ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Ι. Αλλαμανής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 20 Μαρτίου 2003, σαν σήμερα πριν από 23 χρόνια, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Γ. Μπους ο νεότερος διέταξε τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ να επιτεθούν κατά του Ιράκ. Είχε ως συμμάχους τον κεντροαριστερό -ας πούμε- Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, τον δεξιό Ισπανό πρωθυπουργό Χοσέ Μαρία Αθνάρ και άλλα μέλη τής τότε «συμμαχίας των προθύμων».

Ο ισχυρότερος στρατός του πλανήτη (τότε και τώρα) πέτυχε τους τρεις από τους τέσσερις στόχους που είχε θέσει:

1. Αεροπορική υπεροχή: πλήρης, μέσα σε λίγες ημέρες.

2. Αλλαγή καθεστώτος: η ιρακινή κυβέρνηση κατέρρευσε μέσα σε 21 ημέρες. Ακολούθησε διάλυση του κόμματος Μπάαθ και επίφαση πολυκομματισμού με καθεστώς ημετέρων, εκλογές-παρωδία, ξένη κατοχή, αντικατοχική δράση και άτυπος εμφύλιος ιδίως μεταξύ Ιρακινών σιιτών και Ιρακινών σουνιτών.

3. Αποκεφαλισμός του καθεστώτος: ο (σουνίτης) δικτάτορας Σαντάμ Χουσεΐν συνελήφθη, δικάστηκε και απαγχονίστηκε ατιμωτικά μετά από λίγα χρόνια, τον Δεκέμβριο του 2006. Ξεψύχησε στην κρεμάλα, ατιμωτικά, σαν κακοποιός. «Είμαι στρατιώτης, πυροβολήστε με!» φώναζε στους σιίτες εκτελεστές του.

Ο τέταρτος στόχος δεν επετεύχθη. Ηταν «ο εντοπισμός και η εξουδετέρωση των όπλων μαζικής καταστροφής» τα οποία -δήθεν- διέθετε ο Σαντάμ. Δεν βρέθηκαν. Δεν υπήρχαν. Ηταν μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές απάτες στη μετα-ψυχροπολεμική Ιστορία.

Το σημερινό Ιράκ, 14 χρόνια μετά την αποχώρηση των Γιάνκηδων (18 Δεκεμβρίου 2011) παραμένει προβληματικό και κατακερματισμένο κράτος. Κυβερνάται από σιιτικά κόμματα με ισχυρούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Ενοπλες πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν δρουν σε ιρακινό έδαφος, στελέχη τους μάλιστα κατέχουν διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις.

Το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Το αραβικό κράτος που οι ΗΠΑ προσπάθησαν να «ανοικοδομήσουν» παραδίδοντάς το σε εταιρείες όπως η πολυεθνική Halliburton, αφού πρώτα βομβάρδισαν ανελέητα τις υποδομές του και έβαλαν στο χέρι τον πετρελαϊκό του πλούτο, βρίσκεται σήμερα στη σφαίρα επιρροής του θεοκρατικού Ιράν.

Εξαγωγή δημοκρατίας

AP PHOTO
AP PHOTO

Πάνω από δύο τρισεκατομμύρια δολάρια κόστισε η τυχοδιωκτική περιπέτεια. Στοίχισε τη ζωή τουλάχιστον 160.000 Ιρακινών και 4.488 Αμερικανών εισβολέων. Αφησε πίσω της ερείπια, τη βαρβαρότητα του βασανισμού Ιρακινών κρατουμένων από Αμερικανούς δεσμοφύλακες στις φυλακές Αμπού Γκράιμπ και μια μονίμως εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις βασικές κοινότητες (σουνίτες, σιίτες, Κούρδοι) και ανάμεσα στους ξένους «ενδιαφερόμενους» (Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία κ.ά.)

Οσο για την εξαγωγή της «δυτικής δημοκρατίας» στη Μέση Ανατολή, μια ιστορικά ανερμάτιστη ιδεοληψία, γρήγορα κατέληξε σε τεραστίων διαστάσεων φιάσκο.

Σήμερα -θεωρητικά, σε σενάρια σχολών πολέμου- η υπεροπλία των ΗΠΑ και του Ισραήλ μπορεί να καταστρέψει τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράν και να δρομολογήσει την πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης.

Στην πράξη τα σενάρια δεν επιβεβαιώνονται προς το παρόν. Ακόμα όμως κι αν επιβεβαιωθούν, γεννάται το πιο βασικό ερώτημα: Τι γεμίζει το μεταπολεμικό κενό εξουσίας; Το Ιράκ δίνει μια σκληρή απάντηση για κάθε επίδοξο κατακτητή και… εκδημοκρατιστή.

AP PHOTO
AP PHOTO

12 Μαΐου 2003. Ο Πολ Μπρέμερ αναλαμβάνει επικεφαλής της λεγόμενης Προσωρινής Αρχής του Συνασπισμού (των «προθύμων») που έστησαν οι εισβολείς στη Βαγδάτη. Ηταν απόφοιτος του Γέιλ, του Χάρβαρντ και του Ινστιτούτου Πολιτικών Σπουδών της Σορβόνης, πρώην συνεργάτης του Χένρι Κίσινγκερ και «άριστος» μεταξύ των Αμερικανών διπλωματών. Εξέδωσε δύο διατάγματα που θα καθόριζαν τα επόμενα 20 χρόνια.

Πρώτον, διέλυσε το κυβερνών κόμμα Μπάαθ του Σαντάμ και απομάκρυνε όλα τα ανώτερα μέλη του από τις κυβερνητικές θέσεις τους, εκκαθαρίζοντας τη διοικητική τάξη που διαχειριζόταν τα υπουργεία, τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Δεύτερον, διέλυσε τον στρατό του Ιράκ, αλλά δεν τον αφόπλισε. Περίπου 400.000 στρατιώτες επέστρεψαν στα σπίτια τους με τα όπλα τους αλλά χωρίς τους μισθούς τους – μοιραίο λάθος.

Η Ουάσινγκτον μόλις είχε παραδώσει στην εξέγερση –την ένοπλη αντίσταση υπό σουνιτική ηγεσία που θα εξελισσόταν σε έναν αντικατοχικό πόλεμο και εμφύλια σύρραξη με τους Ιρακινούς σιίτες– τη δεξαμενή στρατολόγησής της.

Η λογική πίσω από την «απο-μπααθοποίηση» του Μπρέμερ ήταν διαισθητική: δεν μπορείς να χτίσεις ένα νέο Ιράκ με τους ανθρώπους που έχτισαν το παλιό. Η λογική αυτή όμως αποδείχθηκε καταστροφική.

Οργανωμένος εξαναγκασμός

AP PHOTO
AP PHOTO

«Οι πολιτικοί επιστήμονες παρατηρούν εδώ και καιρό ότι τα κράτη δεν διατηρούνται ενωμένα από την ιδεολογία, αλλά από έναν οργανωμένο εξαναγκασμό. Δηλαδή από τον γραφειοκρατικό μηχανισμό, τη θεσμική μνήμη και τους εκπαιδευμένους επαγγελματίες που φροντίζουν να παραμένουν τα φώτα αναμμένα και το νερό στη βρύση να τρέχει» γράφει στην επιθεώρηση theconversation.com η Φάρα Γιαν, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.

Και τονίζει: «Καταστρέψτε αυτόν τον μηχανισμό και δεν αποκτάτε μια “καθαρή νέα σελίδα”. Εχετε ένα καταρρεύσαν κράτος. Και τα καταρρεύσαντα κράτη δεν μένουν ακέφαλα. Γεμίζουν το κενό εξουσίας με όποιον έχει τη μεγαλύτερη οργανωτική ικανότητα επιτόπου».

Το θεοκρατικό Ιράν έχτιζε γέφυρες στο Ιράκ ήδη από τη δεκαετία του 1980, καλλιεργώντας σιιτικά πολιτικά δίκτυα, στηρίζοντας ηγεσίες στην εξορία και ομάδες πολιτοφυλακών κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ (1980-88), με στόχο να διασφαλίσει ότι ένα Ιράκ μετά τον Σαντάμ δεν θα απειλήσει ποτέ ξανά την Τεχεράνη.

Το Ιράν δεν χρειάστηκε να δημιουργήσει υποδομές στο Ιράκ μετά την αμερικανική εισβολή, γιατί είχε περάσει τις προηγούμενες δύο δεκαετίες χτίζοντάς τες. Οταν οι Αμερικανο-βρετανοί «πρόθυμοι» γκρέμισαν με ποταμούς αίματος το παλαιό καθεστώς, τα δίκτυα του Ιράν ήταν ήδη έτοιμα.

«Η αντιπολίτευση που είχαν καλλιεργήσει οι ΗΠΑ στο Ιράκ –ο αμερικανοθρεμμένος και εξόριστος από το 1956 Αχμέντ Τσαλαμπί και το «Ιρακινό Εθνικό Κογκρέσο»– είχε την προσοχή της Ουάσινγκτον, αλλά καμία πραγματική βάση μέσα στην ιρακινή κοινωνία. Δεν είχαν κυβερνήσει τη χώρα, ούτε είχαν δημιουργήσει δίκτυα μέσα σε αυτήν», εξηγεί η Φάρα Γιαν.

Το μάθημα είναι ότι μια στρατιωτική «επιτυχία» δημιούργησε τις συνθήκες για μια πολιτική καταστροφή. Σε αυτό το χάσμα κατέρρευσε η αμερικανική στρατηγική. Στο Ιράκ το 2003, στη Λιβύη το 2011, όπου η κυβέρνηση Ομπάμα συνέβαλε στην αλλαγή καθεστώτος αλλά η αστάθεια κυριαρχεί, αύριο ίσως και στο Ιράν.