ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο θεσμός αυτός που ξεκίνησε με πρωτεργάτη τον αείμνηστο Δημήτρη Εϊπίδη, που γνώριζε το ντοκιμαντέρ και την αξία του πριν από πολλούς στην Ελλάδα και τόσο καλά όσο και οι συνάδελφοί του στο εξωτερικό, δεν είναι ένα ακόμα κινηματογραφικό φεστιβάλ: είναι ο βασικός κόμβος για το ντοκιμαντέρ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ένα από τα λίγα γεγονότα στην Ελλάδα που συνδέουν ουσιαστικά την τέχνη με τη διεθνή αγορά και τον πολιτικό διάλογο. Φέρνει στην Ελλάδα έργα που αλλιώς δεν θα έβλεπες ποτέ. Δίνει βήμα σε δημιουργούς από χώρες χωρίς ισχυρή κινηματογραφική βιομηχανία. Αλλά πέρα από αυτά, δεν είναι απλώς προβολές: είναι χαρτογράφηση του τι συμβαίνει παγκοσμίως στο ντοκιμαντέρ. Δηλαδή στον κόσμο. Οπως έχουμε γράψει και άλλες φορές, μία εβδομάδα να παρακολουθήσει κάποιος το συγκεκριμένο φεστιβάλ είναι σαν να έχει βγάλει Πανεπιστήμιο – τόσο ανοίγει το μυαλό και η σκέψη του.

Βέβαια, τα πράγματα έχουν αρχίσει ν’ αλλάζουν τα τελευταία χρόνια, φανερά για όσους παρακολουθούμε τη διοργάνωση για καιρό. Ως αποτέλεσμα αυτών των «αλλαγών» είναι το φετινό φεστιβάλ να είναι το πιο αδύναμο από όλα έως τώρα: η διοίκηση φάνηκε πως έδωσε περισσότερη σημασία στο να έχεις παγκόσμιες και διεθνείς πρεμιέρες (κάτι που τονίστηκε ιδιαίτερα και στη σχετική Συνέντευξη Τύπου στην αρχή της διοργάνωσης) και όχι στην ποιότητα των ταινιών ή τη σπουδαιότητά τους όχι μόνο ως περιεχόμενο αλλά και ως ταινίες. Μην ξεχνάμε (σ.σ. το λέμε γιατί πολλές φορές ξεχνιέται) πως το ντοκιμαντέρ είναι μία ταινία τεκμηρίωσης. Μία ταινία δηλαδή. Με φωτογραφία, σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ κ.λπ. και όλα αυτά είναι εξίσου σημαντικά με τη θεματολογία του.

Φέτος, λοιπόν, από τα 252 ντοκιμαντέρ μικρού και μεγάλου μήκους, μεταξύ αυτών 80 παγκόσμιες πρεμιέρες, αριθμός-ρεκόρ για την ιστορία του φεστιβάλ, αλλά και 32 διεθνείς και 11 ευρωπαϊκές πρεμιέρες, να ήταν καλές ταινίες καμιά εικοσαριά. Πολύ καλές, ακόμα λιγότερες – και αυτό είναι πράγματι αριθμός-ρεκόρ για ένα τέτοιο φεστιβάλ. Και αυτό, δυστυχώς, δεν ήταν μόνο η εντύπωση της γράφουσας.

Τα θετικά:

◾️ Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της φετινής διοργάνωσης ήταν το αφιέρωμα που έγινε με επικεφαλής τον Δημήτρη Κερκινό και την ομάδα του φεστιβάλ πάνω στο Αρχείο, με τίτλο «Ολη η μνήμη του κόσμου». Σε αυτό το πλαίσιο προβλήθηκαν ταινίες που έχουν δημιουργηθεί με βάση αρχειακό υλικό, σπάνιο κατά κύριο λόγο (όπως για παράδειγμα η σχεδόν δίωρη ταινία του Σεργκέι Λόζνιτσα για την κηδεία του Στάλιν, όπου είχε μόνο πλάνα αρχείου, σε δικό του μοντάζ φυσικά), από «ρετάλια» αναλογικών και ψηφιακών μέσων, θραύσματα από εικόνες που έχουν διασωθεί ή βρεθεί τυχαία σε αποθήκες, ακόμη και στα σκουπίδια, αλλά και σκηνές ή και μεμονωμένα καρέ από υπάρχοντα έργα. Ταινίες που ήταν επιλεγμένες μία προς μία, από το «Νύχτα και καταχνιά» του Αλέν Ρενέ (1956) όπου βλέπουμε τα εγκαταλειμμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Αουσβιτς και του Μαϊντάνεκ, σε έναν από τους πρώτους κινηματογραφικούς στοχασμούς στον τραγωδία του Ολοκαυτώματος έως το «Δεν είμαι ο νέγρος σου» του Ραούλ Πεκ (2016) και το μικρό μήκους εξωφρενικά καλό ντοκιμαντέρ «Now» (1965) του Σαντιάγο Αλβαρες. Ολες οι αίθουσες ήταν γεμάτες στο εν λόγω αφιέρωμα και το φεστιβάλ, σε αυτό το επίπεδο, δικαίωσε πλήρως την αποστολή του.

◾️ Η παρουσία του Μπιλ Μόρισον, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από τους New York Times ως «ο κατεξοχήν ποιητής των χαμένων ταινιών». Προβλήθηκαν συνολικά έξι ταινίες του (το «Οι ύμνοι των μεταλλωρύχων» του 2011 μάς συνεπήρε!) και ο ίδιος ήταν πάντα παρών στις προβολές ενώ έδωσε και masterclass. Σε αυτό μίλησε για υλικό ξεχασμένο σε σοφίτες, ακόμα και κάτω από πισίνες (όπως έγινε με την ταινία του «Ντόσον Σίτι: Παγωμένος Χρόνος» που έγινε σαν βρέθηκαν περίπου 500 ταινίες της περιόδου 1910-1920, θαμμένες σε μια πισίνα, στα βάθη της περιοχής Γιούκον του Καναδά!), το οποίο είναι ο μόνος που βρέθηκε να το αξιοποιήσει: «Πιστεύω ότι χρησιμοποιώ αυτά τα πλάνα με έναν καλλιτεχνικό τρόπο, προσπαθώντας να φέρω στο προσκήνιο την ευρύτερη, ίσως μεταφυσική, έννοια των χαμένων ψυχών, των πραγμάτων που βρίσκονται ανάμεσα στις ρωγμές. Πρόκειται για εικόνες που κανείς δεν έχει ξαναδεί. Τις βλέπουμε μία και μόνο φορά, εκτός αν τις έχουμε διασώσει. Ετσι, οι ταινίες με κάποιον τρόπο αποτελούν ένα είδος μεταφοράς για την ανθρωπότητα» είπε και τον χειροκροτήσαμε. Ο ίδιος τιμήθηκε με Χρυσό Αλέξανδρο.

◾️ Υπέροχες ήταν και οι στιγμές που με Χρυσό Αλέξανδρο τιμήθηκαν ο Γιώργος Παπαλιός και η Βουβούλα Σκούρα. Ο πρώτος είναι ο άνθρωπος που ουσιαστικά στήριξε τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο: αυτός ήταν ο παραγωγός στο «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου, εκείνα τα χρόνια (!), αυτός έφτασε να στηρίζει κάθε τι που έψαχνε νέους δρόμους στο ελληνικό σινεμά, από τον Λάνθιμο ώς τον Τζουμέρκα. Ο ίδιος μας είπε ότι ετοιμάζει ένα βιβλίο για το σινεμά και τα βιώματά του, που το περιμένουμε με ανυπομονησία. Από την άλλη, η σκηνοθέτις Βουβούλα Σκούρα είναι μία ακόμα σπουδαία ιστορία από μόνη της, ακριβώς γιατί ανήκει στο «άλλο» ελληνικό σινεμά: δεν κινείται στο εύκολο αφήγημα ή στην τηλεοπτική λογική. Το έργο της τοποθετείται πιο κοντά σε φεστιβαλικό/arthouse περιβάλλον, όπου η φόρμα και η ιδέα έχουν βάρος.

◾️ Στα θετικά θα βάλουμε και την ίδια την πόλη, που της «πάει» το φεστιβάλ, όπως και τη «χρήση» της από τον θεσμό: από τους γερανούς στο λιμάνι, που ήταν και η οπτική ταυτότητα της φετινής διοργάνωσης (από τον εικαστικό Αλέξανδρο Ψυχούλη) και φωτίζονταν τα βράδια, οπότε μεταμορφώνονταν από κάτι πολύ άσχημο και παράταιρο σε κομμάτι της κινηματογραφικής εμπειρίας, μέχρι το συνεργείο του Τζώρτζη Γρηγοράκη, του σκηνοθέτη του «Digger», που έχει επωμιστεί να δημιουργήσει ένα ταινιάκι με θέμα την ίδια τη διοργάνωση: τι όμορφα που κινούνταν ο ίδιος και οι συνεργάτες του ανάμεσα στους θεατές, που πήγαιναν από αίθουσα σε αίθουσα. Πόσο ωραίο ήταν να γίνεσαι ως θεατής μέρος αυτού που βιώνεις -μιας ταινίας δηλαδή και ενός θεσμού που στηρίζεις επί χρόνια- και μάλιστα με τόσο όμορφο και διακριτικό τρόπο.

◾️ Τέλος, υπήρξαν πραγματικά κάποιες καλές ταινίες, μεταξύ αυτών και κάποιες ελληνικές. Οι περισσότερες από αυτές έλαβαν και βραβείο, ωστόσο κάποια (ειδικά όσων αφορά το ελληνικό πρόγραμμα) δεν μπορέσαμε ποτέ να τα καταλάβουμε – αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση.

Τα αρνητικά:

◾️ Η απάλειψη του κωδικού προβολής από το ωρολόγιο πρόγραμμα προβολών: ο κωδικός προβολής είχε εισαχθεί σε παλαιότερες διοργανώσεις και των δύο Φεστιβάλ (Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ) και ήταν ιδιαίτερα πρακτική λύση. Ο θεατής πήγαινε και το μόνο που χρειαζόταν να πει ήταν ο μαγικός τριψήφιος κωδικός προβολής που όριζε μέρα, αίθουσα και τη συγκεκριμένη ταινία για την οποία ενδιαφερόταν (κάθε μέρα προβάλλονται 4 έως 6 ταινίες σε καθεμία από τις 6 αίθουσες του φεστιβάλ). Με την κατάργηση του κωδικού (που παραμένει ανεξήγητη!) ο θεατής πρέπει να λέει τη μέρα προβολής, το όνομα της αίθουσας και τον τίτλο της ταινίας και να γίνεται αντίστοιχη αναζήτηση από τον ταμία. Διαπιστωμένα, αυτό δεκαπλασιάζει τον χρόνο εκτύπωσης του εισιτηρίου με αποτέλεσμα κάποιες φορές οι ουρές που σχηματίζονται μπροστά από τα ταμεία να είναι από μεγάλες έως τεράστιες.

◾️ Το πρόβλημα με τις (δήθεν) sold-out προβολές: αυτό το έχουμε εντοπίσει και σε προηγούμενες διοργανώσεις. Ενώ μία προβολή εμφανίζεται να μην έχει διαθέσιμα εισιτήρια και οι ταμίες ενημερώνουν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν σε έκδοση εισιτηρίου, ξεκινά η προβολή και μέσα στην αίθουσα υπάρχουν δεκάδες κενές θέσεις, προφανώς από θεατές που είχαν προμηθευτεί εισιτήριο (μέσω more.com), αλλά δεν προσήλθαν στην προβολή. Το πρόβλημα υπήρχε πάντα, αλλά παλαιότερα είχε λυθεί με τον εξής απλό τρόπο: με το που χαμήλωναν τα φώτα και ξεκινούσε η προβολή των διαφημιστικών μηνυμάτων, ένα εξουσιοδοτημένο άτομο του φεστιβάλ μετρούσε στα γρήγορα και πρόχειρα πόσες κενές θέσεις υπήρχαν, ενημέρωνε το ταμείο και ανάλογα εκδίδονταν εισιτήρια εκείνη την (τελευταία, πράγματι) στιγμή σε θεατές που όντως περίμεναν. Αυτή η πρακτική, γιατί δεν επανέρχεται; Πώς γίνεται παλαιότερα που είχαμε λιγότερη εμπλοκή της τεχνολογίας να γινόταν και τώρα δεν μπορεί να υλοποιηθεί;

◾️ Η ΕΡΤ απούσα: ήδη τα έχουμε γράψει σε σχετικά ρεπορτάζ, αλλά έως ώρας δεν έχει τίποτε αλλάξει. Η ΕΡΤ αποφάσισε να μετατρέψει το κανάλι ΕΡΤ2 σε αθλητικό κανάλ από πολιτιστικό. Ετσι φτάσαμε η δημόσια τηλεόραση να έχει μόνο 1,9% του συνολικού της χρόνου σε προβολή ντοκιμαντέρ, ενώ τα περισσότερα είναι ξένες παραγωγές. Η Ενωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ έχει ξεκινήσει την πρωτοβουλία «Ο Πολιτισμός Απών».

Στη συζήτηση για το μέλλον του ντοκιμαντέρ στην Ευρώπη, απουσίαζε η Ελλάδα, δηλαδή η ΕΡΤ: η καρέκλα έμεινε κενή, όπως και οι προθέσεις της κρατικής τηλεόρασης για στήριξη του ελληνικού ντοκιμαντέρ, ως οφείλει
Στη συζήτηση για το μέλλον του ντοκιμαντέρ στην Ευρώπη, απουσίαζε η Ελλάδα, δηλαδή η ΕΡΤ: η καρέκλα έμεινε κενή, όπως και οι προθέσεις της κρατικής τηλεόρασης για στήριξη του ελληνικού ντοκιμαντέρ, ως οφείλει

Τα μέλη της πρωτοβουλίας είχαν ζητήσει αίθουσα του φεστιβάλ ώστε να γίνει μία συζήτηση μεταξύ ευρωπαϊκών αντίστοιχων της ΕΡΤ καναλιών και της ίδιας, για το ζήτημα της ενίσχυσης του ντοκιμαντέρ από τη δημόσια τηλεόραση. Η ΕΡΤ αρνήθηκε να συμμετάσχει (δίχως να δώσει κάποια αιτία) και το φεστιβάλ αρνήθηκε να δώσει αίθουσα για συζήτηση δίχως την ΕΡΤ. Το αποτέλεσμα είναι να γίνει τελικά συζήτηση μεταξύ εκπροσώπων καναλιών της Πολωνίας, Γερμανίας, Γαλλίας και Καταλονίας, δίχως καμία αναφορά στην ΕΡΤ. Μόνο μία άδεια καρέκλα ήταν δίπλα τους και όταν έγινε σχετική ερώτηση, αναφέρθηκε το θέμα. Γιατί δεν θέλησε το φεστιβάλ να αναδείξει το θέμα από μόνο του (καθώς τμήμα της αποστολής του είναι η στήριξη και ανάδειξη και του ελληνικού ντοκιμαντέρ), αλλά έβαλε και προσκόμματα σε αυτό, είναι ένα σημαντικό ζήτημα προς προβληματισμό.

◾️ Τελετή έναρξης και λήξης: καμία νύξη δεν έγινε στην Τελετή Εναρξης της φετινής διοργάνωσης για την Παλαιστίνη, τον πόλεμο στο Ιράν, την κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ και γενικότερα τα όσα εξωφρενικά έγιναν με την «ανατολή» του 2026. Μόνο ο υφυπουργός Σύγχρονου Πολιτισμού, Ι. Φωτήλας, για μια ακόμα φορά, βρέθηκε στη σκηνή να «ζητιανεύει» για το χειροκρότημα. Καθώς απαριθμούσε τα όσα –κατά τον ίδιο- πολύ σπουδαία έχει κάνει για το σινεμά, απευθύνθηκε κάποια στιγμή προς το κοινό, ρωτώντας: «Μα αυτό δεν αξίζει ένα χειροκρότημα;»… για να εισπράξει το χειροκρότημα δύο ή τριών ατόμων μόνο από ολόκληρη την κατάμεστη αίθουσα «Ολύμπιον». Αντίστοιχα, κατά την τελετή απονομής των βραβείων στη λήξη του φεστιβάλ, καθώς ανέβηκε ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης με τη Ν.Δ., Θεόδωρος Καράογλου, που προαλείφεται και για περιφερειάρχης Κ. Μακεδονίας, για να δώσει το βραβείο της Βουλής των Ελλήνων, και αφού είπε πολλά για την αξία του ντοκιμαντέρ, λέει: «Το βραβείο παίρνει η ταινία “Λα πιέτα”». Η πιέτα, δηλαδή. Φυσικά η ταινία «La Pietà» είναι η Πιετά και όχι η πιέτα. Ωστόσο, ο ίδιος δεν πτοήθηκε ούτε διόρθωσε ποτέ τον εαυτό του, θεωρώντας πως έδωσε βραβείο σε μια ταινία που λέγεται «Η πιέτα». Ιδού οι άριστοι της κυβέρνησης! Αλίμονο σε όποιον του έγραψε τον λόγο και θεώρησε πως θα ήξερε ποιο είναι το έργο του Μικελάντζελο. Από την άλλη, πάντα μπορείς να στηρίζεσαι στους ανθρώπους αυτής της κυβέρνησης πως θα σου δώσουν είδηση – δημοσιογραφικά μιλώντας. Το μόνο που σκεφτόμαστε είναι τι πρόκειται να ζήσουμε στο μέλλον: Από το «Φεστιβάλ δίχως Τζιτζικώστα δεν γίνεται», που είχε δηλώσει σε μία αντίστοιχη τελετή έναρξης πριν από λίγα χρόνια ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού Ορέστης Ανδρεαδάκης, στην «πιέτα» και το «στρίφωμα» αυτού που ίσως είναι ο επόμενος περιφερειάρχης… Με δυο λόγια: ούτε σε ταινία δεν τα έχουμε δει αυτά!

◾️ Μένει ένα ακόμα σοβαρότατο θέμα, που αφορά το project Filmography, αλλά αυτό θα το αναλύσουμε σε εκτενέστερο ρεπορτάζ. Τελικά το φεστιβάλ ποτέ δεν τελειώνει, ακόμα κι όταν έχει τελειώσει…