Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ληστοκρατία, μάστιγα της ελληνικής υπαίθρου για πολλά χρόνια, και η διαπλοκή με πολιτικούς παράγοντες προκάλεσαν την τραγωδία, που έμεινε στην ιστορία ως η «Σφαγή του Δήλεσι» και καταβαράθρωσε την εικόνα του «νεαρού» –τότε– ελληνικού κράτους στο εξωτερικό.

Η υπόθεση «ξετυλίχτηκε», τις μέρες του Πάσχα του 1870, με επίκεντρο την άγρια εκτέλεση από ληστές τριών Αγγλων και ενός Ιταλού διπλωματικού υπαλλήλου. Για δεκαετίες όμως έμειναν στο «σκοτάδι» οι πολιτικές προεκτάσεις της.

Αντίθετα, από πολύ νωρίς ήρθε στην επιφάνεια η διασύνδεση διαφόρων πολιτικών με ληστές και σε συνδυασμό με την ανταλλαγή κατηγοριών μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης σχηματίστηκε η εντύπωση ότι η υπόθεση «ήταν μια διαμάχη μεταξύ φατριών, ένα πολιτικό παιχνίδι», όπως είπε, μιλώντας στη Βουλή των Λόρδων (23.5.1870), ο κόμης Χένρι Χέρμπερτ (Henry Howard Molyneux Herbert).

«[…] ούτε η ελληνική αντιπολίτευση ούτε η ίδια η ελληνική κυβέρνηση μπορούν να ισχυριστούν ότι είναι απαλλαγμένες από κάθε υποψία συνενοχής», ανέφερε. Γι’ αυτό, οι Αγγλοι επεδίωξαν πιεστικά να διερευνηθούν οι ευθύνες πολιτικών προσώπων. Ομως, όταν η έρευνα στράφηκε στον ρόλο ενός Αγγλου μεγαλοκτηματία στην Εύβοια, τότε η αγγλική κυβέρνηση… ανέκρουσε πρύμναν.

Τη μεταστροφή επισήμανε ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κάρολος Τάκερμαν, ο οποίος στο έργο του «Οι Ελληνες της σήμερον» (Αθήνα 1877, σελ. 244) σχολίασε ότι δεν ήταν παράδοξη «η εν τοις κυβερνητικοίς του Λονδίνου κύκλοις επιδειχθείσα επιθυμία ν’ αποσιωπηθή η υπόθεσις αύτη».

Παρότι η εμπλοκή πολιτικών προσώπων δεν αποδείχτηκε, εκτός από κάποιες κατηγορίες που αποδόθηκαν σε δύο βουλευτές, χωρίς τελικά να παραπεμφθούν σε δίκη, η πολιτική κρίση δεν αποφεύχθηκε. Η κυβέρνηση του Θρασύβουλου Ζαΐμη βρέθηκε σε δεινή αμηχανία και τελικά παραιτήθηκε, ενώ είχε προηγηθεί η παραίτηση του υπουργού Στρατιωτικών Σκαρλάτου Σούτσου.

Ομως, ο σάλος που ξέσπασε σε όλη την Ευρώπη και στις ΗΠΑ προκάλεσε δυσμενέστατες εντυπώσεις για την Ελλάδα. Ιδιαίτερα στην Αγγλία επικράτησε έντονη ανθελληνική ρητορική και εάν δεν ξεσπούσε ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, που κυριάρχησε στη διπλωματική κονίστρα, υπήρχε φόβος τα πράγματα να οξυνθούν στον μέγιστο βαθμό.

Δημοσιεύματα σε εφημερίδες των ΗΠΑ για τη «σφαγή στο Δήλεσι»
Δημοσιεύματα σε εφημερίδες των ΗΠΑ για τη «σφαγή στο Δήλεσι»

Ας δούμε, όμως, την εξέλιξη των τραγικών γεγονότων, που άρχισαν στις 30 Μαρτίου 1870. Ισως, λίγους μήνες νωρίτερα…

Συγκεκριμένα, ενώ η κυβέρνηση Ζαΐμη, που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση μετά την αποτυχία της Κρητικής Επανάστασης του 1866, προπαγάνδιζε τις επιτυχίες της στην πάταξη της ληστείας, επανεμφανίστηκε, στις αρχές του 1870, στα ελληνικά εδάφη, η συμμορία των αδελφών Αρβανίτη, του Τάκου (Δημήτρη) και του Χρήστου.

Η εφημερίδα «Μέλλον» είχε αποκαλύψει στις 20 Φεβρουαρίου 1870 την εμφάνιση της συμμορίας στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάρων, πιθανολογώντας ότι επρόκειτο να… χρησιμοποιηθεί στις επικείμενες δημοτικές εκλογές. Επέρριπτε, δε, ευθύνες στον υπουργό Στρατιωτικών Σκαρλάτο Σούτσο, μεγαλοκτηματία στην Αττική.

Ωστόσο, παρότι δεν αποδείχτηκε να είχε σχέση ο Σούτσος με τους αδελφούς Αρβανίτη, είναι σίγουρο ότι πολλοί τσιφλικάδες χρησιμοποιούσαν τους ληστές για να προστατεύουν τις εκτάσεις τους και πολλοί πολιτικοί για να πιέζουν τους ψηφοφόρους.

Αργότερα, θα επιβεβαιωθεί ότι η συμμορία των Αρβανιταίων, όπως την έλεγαν, βρισκόταν στην Αττική και το βράδυ της 28ης προς την 29η Μαρτίου έφτασε έξω από το Πικέρμι, έχοντας πληροφορηθεί την επικείμενη διέλευση ξένων περιηγητών…

Πραγματικά, το πρωί της Δευτέρας 30 Μαρτίου αναχώρησαν από το «Ξενοδοχείο της Αγγλίας», στην οδό Αιόλου, που θεωρούνταν το μεγαλύτερο και καλύτερο της πρωτεύουσας, δύο άμαξες για μια εκδρομή στον Μαραθώνα.

Στις άμαξες επέβαιναν επτά Αγγλοι υπήκοοι: ο λόρδος Μάνκαστερ (Muncaster) με τη σύζυγό του, ο συγγενής του Φρειδερίκος Βίνερ (Frederick Vyner), ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ (Edward Herbert) και ο δικηγόρος Εδουάρδος Λόυδ (Edward Lloyd), με τη σύζυγό του και την πεντάχρονη κόρη τους. Μαζί τους ήταν ο κόμης Αλβέρτος ντελ Μπουλ (Alberto Del Boyl), γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας. Τους συνόδευαν ο ξεναγός-διερμηνέας και υπάλληλος του «Ξενοδοχείου της Αγγλίας» Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, ένας Ιταλός υπηρέτης και τέσσερις έφιπποι χωροφύλακες, οι οποίοι αποτελούσαν τη φρουρά τους.

Κατά την επιστροφή από τον Μαραθώνα, περίπου στις 4.30 το απόγευμα, κοντά στη γέφυρα του Πικερμίου, οι ληστές εμφανίστηκαν μέσα από κοντινό δάσος και πυροβολώντας πετάχτηκαν στον δρόμο. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει τη ζωή του ένας χωροφύλακας και ένας άλλος να τραυματιστεί βαριά πέφτοντας από το άλογο. Οι ληστές υποχρέωσαν τους ξένους να κατέβουν από τις άμαξες, άρπαξαν τα κοσμήματα της λαίδης Μάνκαστερ και απειλώντας τους με μαχαίρια τους τράβηξαν προς την Πεντέλη.

Σκίτσο των δύο αρχιληστών, ο Τάκος Αρβανίτης (αριστερά) και ο Χρήστος. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 9.7.1902
Σκίτσο των δύο αρχιληστών, ο Τάκος Αρβανίτης (αριστερά) και ο Χρήστος. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 9.7.1902
Το παραπεμπτικό βούλευμα για τη συμμορία των Αρβανιταίων, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών»
Το παραπεμπτικό βούλευμα για τη συμμορία των Αρβανιταίων, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών»

Το ερώτημα ήταν γιατί δεν υπήρχε επαρκής φύλαξη των επίσημων ξένων κατά την εκδρομή τους. Η εφημερίδα «Ακρόπολις», σε έρευνα που δημοσίευσε αρκετά χρόνια αργότερα (Ιούλιος 1902), έγραψε ότι οι ξένοι ξεκίνησαν για την εκδρομή, αφού έλαβαν τη διαβεβαίωση από την αγγλική πρεσβεία πως δεν υπήρχαν ληστές στην Αττική και ήταν ασφαλείς.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος, σε υπόμνημά του που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Αιών» (φ. 20.4.1870), ισχυρίστηκε ότι δεν δόθηκε επαρκής φρούρηση διότι η σχετική αίτηση δεν έγινε προς κάποιον από τους συναρμόδιους υπουργούς Εξωτερικών, Εσωτερικών ή Στρατιωτικών αλλά στην Αστυνομία. Από εκεί διαβιβάστηκε στη Χωροφυλακή και διατέθηκαν τέσσερις ιππείς. Επίσης, ενημερώθηκε ο Σταθμός Κηφισιάς αλλά δεν προλάβαιναν να ενημερωθούν τα καταδιωκτικά αποσπάσματα…

Κατά τον Σούτσο, όλα γίνονταν «εν πληρεστάτη αγνοία της Κυβερνήσεως, καθότι ουδείς των υπουργών είχε λάβει άμεσον ή έμμεσον γνώσιν της μελετωμένης εκδρομής»… Από τότε, λοιπόν, υπήρχε η δικαιολογία της κυβερνητικής άγνοιας. Δεν είναι σημερινό εύρημα… Στο μεταξύ, οι ληστές απελευθέρωσαν τις δύο γυναίκες και το μικρό κορίτσι, τους έδωσαν τα άλογα των χωροφυλάκων και με έναν συνοδό τις έστειλαν στην Αθήνα.

Αυτοί, μετά από πολύωρη πεζοπορία, περίπου στις 2 τα ξημερώματα σταμάτησαν σε έναν ξερό χείμαρρο. Εψησαν τρία αρνιά και έφαγαν προσφέροντας στους ομήρους τα καλύτερα κομμάτια. Ο Τάκος, ο αρχηγός της συμμορίας, ήταν κατενθουσιασμένος. Ηταν ήδη επικηρυγμένος με 15.000 δραχμές και ο αρχικός στόχος του ήταν να απαγάγει κάποιον ξένο και να ζητήσει αμνηστία.

«Θα το πετάξω ύστερα το τουφέκι μου», φέρεται να έλεγε. Και κατά την έρευνα της εφημερίδας «Ακρόπολις» συμπλήρωνε: «Ημείς επεριμέναμεν να συλλάβωμεν έννα ξένο, αλλ’ ο Θεός μας αγαπά και μας έστειλε πέντε!..» Τότε, αποφάσισαν να απελευθερώσουν έναν όμηρο, να πάει στην Αθήνα και να μεταφέρει τα αιτήματά τους: την καταβολή 25.000 λιρών Αγγλίας ως λύτρα –τεράστιο ποσό– και χορήγηση αμνηστίας. Οι όμηροι αποφάσισαν να απελευθερωθεί ο λόρδος Μάνκαστερ.

Η είδηση του θανάτου του λόρδου Μάνκαστερ (Muncaster) ήταν η αφορμή για ακόμη μία φορά της αναμόχλευσης της αιματηρής ληστείας από τις ξένες εφημερίδες. Πέθανε τον Απρίλιο του 1917 και πολλές εφημερίδες, ακόμα και στην Αυστραλία, «θυμήθηκαν» την ιστορία
Η είδηση του θανάτου του λόρδου Μάνκαστερ (Muncaster) ήταν η αφορμή για ακόμη μία φορά της αναμόχλευσης της αιματηρής ληστείας από τις ξένες εφημερίδες. Πέθανε τον Απρίλιο του 1917 και πολλές εφημερίδες, ακόμα και στην Αυστραλία, «θυμήθηκαν» την ιστορία

Την ίδια ώρα, στην Αθήνα επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός επέστρεψαν, εσπευσμένα, από ταξίδι στις Κυκλάδες, η αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, εξαπέλυε πυρά κατά της κυβέρνησης και το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίαζε πάντα παρουσία του Αγγλου πρέσβη. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος ανησυχούσε για τις συνέπειες, καθώς πολλοί περιηγητές, Αγγλοι και Γερμανοί, εγκατέλειψαν την πόλη.

«Σήμερον, λέγεται θετικώς ότι η ληστεία ήτο πολιτικόν κίνημα, σκοπόν έχον […] να επιφέρη υπουργικήν κρίσιν», έγραψε στους «Times» του Λονδίνου ένας περιηγητής ονόματι Κουκ. «Το συμβάν θεωρείται υπό των κατοίκων των Αθηνών ως ολέθριον, διότι θα εμποδίση τας επισκέψεις των ξένων. Οι οδηγοί και οι αμαξηλάται οικτείρουσιν την έλλειψιν εργασίας. Οι ξενοδόχοι τρέμουν τας συνεπείας», πρόσθετε ο ίδιος, όπως σημείωνε η «Ακρόπολις».

Η κυβέρνηση με τους απεσταλμένους της είπε στους ληστές ότι θα είναι ελεύθεροι να μείνουν στον Ωρωπό μέχρι να τελειώσουν οι διαπραγματεύσεις. Ετσι, σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που γίνονταν υπό τη στενή –έως ασφυκτική– παρακολούθηση της αγγλικής πρεσβείας, οι ληστές κινούνταν ελεύθεροι, χωρίς όπλα, στην αγορά και στα μαγαζιά του Ωρωπού δεχόμενοι επισκέψεις του ιερέως και του δημάρχου και πηγαίνοντας στην εκκλησία. Μάλιστα την Κυριακή των Βαΐων πήγαν με τους ομήρους στην εκκλησία και πήραν τα βάγια από τα χέρια του παπά.

Οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν ένα 10ήμερο και αποδείχτηκαν εξαιρετικά δύσκολες. Από την κυβερνητική πλευρά διαπραγματευτής ήταν ο αντισυνταγματάρχης Β. Θεαγένης, ενώ οι Αγγλοι επέβαλαν την παρουσία του Φρανκ Νοέλ, ενός μεγαλοτσιφλικά στην Εύβοια, που θεωρείται ότι είχε σκοτεινό ρόλο στην υπόθεση.

Σημείο-κλειδί αποδείχτηκε η χορήγηση αμνηστίας, ένα στοιχείο που, σύμφωνα με μελετητές (Δ. Βαρδαλής, «Το επεισόδιο του Δήλεσι μέσα από τον Τύπο της εποχής», διπλωματική εργασία, Αθήνα 2015), «εγείρει πολλά ερωτήματα διότι τις περισσότερες φορές οι αξιώσεις των ληστών περιορίζονταν στην απαίτηση μόνο λύτρων».

Η κυβέρνηση αρνούνταν να δώσει αμνηστία, φοβούμενη ότι κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη ληστεία. Εναλλακτικά πρότεινε την ασφαλή απομάκρυνση των ληστών με αγγλικό ή άλλο πλοίο προς όποια κατεύθυνση ήθελαν. Η Αγγλία επισήμως φάνηκε να κατανοεί την κυβερνητική άποψη, αν και υπήρξαν στο Λονδίνο πολλές φωνές υπέρ της χορήγησης αμνηστίας.

Και ενώ οι ληστές φάνηκε να συζητάνε εναλλακτικές προτάσεις, ξαφνικά εμφανίστηκαν αμετακίνητοι στο αίτημα για χορήγηση αμνηστίας. Ο Θ. Ζαΐμης μίλησε για παρέμβαση ατόμων, που ήθελαν να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση και μετέπεισαν τους ληστές. Αργότερα, διευκρίνισε ότι δεν εννοούσε στελέχη της αντιπολίτευσης. Πάντως, στην τσέπη του αρχιληστή Χρήστου Αρβανίτη βρέθηκε μετά τον θάνατό του ένα γράμμα που τον προέτρεπε να επιμείνει στην αμνηστία. Ο αποστολέας του γράμματος δεν έχει διευκρινιστεί. Ωστόσο, οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως αποστολέα τον αδελφό του αρχιληστή, που εργαζόταν στην υπηρεσία του Νοέλ.

Μάλιστα, όπως έγραψε «Το Μέλλον» (φ. 12.6.1870), εάν ήταν Ελληνας ο Νοέλ και είχε στην υπηρεσία του τον αδελφό του λήσταρχου, «θα εσύρετο αμέσως εις τη φυλακήν και άνευ της επιβαρυντικής περιστάσεως της επιμονής των κακούργων εις αμνηστείαν μετά την προς τούτον συγκοινωνίαν». Ομως, ο Νοέλ όχι μόνο δεν προφυλακίστηκε αλλά μετά από πιέσεις των Αγγλων –που αναφέρει και ο Αμερικανός πρέσβης– απαλλάχθηκε με βούλευμα.

Τελικά, οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και οι ληστές παρά τις προειδοποιήσεις του Θεαγένη αποφάσισαν να μετακινηθούν από τον Ωρωπό. Ομως, ήδη στην περιοχή είχαν αναπτυχθεί στρατιωτικά αποσπάσματα. Ετσι, όταν εντοπίστηκε, τη Μεγάλη Πέμπτη 9 Απριλίου, η συμμορία να μετακινείται, ακολούθησε η αιματηρή συμπλοκή στο Δήλεσι.

Εκεί οι ληστές εκτέλεσαν με μεγάλη αγριότητα τους ομήρους, ενώ έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες των στρατιωτών και επτά από αυτούς, ανάμεσά τους ο Χρήστος Αρβανίτης. Επίσης, συνελήφθησαν τέσσερις ληστές ενώ άλλοι 10, μαζί με τον Τάκο, διέφυγαν. Οι όμηροι που έχασαν τη ζωή τους ήταν οι Βίνερ, ο Χέρμπερτ (Edward Herbert), ο δικηγόρος Εδουάρδος Λόυδ και ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας Μπουλ. Η νεκρώσιμος ακολουθία των θυμάτων έγινε, με όλες τις τιμές, το Μ. Σάββατο 11 Απριλίου και τη Δευτέρα του Πάσχα.

Στις 9 Μαΐου 1870 έγινε η δίκη στο Κακουργιοδικείο Αθηνών επτά μελών της συμμορίας, των συλληφθέντων στο Δήλεσι και άλλων τριών που είχαν συλληφθεί νωρίτερα. Μετά από πολύωρη, ολονύχτια διαδικασία όλοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τελικά, στη λαιμητόμο που στήθηκε στο Πεδίον του Αρεως οδηγήθηκαν στις 8 Ιουνίου 1870 οι πέντε από τους καταδικασθέντες. Για έναν η ποινή μετατράπηκε από τον Αρειο Πάγο σε ισόβια δεσμά και για έναν άλλο αναβλήθηκε η εκτέλεση για να καταθέσει στην ανάκριση που συνεχιζόταν για άλλους συνεργάτες των ληστών.

Οι ανακρίσεις, όπως αναφέρει ο Αμερικανός πρέσβης (ό.π., 242), διήρκεσαν 7 μήνες. Ο αριθμός των συλληφθέντων ποιμένων και χωρικών έφτασε τους 111, απ’ αυτούς δύο πέθαναν στη φυλακή, 47 αφέθηκαν ελεύθεροι διότι δεν βρέθηκαν αποδείξεις και 62 οδηγήθηκαν σε δίκη. Πολλοί από τους 62 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, καθώς αποδείχτηκε ότι βοήθησαν με κάποιο τρόπο τους ληστές, ενώ δύο καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά επειδή ειδοποίησαν τους ληστές για το πέρασμα των ξένων.

Ο Τάκος Αρβανίτης συνέχισε τη δράση του για περίπου δύο χρόνια, μέχρι που έχασε τη ζωή του σε μάχη με στρατιωτικό απόσπασμα στην –τότε υπό οθωμανική κατοχή– Μακεδονία.