«Δεν έγραψα ποτέ για τη μητέρα μου, αν δεν σκέφτηκα κάτι για εκείνη, είναι επειδή, για να το κάνω, πρέπει να την αποσπάσω από τον πατέρα μου. Και αυτό προϋποθέτει μια λεπτή επέμβαση, απαιτεί μια συγκεκριμένη χειρουργική ικανότητα, σταθερό χέρι. Απαιτεί χρόνο και ακρίβεια, ένα γραμματικό νυστέρι. Να κατευθύνω δηλαδή τις λέξεις στα σημεία που δεν έχουν διακυβευτεί ακόμα. Να τα εντοπίσω, να τα απομονώσω από τα υπόλοιπα και έπειτα να χαράξω, να πληγώσω με ακρίβεια»
Κυκλοφόρησε πρόσφατα το πολυσυζητημένο βιβλίο «Η επέτειος» του Ιταλού συγγραφέα, ποιητή και καθηγητή δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον, Αντρέα Μπαγιάνι, από τις εκδόσεις «Ικαρος» σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση. Εχει τιμηθεί με το βραβείο Strega 2025 -τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία- και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες.
Ο Μπαγιάνι ασχολείται με ένα από τα μεγάλα πολιτιστικά ταμπού: τη δυνατότητα -και το δικαίωμα- να διακόψει ένα άνθρωπος -συγκεκριμένα ένας γιος- τους δεσμούς με την οικογένειά του. Εχει πολλές φορές εξηγήσει σε συνεντεύξεις του ότι δεν πρόκειται για αυτομυθοπλασία ούτε για συγκαλυμμένα απομνημονεύματα όπως πιστεύουν πολλοί αναγνώστες.
Ο αφηγητής της ιστορίας, ο γιος, θέτει στον εαυτό του αυτό το ερώτημα -μπορείς να αφήσεις πίσω τους γονείς σου;- καθώς γιορτάζει την πικρή επέτειο: έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είδε και μίλησε για τελευταία φορά με τους γονείς του. Τώρα, επιτέλους, νιώθει ικανός να διηγηθεί την ιστορία τους. Μας εκθέτει το πορτρέτο μιας οικογένειας κατεστραμμένης από τη βία ενός πατέρα και της μητέρας που την αποδέχεται σιωπηλά· μιας σχέσης χωρίς αέρα, που διαταράσσεται μόνο από το χτύπημα ενός τηλεφώνου, έναν συμμαθητή που τον επισκέπτεται ή έναν φίλο που σύντομα τον εγκαταλείπει. Κυρίως όμως είναι η ιστορία του πώς ένας γιος κυριεύεται από την ακαταμάχητη επιθυμία να είναι ελεύθερος: να είναι ο εαυτός του, να ζει τη δική του ζωή, να ανοίγεται στους άλλους χωρίς φόβο.
Ενα από τα δυνατά σημεία του μυθιστορήματος είναι ότι αποφεύγει το μελόδραμα. Ούτε καταφεύγει στο προφανές: τα χτυπήματα, τους καβγάδες. Ούτε στις πόρτες που κλείνουν με δύναμη. Δεν υπάρχουν φωνές σε αυτήν την ιστορία. Υπάρχει όμως μια υποβλητική ανησυχία, νιώθεις πως κάτι δεν πάει καλά, και σίγουρα έλλειψη αγάπης όπως την εισπράττουν οι περισσότεροι άνθρωποι από τους γονείς τους. Και όλα αυτά λέγονται από τον συγγραφέα μέσα από την αορατότητα της μητέρας σε αυτήν την οικογένεια. Είναι το κέντρο της ιστορίας και ταυτόχρονα το πρόσωπο που, στις περισσότερες ιστορίες ενδοοικογενειακής βίας, παραμένει πάντα εκτός εστίασης.
«Τώρα που το ξανασκέφτομαι, οι μέρες που ακολουθούσαν κάθε επεισόδιο βίας ανάμεσα στους τοίχους του σπιτιού ήταν οι μόνες κατά τις οποίες η μητέρα μου υιοθετούσε μια θεατρική στάση. Το πρόσωπό της, συνήθως ασάλευτο σε μια γενικότερη πατίνα απουσίας από τα πράγματα, έσπαγε σε εκφράσεις έντονα φορτισμένες, που περιστρέφονταν όλες τους γύρω από την παράκλησή της για συγχώρεση. Τίποτα από ό,τι έκανε δεν παρέκκλινε από αυτό το θέατρο: τα γυαλιά της κατεβασμένα στη μέση της μύτης, αφημένα έτσι όλη μέρα, η ελαφρώς ατημέλητη εμφάνισή της, ακόμα και εκείνο το καμπούριασμα όταν, με την πλάτη γυρισμένη, τοποθετούσε τα ψώνια στο ψυγείο. Ολα είχαν κάτι το σκόπιμο, κάτι που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Ακόμη και το να προτιμήσει ένα βιβλίο αντί για τα συνηθισμένα σταυρόλεξά της, περιμένοντας τον πατέρα μου να σπάσει τη σιωπή του, εντασσόταν σε εκείνο το ίδιο πρότυπο, που στόχευε στην ίδια δήλωση: θα γίνω μια άλλη γυναίκα, θα γίνω αυτό που θέλεις εσύ».
Ο γιος, στην επέτειο των δέκα χρόνων της απόφασής του να απομακρυνθεί, επιστρέφει στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, άδειο πλέον, γεμάτο από αντικείμενα και φαντάσματα. Το μυθιστόρημα σιγά σιγά εξελίσσεται σε έναν δυνατό εσωτερικό μονόλογο, σε μια συζήτηση με την απουσία, που «αναγκάζει» τον αναγνώστη να σκεφτεί τη δική του οικογένεια, τον τρόπο που μεγάλωσε, ακόμα και αν δεν έζησε μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον όπως αυτό.
Το συναισθηματικό κόστος της αποσύνδεσης από την καταγωγή μας, όχι ως εξέγερση, αλλά ως πράξη αυτοσυντήρησης, είναι ένα βαθύτατο υπαρξιακό ζήτημα που συγκρούεται με τις παραδοσιακές αξίες των δυτικών κοινωνιών, ιδιαίτερα των Ιταλών, αλλά και άλλων λαών χριστιανικής καταγωγής. Ο συγγραφέας εστίασε σε ένα μεγάλο ταμπού μιλώντας για οικογένειες και αποξένωση -σε μια χώρα όπως η Ιταλία- και πραγματικά άγγιξε ένα ευαίσθητο νεύρο που έστειλε χιλιάδες κόσμου να αγοράσουν το βιβλίο ακόμα και αν δεν συμφωνούν με την απόφαση του κεντρικού ήρωά του.
«Οποιαδήποτε βίαιη, επώδυνη σχέση μπορεί να διακοπεί -είτε πρόκειται για φιλία, γάμο ή επιχείρηση- επειδή αυτό το δικαίωμα προστατεύεται από τον νόμο. Αλλά, αντίθετα, οι οικογενειακές σχέσεις που είναι εξίσου επώδυνες ή βίαιες δεν μπορούν να αμφισβητηθούν», θα πει σε μια συνέντευξή του ο Αντρέα Μπαγιάνι. Ο ήρωάς του βρίσκει τη δύναμη να κόψει τον δεσμό του αίματος, να αποκτήσει φωνή, να ονοματίσει το Κακό που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Η ανάγνωση του μόλις εκατόν πενήντα τριών σελίδων βιβλίου σε αφήνει με μια αίσθηση χαρμολύπης, και γιατί ο ήρωας απελευθερώθηκε -με πολύ κόστος όμως- αλλά και γιατί τελειώνει μια σπουδαία αναγνωστική εμπειρία. Εχουμε την αίσθηση όμως, και μακάρι να μη διαψευστούμε, ότι η ιστορία συνεχίζεται. Οτι ο Μπαγιάνι θα επιστρέψει σε αυτό καθώς έχει προς το τέλος αινιγματικά αποσιωπήσει την εξέλιξη του ήρωά του.
