Πόσο αποκομμένο είναι το στρες από τον τρόπο ζωής μέσα στην πόλη, από τη σχέση μας με τους θεσμούς, από τη βιοπολιτική; Ας μιλήσουμε επιτέλους για το στρες με όρους τόσο ψυχικούς όσο και πολιτικούς – κοινωνικούς. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες της τελευταίας δεκαετίας, η Αθήνα παραμένει σταθερά ανάμεσα στις πιο στρεσογόνες πόλεις της Ευρώπης. Από το 2017 έως το 2024 η ελληνική πρωτεύουσα εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στις σχετικές κατατάξεις.
Τι σημαίνει αυτό; Επιδημιολογικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι τόσο η έκθεση σε μεγάλο αριθμό στρεσογόνων γεγονότων όσο και η αίσθηση αυξημένου στρες για μεγάλα χρονικά διαστήματα συνδέονται με χειρότερη ψυχική και σωματική υγεία, καθώς και με αυξημένη θνησιμότητα δεδομένου πως οι αντιδράσεις στο στρες είναι οι γνωσιακές, συναισθηματικές και βιολογικές αποκρίσεις που προκαλούνται από τα στρεσογόνα γεγονότα.
Γι’ αυτόν τον λόγο η ΕΠΑΨΥ (Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας) σε συνεργασία με την UBER Greece κάλεσε την περασμένη εβδομάδα τους πολίτες Αθήνας και Θεσσαλονίκης να συμμετάσχουν στη μεγαλύτερη ανοιχτή μέτρηση αστικού στρες, που έγινε για πρώτη φορά στη χώρα μας με στόχο τη διεξαγωγή μιας έρευνας για τη διερεύνηση των επιπέδων στρες και της πιθανής σχέσης τους με καθημερινές εμπειρίες, όπως η μετακίνηση και η κίνηση στους δρόμους, μέσω της συμπλήρωσης σύντομων ερωτηματολογίων.
To Stress Meter σκορ που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές της ΕΠΑΨΥ υπολογίστηκε βάσει κατηγοριοποιημένων επιπέδων αισθητού στρες (PSS-4). Η Κλίμακα Αισθητού Στρες – PSS-4 είναι ένα σύντομο και ευρέως χρησιμοποιούμενο εργαλείο που αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τις καταστάσεις της ζωής τους ως στρεσογόνες. Εστιάζει στην έλλειψη ελέγχου, την απρόβλεπτη φύση των γεγονότων και το γενικό επίπεδο άγχους που βιώνουν οι συμμετέχοντες κατά τις τελευταίες 4 εβδομάδες. Παρά τη συντομία της η PSS-4 παρουσιάζει ικανοποιητική αξιοπιστία και εγκυρότητα, καθιστώντας την κατάλληλη για μεγάλες έρευνες, μελέτες γενικού πληθυσμού και ταχεία κλινική ανίχνευση. Δεν αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο, αλλά βοηθά στον εντοπισμό αυξημένων επιπέδων στρες και στην παρακολούθηση της μεταβολής τους με την πάροδο του χρόνου. Είναι εύκολη στη χορήγηση, πολιτισμικά προσαρμόσιμη και εφαρμόσιμη σε ποικίλες πληθυσμιακές ομάδες.
Ο όρος «στρες» αποτελεί έναν γενικό όρο που περιγράφει εμπειρίες στις οποίες οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις μιας κατάστασης υπερβαίνουν την αισθητή ψυχολογική και σωματική ικανότητα του ατόμου να τις διαχειριστεί αποτελεσματικά. Τα στρεσογόνα γεγονότα ή «στρεσογόνοι παράγοντες» είναι διακριτές καταστάσεις που μπορούν να αξιολογηθούν αντικειμενικά ως δυνητικά ικανές να μεταβάλουν ή να αποδιοργανώσουν τη συνήθη ψυχολογική λειτουργία, όπως μια απώλεια ανθρώπου ή απώλεια εργασίας. Γνωρίζουμε ωστόσο πως το στρες δεν είναι καθολική εμπειρία με ενιαία μορφή, αλλά πολιτισμικά διαμεσολαβημένο φαινόμενο. Κάθε πολιτισμικό πλαίσιο δηλαδή κατανοεί, εκφράζει και διαχειρίζεται την ένταση με τρόπο διαφορετικό. Στις δυτικές κοινωνίες η έννοια του στρες συνδέεται στενά με τον ατομικισμό, καθώς το άτομο φέρει την κύρια ευθύνη για την επιτυχία του με αποτέλεσμα η ψυχική πίεση να εντείνεται και να εσωτερικεύεται.
Αντίθετα, σε πιο συλλογικά οργανωμένες κοινωνίες η διαχείριση της έντασης συχνά πραγματοποιείται μέσα από συλλογικές πρακτικές και τελετουργίες.
Συνεπώς, παρ’ όλο που το στρες συχνά παρουσιάζεται ως προσωπικό πρόβλημα, στην πραγματικότητα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικές συνθήκες: είναι δηλαδή αποτέλεσμα πολιτικών και οικονομικών δομών.
Αν λάβουμε λοιπόν υπόψη πως η βιοπολιτική αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους η εξουσία διαχειρίζεται τη ζωή των πληθυσμών, δηλαδή πολιτικές υγείας, εργασιακές δομές, εκπαίδευση, αλλά και πιο λεπτές μορφές ελέγχου, όπως η διαμόρφωση συμπεριφορών, ρυθμών ζωής και προσδοκιών, κατανοούμε πως το σώμα και η ψυχική κατάσταση του ατόμου γίνονται αντικείμενα διαχείρισης. Σε καπιταλιστικά πλαίσια η παραγωγικότητα και η αποδοτικότητα αναγορεύονται σε ύψιστες αξίες. Το άτομο καλείται να λειτουργεί ως «επιχειρηματίας του εαυτού του», να αυτοπειθαρχεί και να αυτοβελτιώνεται διαρκώς. Το στρες εδώ δεν είναι παρεκτροπή, αλλά κανονικότητα· αποτελεί μηχανισμό πειθάρχησης.
Η ανασφάλεια της εργασίας, η επισφαλής απασχόληση και η συνεχής αξιολόγηση δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το άτομο εσωτερικεύει την πίεση ως προσωπική ευθύνη. Ετσι το στρες αποπολιτικοποιείται: αντί να αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα, βιώνεται ως ατομική αποτυχία.
Συνεπώς η αντιμετώπιση του στρες δεν μπορεί να περιοριστεί σε ατομικές τεχνικές διαχείρισης. Απαιτεί μια ευρύτερη κριτική των κοινωνικών και πολιτικών δομών που το παράγουν, καθώς και μια επανανοηματοδότηση των συλλογικών μορφών φροντίδας και υποστήριξης. Μόνο μέσα από αυτή τη διπλή κίνηση -εσωτερική κατανόηση και εξωτερική αλλαγή-μπορεί το στρες να ιδωθεί όχι ως αδυναμία, αλλά ως ένδειξη των ορίων ενός συστήματος που απαιτεί διαρκώς περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο υποκείμενο.
