Ισχυρή δόση αυτοκριτικής (ή κριτικής, αν προτιμάτε, προς την απερχόμενη ηγεσία) εμπεριέχει η εισήγηση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, που υπερψήφισε νωρίτερα η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Αριστεράς.
Με την επισήμανση ότι το χρονικό διάστημα που μας χωρίζει ως τις εθνικές εκλογές μπορεί να μην είναι και τόσο μεγάλο, η Κεντρική Επιτροπή αναγνωρίζει ότι «η δημοσκοπική πραγματικότητα για τη Νέα Αριστερά είναι κάθε άλλο από ρόδινη. Τα ποσοστά μας στις δημοσκοπήσεις παραμένουν χαμηλά, μακριά από το εκλογικό όριο του 3%, κυμαινόμενα κατά μέσο όρο γύρω από το 2%. Δεν είναι λίγες οι μετρήσεις που δείχνουν τα ποσοστά μας να κυμαίνονται και χαμηλότερα. Η εικόνα των ποσοστών μας στις ηλικιακές κατηγορίες, επίσης παραμένει προβληματική, αφού η εκλογική μας επιρροή στους νέους και τις νέες ως τα 25 έτη είναι σχεδόν ανεπαίσθητη. Αντίστοιχα, όπως όμως είναι και αναμενόμενο, τα υψηλότερα ποσοστά μας καταγράφονται στα αστικά κέντρα, με σημαντικά προβλήματα στην περιφέρεια».
Εξίσου προβληματική η εικόνα της Νέας Αριστεράς και σε σύγκριση με άλλα κόμματα της Αριστεράς: «Την ίδια στιγμή η εκλογική “ψαλίδα” μας με το Μέρα25 έχει μεγαλώσει, με δικά τους αυξητικά ποσοστά και δικά μας μειούμενα, ενώ με τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει μειωθεί μεν, αλλά εξαιτίας της δικής του πτώσης από την οποία δυσκολευόμαστε να καρπωθούμε κάποιο μερίδιο».
Οι διαπιστώσεις αυτές γίνονται όχι για να προκαλέσουν απογοήτευση στις τάξεις του κόμματος, όπως διευκρινίζεται, αλλά για να αναλυθούν τα αίτια αυτής της κατάστασης. Κι όλα αυτά μάλιστα όταν «η Νέα Αριστερά αποτελεί ένα κόμμα με αξιόλογα και έμπειρα στελέχη, με ικανότατη Κοινοβουλευτική Ομάδα που δίνει όλες τις σημαντικές μάχες μέσα στη Βουλή με αριστερό λόγο, αλλά και με μία κομματική δικτύωση, που μπορεί να επιδέχεται πολλαπλών βελτιώσεων, αλλά σίγουρα είναι πολύ πιο οργανωμένη και πιο μαζική από άλλα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς ή μη».
Ευλόγως, τότε, προκύπτει το τις πταίει για το «πολιτικό παράδοξο» των πολύ περιορισμένων δημοσκοπικών ποσοστών. Στο ερώτημα αυτό η Κ.Ε. απάντησε σήμερα ότι «η Νέα Αριστερά μέσα από την γραμμή της δημιουργίας ενός “προοδευτικού πόλου” σπατάλησε πολύτιμο πολιτικό χρόνο και κεφάλαιο, θόλωσε το πολιτικό της στίγμα και κυρίως έδωσε την εντύπωση ενός κόμματος με ημερομηνία λήξης, πριν από τις επικείμενες εθνικές εκλογές. Η διολίσθηση της πολιτικής γραμμής του Ιδρυτικού Συνεδρίου, από ένα λαϊκό μέτωπο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ισχυρή παρουσία της Αριστεράς, κατέληξε στην εκφώνηση για διαμόρφωση “ενιαίων προοδευτικών ψηφοδελτίων” με “μίνιμουμ πρόγραμμα”, που θα απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να συμμετέχουν».
Ταυτόχρονα στην απόφαση της Κ.Ε. διατυπώνεται κριτική τόσο για το ΠΑΣΟΚ («έχει υιοθετήσει την πιο δεξιά παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας»), όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ («αναμένει καρτερικά το κάλεσμα του Α. Τσίπρα, υπό οποιουσδήποτε όρους»).
Τούτων δοθέντων, η Κ.Ε. αποσαφηνίζει ότι «δεν μας ενδιαφέρουν κεντρώα και κεντροαριστερά σενάρια, ούτε η διάχυση σε μία θολή “προοδευτική” παράταξη. Θα υπερασπιστούμε με αυτοπεποίθηση τις θέσεις, τις αξίες και το πρόγραμμα της Αριστεράς, όχι ως ταυτοτική εμμονή ή ιδεολογική περιχαράκωση, αλλά ως ιστορική αναγκαιότητα».
Και, εν κατακλείδι, η Κ.Ε. απευθύνει «μετωπικό κάλεσμα για ενότητα και αγώνα στις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, τα κοινωνικά κινήματα και στον κόσμο της αποχής, όπως λέει η πολιτική απόφαση του Συνεδρίου μας. Δεν περιχαρακωνόμαστε, αλλά θέλουμε να διαμορφώσουμε έναν ενωτικό πόλο με αριστερό πρόσημο που θα ρίξει την καταστροφική κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη».
