πατέρα της μετά το διαζύγιο των γονιών της και είχε καταλήξει σε κρατικό ορφανοτροφείο και ανάδοχες οικογένειες -όχι τόσο κατάλληλες- όταν το ισπανικό κράτος αποφάσισε να την απομακρύνει από την πυρηνική της οικογένεια. Το 2024 η Νοέλια αιτήθηκε το κατοχυρωμένο δικαίωμά της να τερματίσει με αξιοπρέπεια τη ζωή της. Η αίτηση για υποβοηθούμενο θάνατο πυροδότησε νομικές μάχες και δημόσια συζήτηση σχετικά με την ψυχική υγεία και το δικαίωμα στον θάνατο και μια δικαστική διαμάχη με τον ίδιο της τον πατέρα, ο οποίος «για κάποιο λόγο την ήθελε ζωντανή», όπως έλεγε η Νοέλια υπονοώντας τα επιδόματα. Συγκεκριμένα, αφού η Επιτροπή Εγγυήσεων και Αξιολόγησης της Generalitat της Καταλονίας ενέκρινε την ευθανασία που ζήτησε η νεαρή γυναίκα, ακολουθώντας τα κριτήρια που ορίζει η κρατική νομοθεσία, ο πατέρας της προσέφυγε κατά της απόφασης, επιτυγχάνοντας αρχικά την προληπτική αναστολή της διαδικασίας και ξεκινώντας μια δικαστική διαδικασία που πέρασε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλονίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Συνταγματικό Δικαστήριο και, τέλος, στον ευρωπαϊκό βαθμό, ο οποίος τελικά επικύρωσε τις ενέργειες των γιατρών και των προηγούμενων δικαστών. Ο πατέρας της υποστήριξε ότι η κόρη του πάσχει, εκτός από την παράλυση των ποδιών της, από ψυχική ασθένεια που την καθιστά ανίκανη να λάβει αυτού του είδους τις αποφάσεις.

Η πρώιμη κακοποίηση σύμφωνα με την ψυχαναλυτική σκέψη διαρρηγνύει τη βασική σχέση εμπιστοσύνης με τον Αλλο. Το παιδί που βιώνει βία δεν στερείται μόνο τη φροντίδα, αλλά και τη δυνατότητα να συγκροτήσει ένα σταθερό «εγώ». Η απουσία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος οδηγεί συχνά σε αυτό που η ψυχανάλυση περιγράφει ως «τραυματική εγγραφή»: μια εμπειρία που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί πλήρως και επιστρέφει ως επώδυνο ίχνος στην ψυχική ζωή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιθυμία για θάνατο δεν είναι απλώς μια συνειδητή επιλογή, αλλά μπορεί να ιδωθεί ως έκφραση μιας βαθιάς ψυχικής αποδιοργάνωσης ή μιας εσωτερικευμένης εγκατάλειψης.

Παράλληλα, η εμπειρία της αστεγίας εντείνει αυτή τη διάρρηξη. Το «σπίτι» δεν είναι μόνο φυσικός χώρος αλλά και ψυχικό καταφύγιο. Η απουσία του μεταφράζεται σε μια διαρκή κατάσταση επισφάλειας, όπου το σώμα και η ύπαρξη εκτίθενται σε κινδύνους χωρίς προστασία. Η κοινωνική θεωρία έχει αναδείξει ότι η αστεγία δεν αποτελεί απλώς ατομική αποτυχία, αλλά συστημική αποτυχία των δομών πρόνοιας. Σε αυτό το πλαίσιο, το άτομο μετατρέπεται σε «πλεονάζον σώμα», ένα υποκείμενο που δεν εντάσσεται πλήρως στο κοινωνικό σώμα και συνεπώς δεν απολαμβάνει πλήρως τα δικαιώματά του.

Από πολιτική σκοπιά, η υπόθεση αυτή εγείρει κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία του κράτους και την έννοια της βιοπολιτικής, δηλαδή τη διαχείριση της ζωής και του θανάτου από θεσμούς εξουσίας. Το κράτος, που υποτίθεται ότι εγγυάται την προστασία της ζωής, αποτυγχάνει όταν δεν παρεμβαίνει έγκαιρα για να προστατεύσει ένα παιδί από κακοποίηση ή έναν έφηβο από την αστεγία. Η μη παρέμβαση δεν είναι ουδέτερη: συνιστά μια μορφή βίας μέσω αδιαφορίας. Ετσι, δημιουργείται ένα παράδοξο: το ίδιο σύστημα που δεν κατάφερε να διασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής καλείται αργότερα να επικυρώσει την απόφαση για τον τερματισμό της ζωής.

Η έννοια του «δικαιώματος στη ζωή» δεν μπορεί να περιοριστεί στη βιολογική επιβίωση. Περιλαμβάνει την πρόσβαση σε φροντίδα, ασφάλεια, στέγη και ψυχική υποστήριξη. Οταν αυτά απουσιάζουν, το δικαίωμα αυτό υπονομεύεται ουσιαστικά. Η επιλογή της ευθανασίας, σε τέτοιες συνθήκες, δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ιστορικό εγκατάλειψης και βίας που προηγήθηκε. Αντίθετα, αναδεικνύει την αποτυχία ενός ολόκληρου πλέγματος θεσμών και αποτελεί ένα σύμπτωμα μιας αφόρητης προσωρινότητας, σωματικής, κοινωνικής και ψυχικής.

Επιπλέον η ασθένεια, ιδιαίτερα όταν είναι ανίατη ή εκφυλιστική, διαρρηγνύει την εικόνα του σώματος και του εαυτού. Σε αυτή τη συνθήκη, η ευθανασία ενδέχεται να εμφανίζεται όχι ως άρνηση της ζωής, αλλά ως προσπάθεια ανάκτησης ελέγχου και αξιοπρέπειας – μια πράξη που επανανοηματοδοτεί το τέλος ως επιλογή. Η ψυχανάλυση φυσικά δεν παύει να θέτει το κρίσιμο ερώτημα: σε ποιον βαθμό η επιθυμία για θάνατο είναι «αυθεντική» και σε ποιον βαθμό επηρεάζεται από ασυνείδητες δυναμικές, ενοχές ή την εσωτερίκευση κοινωνικών προσδοκιών.

Η πραγματική πρόκληση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν να απαντηθεί το ερώτημα εάν το άτομο έχει το δικαίωμα να πεθάνει, αλλά να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στο γιατί δεν του διασφαλίστηκε ποτέ πλήρως το δικαίωμα να ζήσει. Κι όταν η ζωή δεν προστατεύεται, δεν μένει παρά να προστατευτεί το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.