Η κατάσταση της ελληνικής αντιπολίτευσης τα τελευταία χρόνια έχει αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Ιδίως μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση, τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και τη ρευστότητα της πολιτικής εκπροσώπησης.
Η μονοκρατορία της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αριθμητικών συσχετισμών. Είναι κυρίως αποτέλεσμα της αδυναμίας του αντίπαλου πόλου να συγκροτήσει ένα συνεκτικό «Εγώ» ικανό να αντέξει τη διαφορά χωρίς να διαλυθεί από αυτήν, με αποτέλεσμα η αντιπολίτευση να περιορίζεται σε αποσπασματική καταγγελία χωρίς εναλλακτικό αφήγημα εξουσίας. Οταν η Αριστερά εμφανίζεται ως πολλαπλό, διαιρεμένο υποκείμενο, η Δεξιά εμφανίζεται ως ο φορέας της «σταθερότητας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα ενωθεί η Αριστερά;», αλλά «ποιο ασυνείδητο σενάριο την ωθεί να διασπάται;». Τα έχουμε ξαναγράψει. Η ιστορία της ελληνικής Αριστεράς είναι ιστορία ρήξεων. Η σύγχρονη ελληνική Αριστερά μοιάζει να πάσχει από το σύμπτωμα μιας ασίγαστης διάσπασης και από μετεμφυλιακά αισθήματα. Η επανάληψη της διάσπασης λειτουργεί σαν άμυνα: «Καλύτερα να διαλυθώ μόνος μου παρά να προδοθώ από τον Αλλο». Ο Ελληνας του προοδευτικού χώρου μοιάζει να φέρει εντός του έναν διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία της εξουσίας και στην επιθυμία ως έλλειψη ως προς το είναι, έναν διχασμό που έχει αναμφίβολα τη ρίζα του στην Ελλάδα ως μια χώρα στην καρδιά της διαμάχης. Γιατί ωστόσο ο διχασμός μοιάζει να αφορά πολύ περισσότερο την Αριστερά από τη Δεξιά; Γιατί το αριστερό πολιτικό υποκείµενο του ασυνειδήτου είναι πολύ περισσότερο ένα υποκείµενο της σύγκρουσης, ένα υποκείµενο της Ασυµφωνίας. Ο διαχρονικός κατακερματισμός της Αριστεράς μπορεί να ιδωθεί ως επανάληψη ενός μη επιλυμένου τραύματος: της ήττας, της διάψευσης, της διάσπασης ανάμεσα στο ιδεώδες και την ιστορική εμπειρία.
Στη λακανική θεωρία η πολιτική εξουσία εγγράφεται στο Συμβολικό πεδίο: απαιτεί αναγνώριση, θεσμούς, νόμο.
Η πολιτική λειτουργεί ως γνωστόν και ως πεδίο συμβολικής ταύτισης. Σε περιόδους κρίσης ή απομάγευσης, η αντιπολίτευση δεν προσφέρει εύκολα νέο ισχυρό σημείο ταύτισης. Ισως γιατί μετά την τραυματική εμπειρία των μνημονίων, η φαντασίωση της ριζικής ρήξης έχει αποδυναμωθεί με αποτέλεσμα το εκλογικό σώμα να επιζητά «ασφάλεια» και «κανονικότητα». Η κυβερνητική σταθερότητα λειτουργεί συνεπώς ως καθησυχαστικός μηχανισμός, ενώ η ελληνική αντιπολίτευση, με όρους πολιτικής θεωρίας, αδυνατεί να συγκροτήσει αντι-ηγεμονικό μπλοκ.
Γνωρίζουμε πως όταν μειώνεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ενισχύεται είτε ο λαϊκισμός είτε η αποχή. Στη χώρα μας παρατηρείται αυξημένη εκλογική αποχή, γεγονός που αποδυναμώνει την πίεση προς την κυβέρνηση, ιδίως αφού αφήσαμε πίσω τις πολιτικές ιδεολογίες και περάσαμε σε νέες μορφές καπιταλισμού. Μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2023, η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και η αδυναμία των βασικών αντιπολιτευτικών κομμάτων –όπως ο ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία και το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής– να συγκροτήσουν πειστική εναλλακτική αφήγηση ανέδειξαν μια δομική κρίση αντιπολιτευτικού λόγου και στρατηγικής. Κι όταν η αντιπολίτευση δεν συγκροτεί ισχυρό αντίλογο, περνούν με μικρότερο πολιτικό κόστος νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
Με όρους κοινωνιολογίας θα λέγαμε πως η προοδευτική αντιπολίτευση δεν εδράζεται σε συνεκτική κοινωνική βάση. Ισως γιατί η Αριστερά έχει επενδύσει στο Φαντασιακό, στην ιδέα μιας ριζικής αλλαγής, ενός κόσμου πέρα από την κυριαρχία. Κι όταν καλείται να αναλάβει εξουσία, έρχεται αντιμέτωπη με την έλλειψη: η εξουσία δεν είναι ποτέ πλήρης, δεν ικανοποιεί το ιδεώδες. Αν αυτή η έλλειψη δεν αναγνωριστεί και δεν συμβολοποιηθεί, μετατρέπεται σε απογοήτευση και διάσπαση. Ο κατακερματισμός μπορεί τότε να λειτουργεί ως άρνηση της ίδιας της εμπλοκής στη διακυβέρνηση.
Συνεπώς η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν στηρίζεται μόνο στην ιδεολογική της συνοχή ή στην εκλογική της στρατηγική. Στηρίζεται και στην αδυναμία του αντιπάλου να συγκροτήσει σταθερό συμβολικό λόγο. Αποτέλεσμα; Πολιτικές ιδιωτικοποίησης περνούν με μικρότερη αντίσταση και η μετατόπιση προς πιο τεχνοκρατικές ή νεοφιλελεύθερες λογικές εμφανίζεται ως μονόδρομος. Παράλληλα οι απελάσεις και οι επαναπροωθήσεις των προσφύγων μας συμβαίνουν ανεμπόδιστα καθώς η φαντασίωση της τάξης και της κανονικότητας αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση σε κοινωνίες κουρασμένες από κρίσεις.
Η ηγεμονία της Δεξιάς είναι σχεδόν ανεμπόδιστη, όχι γιατί δεν υπάρχουν αντίθετες φωνές, αλλά επειδή δεν συγκροτούνται σε ενιαίο λόγο. Σε μια τέτοια φάση ο ψυχαναλυτής θα έπρεπε να στρατευτεί στην πολιτική ως «ψυχαναλυτής- ακτιβιστής» – όπως αναφέρει ο Ρετζινάλντ Μπλανσέ.
Αν ο κατακερματισμός είναι σύμπτωμα, τότε η λύση δεν είναι απλώς η συγκόλληση αλλά η αναγνώριση του τραύματος της ήττας και της διάσπασης. Παράλληλα είναι εξαιρετικά σημαντικό το αριστερό υποκείμενο να μάθει να αντέχει τη διαφορά, χωρίς να την εκλαμβάνει ως απειλή, για να μπορέσει να έχει ουσιαστικό πολιτικό λόγο στο δημόσιο γίγνεσθαι. Ο ρόλος της προοδευτικής αντιπολίτευσης στη διακυβέρνηση της χώρας μας εξαρτάται δηλαδή από την εκ νέου επεξεργασία του τραύματός της και την επαναδιαπραγμάτευση της επιθυμίας και των αντινομιών της στη μετανεωτερική πραγματικότητα. Αν δεν συγκροτήσει ένα συνεκτικό «Εγώ» και έναν σταθερό συμβολικό αντι-ηγεμονικό λόγο, θα είμαστε έρμαια νεοφιλελεύθερων πρακτικών και θανατοπολιτικών.
