Η «Συναίνεση» της Γαλλίδας συγγραφέως Vanessa Springora, μια γενναία προσωπική εξιστόρηση της κακοποίησής της από τον γνωστό συγγραφέα Gabriel Matzneff στην τρυφερή ηλικία των 14 ετών, είναι ένα βιβλίο του οποίου η φήμη προηγείται της ανάγνωσης. Μπήκε στη λίστα των ευπώλητων, έγινε σενάριο κινηματογραφικής ταινίας στη Γαλλία, «ανέβηκε» στο θεατρικό σανίδι και, το κυριότερο απ’ όλα, κατάφερε να ανοίξει ξανά η δημόσια συζήτηση για το όριο ηλικίας όσον αφορά τη σεξουαλική συναίνεση, οδηγώντας τελικά στην αλλαγή του.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η Springora δομεί το βιβλίο της σε έξι ενότητες. Στην πρώτη ενότητα με τίτλο «Το παιδί» περιγράφει το οικογενειακό περιβάλλον εντός του οποίου ανατράφηκε. Η περιγραφή, διόλου τυχαία, ξεκινά από τον πατέρα της. Οπως αναφέρει, ήταν ένας άνθρωπος «απασχολημένος» που «έφευγε νωρίς, γύριζε αργά» (σελ. 11). Στα πέντε της χρόνια, οι γονείς της θα χωρίσουν. Από τον χωρισμό και μετά ο πατέρας παύει, ουσιαστικά, να υπάρχει στη ζωή της. Γίνεται μια σκιά, που απλώς επιστρέφει κάποιες φορές, μόνο και μόνο για να υπενθυμίσει την απουσία του. Εκτός από τα πατρικά του καθήκοντα, ο πατέρας αμελεί και τις οικονομικές του υποχρεώσεις (διατροφή). Η στάση αυτή προκαλεί οικονομικά προβλήματα στη νεαρή μητέρα της συγγραφέως (είχε μείνει έγκυος σε ηλικία 20 ετών), γεγονός που την υποχρεώνει να αφήνει πολλές ώρες το παιδί μόνο του στο σπίτι, καθώς δεν είχε τα χρήματα να πληρώνει για νταντά. Μετά από κάποια χρόνια, θα πιάσει δουλειά σ’ έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Ετσι, η κόρη της θα έρθει σε επαφή με τον κόσμο του βιβλίου και θα γοητευτεί από αυτόν. Στο τέλος της πρώτης ενότητας, η ηρωίδα έχει γίνει 12 ετών. Ωστόσο, αισθάνεται άχαρη και δεν προσελκύει το ενδιαφέρον των συνομηλίκων της. Η μητέρα της χάνει τη δουλειά της και αρχίζει να εργάζεται ως διορθώτρια ταξιδιωτικών οδηγών. Αναγκάζεται να κάνει αιματηρές οικονομίες, με αποτέλεσμα να στραφεί στο ποτό και να βυθιστεί στην κατάθλιψη. Η Springora αναφέρει ότι, σε αυτή τη φάση της ζωής της, αισθάνεται «ένα απύθμενο κενό» από την απουσία του πατέρα, ενώ έχει αποκτήσει ένα «έντονο πάθος για τις λέξεις» και «μια κάποια πρώιμη σεξουαλικότητα», η οποία συνυπάρχει με μια «τεράστια ανάγκη να με δουν» (σελ. 29). Εχουν, πλέον, δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες προκειμένου ο θηρευτής να προσελκύσει το θύμα του.
Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Το θήραμα» η Springora ξετυλίγει το κουβάρι της γνωριμίας της με τον Matzneff. Συναντιούνται για πρώτη φορά το 1986 σ’ ένα δείπνο με γνωστούς λογοτέχνες, στο οποίο ήταν καλεσμένη η μητέρα της. Εκείνη 14 ετών, εκείνος 49. Της τραβά την προσοχή το «πατρικό» του χαμόγελο που τόσο είχε στερηθεί και για μια στιγμή στο τέλος της βραδιάς βιώνει «εκείνο το αδιόρατο, πρωτόγνωρο αίσθημα του να είσαι επιθυμητή» (σελ. 34-35). Αρχίζει να την πολιορκεί μέσω μιας σειράς επιστολών, στις οποίες της απευθύνεται με «το επίσημο εσείς, όπως θα μιλούσε σε μια ενήλικη» (σελ. 38). Εκείνη αισθάνεται κολακευμένη, καθώς θεωρεί ότι έτσι την «τοποθετούσε αυτομάτως στο ίδιο επίπεδο μαζί του» (ό.π.). Μετά την πολιορκία διά αλληλογραφίας, αρχίζει να την προσεγγίζει περιμένοντας έξω από το σχολείο όπου φοιτούσε για να ανταλλάξει μαζί της έστω και λίγα λόγια. Σύντομα πραγματοποιείται η πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του, όπου την προσεγγίζει ερωτικά. Η Springora θεωρεί ότι βιώνει την πρώτη της αγάπη και μοιράζεται τα νέα με τη μητέρα της, η οποία γίνεται έξαλλη και της αποκαλύπτει ότι ο Matzneff είναι «παιδόφιλος» (σελ. 43). Αντιμετωπίζει την αντίδραση της μητέρας της ως ένδειξη αντιζηλίας και αρνείται να πιστέψει όσα ακούει. Η πρώτη τους σεξουαλική επαφή δεν αργεί. Αδυνατώντας να διεισδύσει κολπικά, ο κακοποιητής καταλήγει στη σοδομία («σαν αγοράκι», σελ. 47). Ηταν γνωστό, άλλωστε, ότι ο Matzneff ταξίδευε συχνά στην Ασία για σεξουαλικό τουρισμό, όπου επέλεγε αγόρια 8 έως 14 ετών. Η Springora αισθάνεται «ερωτευμένη» (ό.π.). Ο συγγραφέας φροντίζει να της καταστήσει σαφές ότι ο «έρωτάς» τους είναι απαγορευμένος και ότι κανείς δεν πρέπει να μάθει γι’ αυτόν.
Αξίζει, σε αυτό το σημείο, να αναφέρουμε το εξής: Το 1977 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde μία επιστολή «υπέρ της αποποινικοποίησης των σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων» (σελ. 52-53). Οπως θα αποκαλυφθεί δεκαετίες αργότερα, συντάκτης της επιστολής ήταν ένας από τους υπογράφοντες: ο Gabriel Matzneff. Την επιστολή, όμως, υπέγραψαν και διακεκριμένες προσωπικότητες της αριστερής διανόησης, όπως ο Ρολάν Μπαρτ, ο Ζιλ Ντελέζ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Αντρέ Γκλικσμάν και ο Λουί Αραγκόν. Ακολουθεί, την ίδια χρονιά, δεύτερη επιστολή στη Le Monde με τίτλο «Εκκληση για αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων». Την υπογράφουν, μεταξύ άλλων, ο Λουί Αλτουσέρ και ο Ζακ Ντεριντά. Στο πλαίσιο μιας στρεβλής αντίληψης περί σεξουαλικής απελευθέρωσης και αντίστασης σε κάθε απαγόρευση, οι προαναφερθείσες προσωπικότητες θα υπογράψουν αυτές τις επιστολές, για τις οποίες θα αναγκαστούν να απολογηθούν χρόνια αργότερα. Η ζημιά, όμως, είχε γίνει, διότι έτσι διαμορφωνόταν μια ιδιότυπη ανοχή για τέτοιου είδους φαινόμενα, ειδικά εντός των λογοτεχνικών και των ευρύτερων καλλιτεχνικών κύκλων.
Κατά τη διάρκεια μιας νοσηλείας, η Springora δέχεται μια απρόσμενη επίσκεψη από τον πατέρα της, στον οποίο εξομολογείται τη «σχέση» της με τον Matzneff. Εκείνος γίνεται έξαλλος αλλά, αντί να τα βάλει με τον ενήλικα, κατηγορεί την κόρη του και κάνει αυτό που έκανε πάντα: εξαφανίζεται από τη ζωή της. Η Springora αναλογιζόμενη εκ των υστέρων αυτή τη συνάντηση θα την περιγράψει ως μια «κραυγή για βοήθεια» (σελ. 64), την οποία ο πατέρας δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να ακούσει. Σε συνδυασμό με την παράξενη ανοχή που δείχνει η μητέρα της απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η αδιαφορία του πατέρα της αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η συνέχιση της κακοποίησης δεν επρόκειτο να αποτραπεί από το οικογενειακό της περιβάλλον.
Ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει και στον ρόλο της ιατρικής επιστήμης. Κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο, η Springora θα δεχτεί την επίσκεψη ενός ιατρού, ο οποίος τη ρωτά για τη σεξουαλική της ζωή. Οταν του εκμυστηρεύεται ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει τη σχέση της με το «αγόρι» της, διότι φοβάται τον πόνο της πρώτης φοράς, εκείνος θα θεωρήσει σκόπιμο να διαρρήξει χειρουργικά τον ακέραιο παρθενικό της υμένα, ώστε να τη βοηθήσει να γνωρίσει «τη χαρά του έρωτα» (σελ. 66). Η Springora, επιστρέφοντας νοερά σε εκείνη τη σκηνή, θα γράψει: «Δεν ξέρω αν συγκαταλέγεται στον ορισμό του ιατρικού βιασμού ή της πράξης βασανισμού» (ό.π.).
Στην τρίτη ενότητα με τον εύγλωττο τίτλο «Η ασφυξία», η Springora περιγράφει πώς ο γραπτός λόγος χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εναντίον της από τον Matzneff. Συνειδητοποιεί ότι τα γράμματα που του γράφει ως απάντηση στις δικές του επιστολές χρησιμοποιούνται από αυτόν για να στοιχειοθετήσουν το τέλειο άλλοθι και να καταδείξουν την «αγάπη» που έτρεφαν γι’ αυτόν οι νεαρές «ερωμένες» του. Επιπλέον, διαπιστώνει ότι, ασυνείδητα, η γραφή της παρουσιάζει ομοιότητες με αυτές των υπόλοιπων κοριτσιών που εμφανίζονται ως «μούσες» στα βιβλία του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κορίτσια έπαυαν να υπάρχουν ως αυθύπαρκτες οντότητες και αποτελούσαν απλώς κομμάτια-χαρακτήρες του λογοτεχνικού σύμπαντος του συγγραφέα. «Μας στερούσε τα λόγια μας» (σελ. 77), υπογραμμίζει η Springora. Η κακοποίηση, πέρα από σεξουαλική, γίνεται τώρα και λογοτεχνική.
Οφείλουμε, σε αυτό το σημείο, να σταθούμε σ’ ένα περιστατικό που περιγράφει η Springora και είναι ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε εκείνη την εποχή στη γαλλική κοινωνία. Το 1990 ο Matzneff είναι καλεσμένος στη σημαντικότερη εκπομπή της γαλλικής τηλεόρασης για το βιβλίο (Apostrophes). Εκεί, ενόσω ο παρουσιαστής διαβάζει αποσπάσματα από ένα από τα βιβλία όπου ο συγγραφέας εξιστορεί τις περιπέτειές του με τις ανήλικες «ερωμένες» του, μια Καναδή συγγραφέας που συμμετέχει στο πάνελ της εκπομπής, η Denise Bombardier, εκφράζει την αγανάκτησή της για όσα ακούγονται. Κανένας από τους υπόλοιπους καλεσμένους δεν στέκεται στο πλευρό της, ενώ ο Matzneff απορρίπτει την κριτική, ισχυριζόμενος ότι κινείται πάντοτε στα ηλικιακά όρια που ορίζει ο νόμος. Οπως θα γράψει η Lauren Elkin στη βιβλιοκριτική της στον έγκριτο Guardian, η Bombardier θα γίνει αντικείμενο χλευασμού από τους διανοουμένους, ενώ ο συγγραφέας και κριτικός Philippe Sollers θα την αποκαλέσει δημοσίως «σκύλα». Το περιστατικό αυτό είναι χαρακτηριστικό μιας νοοτροπίας, η οποία επέτρεπε εγκληματικές συμπεριφορές, όπως αυτές του Matzneff, όχι μόνο να γίνονται ανεκτές αλλά και να αποθεώνονται από τη λογοτεχνική κριτική.
Στην τέταρτη ενότητα με τίτλο «Η λύτρωση», η Springora ανακαλεί στη μνήμη της το γεγονός ότι ο Matzneff ήταν θεοσεβούμενος («Κάθε βράδυ με έβαζε να διαβάζω την Καινή Διαθήκη και ύστερα με εξέταζε για να δει αν είχα καταλάβει το μήνυμα του Χριστού σε κάθε παραβολή», σελ. 99). Ηθελε να ελέγχει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς της και να τη διαμορφώνει καταπώς εκείνος θεωρούσε σωστό.
Η «σχέση» της με τον συγγραφέα είχε ως αποτέλεσμα να απουσιάζει διαρκώς από το σχολείο, χωρίς, ωστόσο, κάποιος από τους καθηγητές της να ενδιαφερθεί για εκείνη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες προσπάθειες της Υποδιεύθυνσης Ανηλίκων να βρει αποδεικτικά στοιχεία για την εγκληματική συμπεριφορά του Matzneff, στο πλαίσιο έρευνας που πραγματοποίησε κατόπιν ανώνυμων καταγγελιών, καταδεικνύει τη συνολική αποτυχία των κατεστημένων θεσμών (της οικογένειας, του εκπαιδευτικού συστήματος, της Αστυνομίας) να προστατέψουν τα θύματα της κακοποίησης.
Στα 15 της χρόνια, και μετά την ανακάλυψη ενός τετραδίου με σημειώσεις μέσω του οποίου διαπιστώνει ότι αποτελεί μία από τις «ερωμένες» του Matzneff και όχι τη μοναδική, η Springora πραγματοποιεί μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Πλησιάζει, πλέον, στο σημείο της αφύπνισης. Περιπλανώμενη, καταλήγει στο σπίτι του Ρουμάνου φιλοσόφου Εμίλ Σιοράν, τον οποίο ο Matzneff τής είχε παρουσιάσει ως μέντορά του, στην προσπάθειά της να βρει μια σανίδα σωτηρίας.
Ωστόσο, για άλλη μια φορά, θα απογοητευτεί από έναν εκπρόσωπο της γαλλικής διανόησης της εποχής. O Σιοράν τής λέει επί λέξει: «Αν τον αγαπάς, πρέπει να δεχτείς αυτό που είναι. Ο Γ. δεν θα αλλάξει ποτέ. Είναι τεράστια τιμή για σένα που σε επέλεξε. Ο ρόλος σου είναι να τον συνοδεύεις στον δρόμο της δημιουργίας και να υποτάσσεσαι στους παρορμητισμούς του» (σελ. 117). Οπως σημειώνει η Springora, η μόνη χρήσιμη κουβέντα που της είπε ο φιλόσοφος ήταν ότι ο Matzneff δεν θα άλλαζε ποτέ. Συνειδητοποιεί ότι το μόνο που την κρατούσε πια κοντά του ήταν «ο φόβος της εγκατάλειψης» (σελ. 120) και αποφασίζει να τερματίσει τη «σχέση» της μαζί του.
Στην πέμπτη ενότητα με τίτλο «Το αποτύπωμα», η Springora, 16 ετών πλέον, προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της μακριά από τον κακοποιητή της, διαπιστώνει, όμως, ότι αυτό μόνο εύκολο δεν είναι. Τα τραύμα που της προκάλεσε είναι μια χαίνουσα πληγή που τη στοιχειώνει σε κάθε προσπάθεια να σχηματίσει μια φυσιολογική ερωτική σχέση. Επιπρόσθετα, ο Matzneff εξακολουθεί να την «καταδιώκει», καθώς κυκλοφορεί μια σειρά από βιβλία που εξιστορούν τη σχέση τους, χρησιμοποιώντας ακόμα και αποσπάσματα από το προσωπικό της ημερολόγιο. Η γραφή γίνεται το όπλο που πληγώνει βαθιά το έφηβο κορίτσι. Το γεγονός αυτό την κάνει να αισθανθεί αποστροφή και να αναστείλει κάθε λογοτεχνική της φιλοδοξία.
Ακολουθεί η κατάρρευση. Η Springora εγκαταλείπει το σχολείο, παθαίνει νευρική ανορεξία και, εν τέλει, υφίσταται ψυχωσικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο νοσοκομείο. Παρ’ όλ’ αυτά, με τη βοήθεια ενός ψυχαναλυτή, καταφέρνει να σταθεί στα πόδια της. Φοιτά στο πανεπιστήμιο και προσπαθεί να ξαναρχίσει από την αρχή. Αναγκάζεται, όμως, να αλλάζει ταυτότητες, φίλους, εραστές, εργασία, καθώς το παρελθόν της εξακολουθεί να την κυνηγά.
Στην έκτη και τελευταία ενότητα με τίτλο «Γραφή», η Springora εκφράζει τον προβληματισμό της για τις ευθύνες των εκδοτών που δημοσίευαν τα βιβλία του Matzneff, τα οποία περιελάμβαναν ονόματα, τόπους, ημερομηνίες και άλλα στοιχεία που αφορούσαν τα θύματα, οδηγώντας στην «ταυτοποίησή» τους και συμβάλλοντας, ουσιαστικά, στη διαπόμπευσή τους. Περιγράφει, επίσης, την τυχαία συνάντησή της με ένα από τα υπόλοιπα θύματα, τη Ναταλί, η οποία καταλήγει στην εξής απλή αλλά τραγική διαπίστωση: «Οχι, Ναταλί, δεν φταίμε εμείς. Ημασταν κι εμείς παιδιά – απλώς δεν υπήρχε κανείς να μας προστατεύσει» (σελ. 169).
Κλείνοντας τη συγκλονιστική της αφήγηση, η Springora σημειώνει ότι «το να γράφεις σημαίνει να ξαναγίνεις το υποκείμενο της δικής σου ιστορίας. Μιας ιστορίας που σου είχε αφαιρεθεί» (σελ. 171). Αυτή η λογοτεχνική της κατάθεση είναι μια απόδειξη «πως, επιτέλους, ήρθε η σειρά των θυμάτων να μιλήσουν» (σελ. 172).
Εν κατακλείδι, η «Συναίνεση» της Vanessa Springora είναι ένα βιβλίο-γροθιά στο στομάχι που με νηφάλιο τρόπο αποδεικνύει πώς ένα νοσηρό σύστημα επέτρεψε με την ανοχή ή και με την υποστήριξή του σε έναν παιδόφιλο να τραυματίσει σωματικά και ψυχικά ένα έφηβο κορίτσι και πώς η λογοτεχνία μπορεί από την πλευρά του θύτη να ενισχύσει το τραύμα και από την πλευρά του θύματος να το απαλύνει.
Θα κλείσουμε αυτό το σημείωμα με μια απαισιόδοξη νότα: Ο Gabriel Matzneff είναι σήμερα (σχεδόν) 90 ετών. Εχει χάσει μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού κύρους του, του αφαιρέθηκαν κάποια βραβεία, ενώ σταμάτησε να του καταβάλλεται κι ένα τακτικό επίδομα που εισέπραττε ως συγγραφέας. Ωστόσο, δεν δικάστηκε ποτέ, ούτε στη Γαλλία, ούτε σε κάποια ασιατική χώρα, καθώς τα εγκλήματά του, τα οποία έφερε στο φως το βιβλίο της Springora το 2020, είχαν πια παραγραφεί.
