Ο Τζίνο Πάολι «έφυγε ήρεμα, μέσα στη νύχτα, περιτριγυρισμένος από την αγάπη των δικών του ανθρώπων», διαβάσαμε την Τρίτη. Στα 91 του χρόνια, ένας από τους επιδραστικότερους τραγουδοποιούς και τραγουδιστές της χρυσής εποχής του ιταλικού τραγουδιού πέθανε στη Γένοβα, ήσυχα, με τρόπο δηλαδή αντίστροφο από ό,τι έζησε. Διότι ο Τζίνο Πάολι έζησε στα άκρα και, όπως επέμενε ο ιταλικός Τύπος, «η βιογραφία του μοιάζει με μυθιστόρημα που κανείς δεν θα τολμούσε να δημοσιεύσει».
Αν και η φήμη του κατ’ αρχάς προέρχεται από τραγούδια όπως το περίφημο «Sapore di sale», που κυκλοφόρησε το 1963 με ενορχήστρωση του Ενιο Μορικόνε και σόλο σαξόφωνο από τον Γκάτο Μπαρμπιέρι, για να συνδεθεί πρώτα με την εικόνα μιας Ιταλίας σε φάση μεγάλων αλλαγών και ύστερα να περάσει τα σύνορα και να γίνει διεθνής επιτυχία, υπάρχουν και πολλά άλλα βιογραφικά του στοιχεία τα οποία έκαναν κατά καιρούς κρότο: π.χ. ο θυελλώδης έρωτας με την Ορνέλα Βανόνι ή ο σκανδαλώδης έρωτας με την έφηβη Στεφανία Σαντρέλι, από τον οποίο γεννήθηκε η Αμάντα. Το γεγονός ότι είχε συνολικά τέσσερα παιδιά από τρεις γυναίκες. Κι ακόμα. Το γεγονός ότι πάλεψε με τον αλκοολισμό για δεκαπέντε χρόνια και τελικά μπόρεσε να αποτοξινωθεί μόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του από την ίδια αιτία. Ή ότι τον Ιούλιο του 1963, στο απόγειο της φήμης του και μέσα σε μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος. Η σφαίρα σφηνώθηκε κοντά στην καρδιά του και δεν αφαιρέθηκε ποτέ, καθώς η επέμβαση θεωρήθηκε υπερβολικά επικίνδυνη, με αποτέλεσμα ο ίδιος έκτοτε να αστειεύεται λέγοντας ότι δεν μπορεί να περάσει από ανιχνευτή μετάλλων, χωρίς αυτός να χτυπήσει.
Θυελλώδης και οριακός άνθρωπος, λοιπόν, ταυτίστηκε με την τραγουδοποιητική «Σχολή της Γένοβας» ως μέρος μιας παρέας που έμελλε να καθορίσει μια ολόκληρη εποχή: Λουίτζι Τένγκο, Φαμπρίτσο Ντε Αντρέ, Ουμπέρτο Μπίντι, Μπρούνο Λάουτσι. Οσο για την παρακαταθήκη που αφήνει, εκτός από το «Sapore di sale»; «Il cielo in una stanza», «La gatta», «Senza fine» είναι μερικοί διάσημοι τίτλοι κι από όταν επανεμφανίστηκε δυναμικά το 1984 (έχοντας ξεπεράσει τα προσωπικά του προβλήματα) τα «Una lunga storia d’amore», «Ti lascio una canzone», «Quattro amici» κ.ά. Πάντως, για τον ιταλικό Τύπο το αριστούργημά του θεωρείται το «Senza fine»: «γραμμένο το 1961, είναι ένα ερωτικό τραγούδι χωρίς αρχή και τέλος, δομημένο σαν συναίσθημα και όχι σαν αφήγηση, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να ακούγεται».
Ο Τζίνο Πάολι είχε γεννηθεί στο Μονφαλκόνε στις 23 Σεπτεμβρίου 1934. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε πολύ σύντομα στη Γένοβα – την πόλη που τον διαμόρφωσε και την οποία δεν έπαψε ποτέ να τραγουδά. Εκεί, ανάμεσα στα στενά της και τη θάλασσα που επιστρέφει διαρκώς στους στίχους του, ωρίμασε καλλιτεχνικά και βρήκε τη φωνή του, σε μια Ιταλία που άλλαζε με ταχύτητα και αναζητούσε νέες εκφράσεις.
Τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα και ο ίδιος δυσκολευόταν να εγκαταλείψει τη δουλειά του στη διαφήμιση. «Οι αδελφοί Riverberi, επίσης μουσικοί, τον έφεραν στο Μιλάνο στη Ricordi, αλλά για παράδειγμα το “La gatta” στην πρώτη του έκδοση πούλησε ελάχιστα αντίτυπα. Δύο γυναίκες σημάδεψαν την καμπή του. Καλλιτεχνικά, η Mina, που αποφάσισε να ερμηνεύσει το “Il cielo in una stanza”, μια ιστορία απαγορευμένου έρωτα: έγινε τεράστια επιτυχία και εκτόξευσε τον Πάολι. Και η Ornella Vanoni: ένας άμεσος, θυελλώδης και απελπισμένος έρωτας. Εκείνη έπρεπε να ξεχάσει τον Strehler, εκείνος έναν γάμο που είχε γίνει πολύ νωρίς. Μια ανθρώπινη και καλλιτεχνική συμβίωση: εκείνη ενέπνευσε τα πιο έντονα τραγούδια του, πάνω από όλα το “Senza fine”», επισημαίνει η «Κοριέρε Ντελα Σέρα». Από εκεί και πέρα, η διαδρομή του Πάολι συνδέθηκε άρρηκτα με την ίδια την εξέλιξη του ιταλικού τραγουδιού.
Η σχέση του με το Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο –θεσμό που για δεκαετίες λειτούργησε ως βαρόμετρο της ιταλικής μουσικής– υπήρξε αμφίθυμη. Συμμετείχε συνολικά πέντε φορές, χωρίς όμως ποτέ να ταυτιστεί πλήρως με τη λογική του. Αυτό που ξεχώρισε εξαρχής στον Πάολι δεν ήταν μόνο η μελωδική του γραφή, αλλά ένας ιδιαίτερος τρόπος να μιλά για το συναίσθημα: λιτός, σχεδόν αφαιρετικός, και ταυτόχρονα βαθιά άμεσος. Η διαδρομή του, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ γραμμική. Μετά τη μεγάλη επιτυχία των αρχών της δεκαετίας του 1960, ακολούθησε μια περίοδος απομόνωσης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν επέστρεψε ωριμότερος με τραγούδια όπως το «Una lunga storia d’amore» και επανασυνδέθηκε καλλιτεχνικά με τη Βανόνι.
Σε αυτούς τους κύκλους της ζωής του υπήρξε, εκείνη την περίοδο, και μια σύντομη πολιτική παρένθεση όταν εκλέχθηκε βουλευτής με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI). Ωστόσο, η εμπειρία αυτή δεν κράτησε πολύ. Ο ίδιος απομακρύνθηκε σχετικά γρήγορα, σχεδόν απογοητευμένος, σαν να επιβεβαίωνε ότι ο φυσικός του χώρος δεν ήταν η πολιτική σκηνή… Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ο Πάολι παρέμεινε μια αντιφατική φιγούρα: ταυτόχρονα διάσημος και απομονωμένος, εκτεθειμένος και εσωστρεφής.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποσύρθηκε σταδιακά από τη σκηνή, χωρίς ποτέ να αποκοπεί πλήρως από αυτήν. Εμφανιζόταν σπάνια, αλλά κάθε φορά με εκείνη την ιδιότυπη παρουσία που συνδύαζε τη λιτότητα με μια αδιόρατη ειρωνεία. Δεν έμοιαζε να τον απασχολεί ιδιαίτερα η υστεροφημία, παρότι η θέση του στην ιστορία της ιταλικής μουσικής είναι αδιαμφισβήτητη.
