ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Αλέξης Τσίπρας, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Ιθάκη» στην Αλεξανδρούπολη, έδωσε μια ομιλία με έντονο πολιτικό περιεχόμενο, που ξεπέρασε τα όρια της εκδήλωσης και λειτούργησε ως συνολική παρέμβαση για την εξωτερική πολιτική, την εσωτερική κατάσταση της χώρας και τις επόμενες πολιτικές εξελίξεις.

Από την αρχή της τοποθέτησής του, ανέδειξε τη γεωπολιτική σημασία της περιοχής, τονίζοντας ότι η Αλεξανδρούπολη και συνολικά η Θράκη δεν αποτελούν περιφερειακό χώρο, αλλά έναν κρίσιμο κόμβο με αυξανόμενο ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιεί αυτή τη θέση με στρατηγικό τρόπο, χωρίς να λειτουργεί ως δεδομένος και προβλέψιμος σύμμαχος.

Κεντρικό στοιχείο της ομιλίας του αποτέλεσε η έννοια της «εθνικής πυξίδας», την οποία παρουσίασε ως αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Οπως εξήγησε, η χώρα δεν μπορεί να έχει έναν μονοδιάστατο προσανατολισμό, αλλά οφείλει να κινείται με βάση τα δικά της συμφέροντα, διατηρώντας ευελιξία και δυνατότητα παρέμβασης σε διαφορετικά γεωπολιτικά πεδία.

Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε κριτική στη στρατηγική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η πλήρης ευθυγράμμιση με ισχυρές δυνάμεις δεν διασφαλίζει απαραίτητα την ασφάλεια της χώρας. Αντίθετα, όπως είπε, ενδέχεται να αυξάνει τους κινδύνους, καθώς μπορεί να εμπλέκει την Ελλάδα σε διεθνείς εντάσεις και να αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική της θέση, ιδίως απέναντι στην Τουρκία.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Κυπριακό, επισημαίνοντας ότι η στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αποτελεί σταθερή προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι η χρήση έντονης και επιθετικής ρητορικής μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες εξελίξεις, όπως η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση του νησιού και η παγίωση της διχοτόμησης.

Στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις επιχείρησε μια σαφή αντιπαραβολή με τη σημερινή πολιτική. Οπως ανέφερε, κατά τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης υπήρξε προσπάθεια ενίσχυσης της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με στόχο όμως την οικοδόμηση σχέσεων ισοτιμίας και αμοιβαίου οφέλους. Αντίθετα, κατηγόρησε τη σημερινή κυβέρνηση ότι προχωρά σε παραχωρήσεις χωρίς επαρκή ανταλλάγματα, υπογραμμίζοντας ότι οι διεθνείς συνεργασίες πρέπει να βασίζονται σε σαφείς όρους.

Με τη φράση «Ναι σε συμμάχους, όχι σε προστάτες», αποτύπωσε τη βασική του προσέγγιση, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί ως δεδομένος εταίρος, καθώς αυτό περιορίζει την αυτονομία της εξωτερικής πολιτικής της.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η χώρα χρειάζεται να επιστρέψει σε μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με ενεργό παρουσία σε ευρωπαϊκό, μεσογειακό και διεθνές επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αποκλιμάκωση εντάσεων στην περιοχή, ενώ τάχθηκε υπέρ της διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με μεγάλες δυνάμεις, στο πλαίσιο μιας πιο ισορροπημένης διεθνούς στρατηγικής.

Η κριτική του προς την κυβέρνηση επεκτάθηκε και στο εσωτερικό πεδίο. Συνέδεσε την εξωτερική πολιτική με τη θεσμική λειτουργία της χώρας, υποστηρίζοντας ότι μια Πολιτεία που πλήττεται από σκάνδαλα και έλλειψη διαφάνειας δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη διεθνώς. Αναφέρθηκε στην υπόθεση των υποκλοπών, την οποία χαρακτήρισε σοβαρό πλήγμα για τη δημοκρατία, ενώ ενέταξε και ζητήματα όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι απευθείας αναθέσεις σε μια ευρύτερη εικόνα κακοδιαχείρισης.

Οπως σημείωσε, η έννοια της σταθερότητας δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια κατάσταση όπου η κοινωνία πιέζεται από το υψηλό κόστος ζωής, ενώ ταυτόχρονα η πολιτική ζωή σκιάζεται από υποθέσεις διαφθοράς. Κατά τον ίδιο, πρόκειται για μια συνολική εικόνα που επηρεάζει τόσο τη λειτουργία των θεσμών όσο και την καθημερινότητα των πολιτών.

Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας του, ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο πολιτικό μέλλον, ανοίγοντας τη συζήτηση για ένα νέο πολιτικό εγχείρημα μέσα από τη διαδικασία ανασύνθεσης της προοδευτικής παράταξης. Οπως ανέφερε, μέσα από αυτή τη διαδικασία διαμορφώνεται κάτι ευρύτερο, που φιλοδοξεί να εκφράσει ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα.

Περιέγραψε τη συγκρότηση ενός νέου κινήματος που θα συνδυάζει την εμπειρία με την ανανέωση, φέρνοντας κοντά ανθρώπους χωρίς πολιτική διαδρομή αλλά και πρόσωπα με γνώση και εμπειρία, από διαφορετικές γενιές. Οπως σημείωσε, πρόκειται για μια προσπάθεια που επιδιώκει να εκφράσει ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας, από τη γενιά της Μεταπολίτευσης μέχρι τους νεότερους.

Κλείνοντας, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της κοινωνίας, τονίζοντας ότι η πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να προκύψει αυτόματα. Οπως ανέφερε, «η επόμενη μέρα δεν θα έρθει από μόνη της, θα τη φέρουμε μαζί», υπογραμμίζοντας ότι η ενεργή συμμετοχή των πολιτών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις εξελίξεις.

Συνολικά, η παρέμβασή του στην Αλεξανδρούπολη κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες: την ανάγκη για μια πιο αυτόνομη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, τη σκληρή κριτική προς την κυβέρνηση για ζητήματα θεσμών και διαφάνειας και την ανάδειξη ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος με επίκεντρο τη συμμετοχή της κοινωνίας.

Στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου, πριν από την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα, παρενέβησαν η Νατάσα Λοΐζου, σύμβουλος και ερευνήτρια διεθνούς ασφάλειας, ο Φώτης Μαλτέζος, αντιπρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Θράκης, η Κατερίνα Μπέρδου, δικηγόρος, ο Χάρης Τζήμητρας, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, και ο Χρήστος Χριστοδούλου, επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ενώ τον συντονισμό της συζήτησης είχε η δημοσιογράφος Γεωργία Σαδανά. Ξεχωριστή ήταν και η παρουσία και παρέμβαση του Μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης Ανθιμου, ο οποίος δεν περιορίστηκε σε έναν τυπικό χαιρετισμό, αλλά τοποθετήθηκε για τις διεθνείς εξελίξεις. Η στάση του δεν αιφνιδίασε όσους γνωρίζουν τη διακριτική αλλά σταθερή σχέση που έχει αναπτύξει με τον Αλέξη Τσίπρα από την περίοδο της διακυβέρνησής του. Στην τοποθέτησή του, αναφέρθηκε στη συμφωνία που είχε επιχειρηθεί το 2018 μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, χαρακτηρίζοντάς την ως μια αρχική προσπάθεια διαλόγου που, αν και δεν ολοκληρώθηκε, άνοιξε για πρώτη φορά ουσιαστικά τη συζήτηση για τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Εξέφρασε προβληματισμό για την ενίσχυση φαινομένων θρησκευτικού φανατισμού σε διεθνές επίπεδο, σημειώνοντας ότι η επίκληση της θρησκείας για τη νομιμοποίηση της βίας αποτελεί επικίνδυνη εξέλιξη, ασύμβατη –όπως υπογράμμισε– με το μήνυμα της ορθοδοξίας.

Τέλος, στάθηκε στον συμβολισμό των όρων «Ιθάκη» και «Θερμοπύλες», εκφράζοντας τη θετική του στάση απέναντι στον τίτλο του βιβλίου. Αντίθετα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στη συχνή χρήση του όρου «Θερμοπύλες» για τη Θράκη, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια ιστορική αναφορά που τον εκνευρίζει, καθώς, όπως είπε χαριτολογώντας, εάν αναλογιστεί κανείς την κατάληξη των Θερμοπυλών, τότε δεν μπορεί να είναι αισιόδοξος για τη Θράκη.