«Η έρημος των Ταρτάρων» (*) είναι ένα βιβλίο για την αναμονή για κάτι. Κάτι που πρέπει να συμβεί. Αλλά κάτι που δεν συμβαίνει ποτέ. Μια ζωή πέρασε χωρίς ποτέ να πάρει απόφαση εκτός από τo να περιμένει. Εγκαταλείποντας τα πάντα για να περιμένει ένα γεγονός που μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο για πάντα. Χωρίς να αντιλαμβάνεται την ώρα που περνά παρά μόνο μέχρι να γίνει πολύ αργά. Τελικά πέτυχε να ανακτήσει την κατοχή του δικού του πεπρωμένου την τελευταία στιγμή της ζωής. Ενα ακριβές και ουσιαστικό στιλ για να περιγράψει τη διαδρομή της ζωής ενός ανθρώπου που περιμένει να αλλάξει τη ρουτίνα. Η ανικανότητα να μπορέσεις να αδράξεις τη στιγμή, οδηγεί συχνά στην προσαρμογή, την παρηγορητική τελετουργία, η οποία οδηγεί, ασταμάτητα, στην ερημοποίηση του πνεύματος και στην ανθρώπινη απομόνωση.
Ποιοι είναι οι Τάρταροι; Αυτός ο λαός ίσως είναι ένα δίχτυ, μια κληρονομιά σπουδών και ανάγνωσης; Αντιπροσωπεύουν τον θάνατο που όλοι περιμένουμε, προχωρώντας από στιγμή σε στιγμή, χωρίς να κοιτάζουν πέρα από τον ορίζοντα; Οταν φτάνει ο αναμενόμενος εχθρός, ο Ντρόγκο είναι τώρα κουρασμένος και άρρωστος, αλλά αντιμετωπίζει το τέλος του με αξιοπρέπεια και θάρρος, όπως όλοι οι άλλοι. Μακάρι να μπορούσαμε να το κάνουμε κι εμείς. Ο Μπουτζάτι χτίζει έναν έντονο διαλογισμό για το νόημα της αναμονής. Σε ένα σήμερα που κυριαρχείται από την ταχύτητα και από την εμμονή με το αποτέλεσμα, η μετέωρη ζωή του Τζοβάνι Ντρόγκο φαίνεται ακατανόητη, ακόμα και εκνευριστική. Η αναμονή, που στο μυθιστόρημα αποκτά ηθική και υπαρξιακή αξία, σήμερα συχνά εκλαμβάνεται ως απόβλητο. Ακριβώς για τον λόγο αυτό το μυθιστόρημα διατηρεί άθικτη τη δυναμική του: θέτει προς συζήτηση τη σύγχρονη ιδέα της επιτυχίας και προσκαλεί στον προβληματισμό σχετικά με τη σχέση μεταξύ χρόνου, φιλοδοξίας και προσωπικής ευθύνης *(μτφρ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019).
Το γράψιμο ως σωτηρία
Στο ποίημα «Γράψε, σε παρακαλώ» στη συλλογή «Εκείνη ακριβώς τη στιγμή» (1956), ο Μπουτζάτι εκφράζει την άποψή του για τη γραφή ως ψυχοθεραπεία. Η πράξη της γραφής βοηθά να κρατηθούν όρθιες οι ζωές όλων αυτών των ανθρώπων, βασανισμένες από τον πόνο, αναστατωμένες από την αγωνία, αγκυροβολημένες στην πραγματικότητα. Κρατώντας τα πόδια του στο έδαφος, ταυτόχρονα, το γράψιμο παρέχει εκείνη την ψευδαίσθηση στην οποία η ζωή φαίνεται να είναι λιγότερο κουραστική. Αυτή του Μπουτζάτι είναι επομένως μια προτροπή, ένα είδος προσευχής που απευθύνεται σε όποιον τη χρειάζεται, για να μπορέσει να ανακουφίσει τον εαυτό του, να δώσει στον εαυτό του μια ανάπαυλα, τουλάχιστον προσωρινή, κατά τη διάρκεια αυτών των σύντομων αλλά έντονων στιγμών γραφής.
Γράψε, σε παρακαλώ
Γράψε, σε παρακαλώ.
Μόνο δυο γραμμές, τουλάχιστον,
ακόμα κι αν η ψυχή σου είναι αναστατωμένη
και τα νεύρα σου δεν αντέχουν πια.
Αλλά κάθε μέρα.
Με σφιγμένα δόντια, ακόμη και μια ανόητη βλακεία,
αλλά γράψε.
Το γράψιμο είναι μια από τις πιο γελοίες και αξιολύπητες ψευδαισθήσεις μας.
Πιστεύουμε ότι κάνουμε κάτι το σημαντικό
τραβώντας στραβές μαύρες γραμμές πάνω στο λευκό χαρτί.
Ωστόσο, αυτή είναι η δουλειά σου,
την οποία δεν επέλεξες αλλά σου την έφερε η μοίρα,
μόνο αυτή είναι η πόρτα απ’ όπου,
κάποτε, μπορείς να βρεις διαφυγή.
Γράψε, γράψε.
Στο τέλος, ανάμεσα σε τόνους χαρτιού για τα σκουπίδια,
μπορεί να σωθεί κι ένας στίχος. (Ισως).
Σημείο αναφοράς του υπήρξε πάντα ο Κάφκα
Ο Ντίνο Μπουτζάτι γεννήθηκε στο Μπελούνο το 1906 και πέθανε στο Μιλάνο (όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του) το 1972. Μετά το δίπλωμα Νομικής, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία.
Ταξίδεψε ως ειδικός απεσταλμένος της «Corriere della Sera» στην Ινδία, την Αφρική, την Ιαπωνία. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ανταποκριτής από το μέτωπο. Ο Μπουτζάτι υπήρξε επίσης καλός ζωγράφος.
Από τα μυθιστορήματά του αξίζει να αναφέρουμε τα: «Το μυστικό του δάσους» (1935), «Η έρημος των Ταρτάρων» (1940), «Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στη Σικελία» -εικονογραφημένο από τον ίδιο- (1945), «Μια αγάπη» (1963), και από τα διηγήματα: «Οι εφτά αγγελιοφόροι» (1942), «Η πτώση της Μπαλιβέρνα» (1957), «Το κολόμπρε και άλλα πενήντα διηγήματα».
Για τον Ντίνο Μπουτζάτι, το υποχρεωτικό σημείο αναφοράς υπήρξε πάντα ο Κάφκα. Προχωρώντας στην ανακατασκευή του καφκισμού του Μπουτζάτι, θα πρέπει να πούμε ότι από το «παραμύθι» του Ιταλού συγγραφέα λείπει αυτή η αίσθηση της πραγματικότητας χωρίς ελπίδα φυγής, που χαρακτηρίζει τον Κάφκα.
Ο Μπουτζάτι προσπαθεί να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα μαγείας, όπου τα χαρακτηριστικά της προσδιορίζονται σε μια αβεβαιότητα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση ή σε μια κατεύθυνση που οδηγεί από έναν κόσμο υπαρκτό σε μια μεταφυσική αποξένωση.
