Στα… βαθιά καλείται να κολυμπήσει η Θέμιδα για την επέκταση της 6ης Προβλήτας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ο Δήμος Θερμαϊκού, που θίγεται από τις αμμοληψίες στη θαλάσσια περιοχή της Επανομής, προσέφυγε στο ΣτΕ με αίτημα την ακύρωση της σχετικής υπουργικής απόφασης.
Στην ουσία, η δικαστική προσφυγή αφορά τη μεταφορά περίπου 4 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων αδρανών υλικών από τον θαλάσσιο πυθμένα δύο σημείων της Επανομής, τα οποία προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες της επέκτασης. Πρόκειται για μια επιλογή που είχε ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τους προηγούμενους μήνες, καθώς η περιοχή απόληψης βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με προστατευόμενες ζώνες Natura, υψηλής περιβαλλοντικής αξίας.
Ηδη από τον Ιανουάριο («Εφ.Συν.», 22.1.2026), όταν το θέμα ήρθε στο προσκήνιο, επιστημονικοί και αυτοδιοικητικοί φορείς είχαν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την επάρκεια των μελετών που συνοδεύουν το έργο. Κεντρικό σημείο της κριτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι, αντί για πλήρη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε μια πιο περιορισμένη Τεχνική Περιβαλλοντική Μελέτη, η οποία, όπως καταγγέλλεται, δεν εξετάζει σε βάθος τις επιπτώσεις στο θαλάσσιο οικοσύστημα.
Σημαντικές ήταν και οι παρεμβάσεις της επιστημονικής κοινότητας. Πανεπιστημιακοί και ειδικοί στην παράκτια μηχανική επισήμαναν ότι η σχεδιαζόμενη αμμοληψία σε μια περιοχή όπως η Επανομή, όπου εντοπίζονται εκτεταμένα λιβάδια Ποσειδωνίας και ιδιαίτερα ευαίσθητα οικοσυστήματα, ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές και εν μέρει μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αλλαγές στη μορφολογία του βυθού, διατάραξη των θαλάσσιων ρευμάτων και επιπτώσεις στη φυσική αναπλήρωση των ακτών.
Πέρα από το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, όμως, είχαν τεθεί και ζητήματα διαδικασίας και διαφάνειας. Ο Δήμος Θερμαϊκού κατήγγειλε τότε ότι δεν είχε λάβει επαρκή ενημέρωση για το έργο, ούτε είχε συμμετάσχει σε ουσιαστική διαβούλευση. Το ζήτημα έφτασε μέχρι τη Βουλή και το Περιφερειακό Συμβούλιο, με αιτήματα για επανεξέταση της επιλογής και διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων.
Στο δικόγραφο, ο Δήμος Θερμαϊκού δεν περιορίζεται σε διαδικαστικές ενστάσεις, αλλά κάνει λόγο για ευθεία παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των ευρωπαϊκών οδηγιών για την προστασία των περιοχών Natura. Σύμφωνα με την προσφυγή, σε τέτοιες περιπτώσεις η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί πλήρη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση όλων των πιθανών επιπτώσεων πριν από την έγκριση ενός έργου. Ωστόσο, όπως υποστηρίζεται, η υφιστάμενη μελέτη περιορίζεται σε γενικές εκτιμήσεις και δεν προχωρά σε ποσοτική ανάλυση κρίσιμων παραμέτρων, όπως η διασπορά των αιωρούμενων υλικών κατά τη διάρκεια της αμμοληψίας και οι συνέπειες για τα λιβάδια Ποσειδωνίας.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι δεν δίνονται επαρκείς απαντήσεις για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ενώ η έκταση της παρέμβασης θεωρείται εκ των πραγμάτων επιβαρυντική. Ο νομικός εκπρόσωπος του δήμου, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μακρής, ξεκαθαρίζει ότι η προσφυγή δεν στρέφεται κατά της ίδιας της επέκτασης του λιμανιού, αλλά κατά της συγκεκριμένης επιλογής ως προς την προέλευση των υλικών.
Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αναδεικνύει το βασικό διακύβευμα της υπόθεσης. Οχι αν θα προχωρήσει το έργο, που θεωρείται σημαντικό για το λιμάνι, την πόλη και την οικονομία, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ηδη από την αρχική συζήτηση είχαν προταθεί εναλλακτικές, όπως η αξιοποίηση υλικών από βυθοκορήσεις ή από λατομεία, που θα μπορούσαν να μειώσουν ή και να εξαλείψουν την ανάγκη παρέμβασης στην ευαίσθητη θαλάσσια περιοχή της Επανομής.
Η εξέλιξη της υπόθεσης στο ΣτΕ αναμένεται πλέον με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου θα κρίνει όχι μόνο τη νομιμότητα της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης, αλλά ενδεχομένως και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα υλοποιηθούν μεγάλα έργα υποδομών σε περιοχές με αυξημένη περιβαλλοντική ευαισθησία.
