Εχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτό το θέμα. Τα ιστορικά γεγονότα και οι πολιτισμικές δραστηριότητες ξαναδιαβάζονται από τους μεταγενέστερους για να υπηρετήσουν τις δικές τους συλλογικές ανάγκες. Για να αυτοπροσδιοριστούν, ή και για να ετεροπροσδιοριστούν. Ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Ολοι οι άνθρωποι έχουν ψυχοσυναισθηματική ανάγκη να ακουμπήσουν τις ανησυχίες και τις ανασφάλειές τους σε γνωστά, δοκιμασμένα σχήματα. Συχνά, μετασχηματίζουν, ή προσαρμόζουν τα γεγονότα και τα δημιουργήματα.
Κοινός τόπος η αρχική παράγραφος, θα μπορούσε να αποτελέσει, κατά την πρακτική των προλόγων που ήταν προτηγανισμένοι και μπορούσαν να ταιριάξουν σε οποιαδήποτε ανάλυση. Πάντως, αυτό, εικάζω, είχε στο μυαλό ο εκπαιδευτικός που με πλησίασε διστακτικά, στην Κομοτηνή, με την ευκαιρία ενός συνεδρίου, και μου έκανε την ερώτηση-πρόταση. Πόσα χρήματα θέλετε για να αποδείξετε ότι ο θρακιώτικος χορός «Μπαϊντούσκα» είναι αρχαιοελληνικής καταγωγής; Με αιφνιδίασε, προς στιγμήν, αλλά ταχύτατα ανέκτησα την επιστημονική μου νηφαλιότητα, αντιστρέφοντας το ερώτημα. Και τι θα κερδίσουμε αν αποδειχτεί αυτό; Είχα μπροστά μου την εικόνα από το κλειστό Δημοτικό Σχολείο Πετρωτών Εβρου, τρία χιλιόμετρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τα οποία για πενήντα χρόνια, σχεδόν, παρέμειναν κλειστά, μετά τη συμπερίληψη της Βουλγαρίας στο τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Στην αυλή του σχολείου η ορχήστρα έπαιζε «Μπαϊντούσκα» και όλα τα τραπέζια άδειασαν (στα τέλη της δεκαετίας του 1990). Οι Πετρωτιώτες και οι φιλοξενούμενοί τους Βούλγαροι μπήκαν στον χορό, χωρίς να νοιαστούν για την ιδιοκτησία του χορού.
Ο εκπαιδευτικός με κοίταξε αμήχανα, παρέθεσε όλα τα επιχειρήματά του για να τεκμηριώσει την άποψή του και μετά από λίγο αποσύρθηκε αθόρυβα. Είναι δικός μας ο χορός. Είναι η ιστορία μας, αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του πριν να επιστρέψουμε στη συνεδριακή αίθουσα για τη συνέχεια.
Ο εκπαιδευτικός δεν είχε άδικο στην ουσία της αναζήτησής του. Η Ιστορία αποτέλεσε το ασφαλές καταφύγιο, ιδίως από τον 19ο αιώνα και μετά, με την ωρίμανση των πολιτικών συνθηκών και των εθνικών αιτημάτων στα Βαλκάνια για ανεξάρτητα κράτη. Αυτό έγινε και στην περίπτωση του νεοελληνικού κράτους, γεγονός που διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.
Η Ιστορία γίνεται η θεραπαινίδα των εθνικών αναγκών. Οφείλει να χωρέσει, θέλει δεν θέλει, στα παπούτσια της ανάγκης των καιρών: να τεκμηριωθεί, δηλαδή, ότι το νεοελληνικό κράτος που προέκυψε μετά την Επανάσταση του 1821 και τα όσα ακολούθησαν, ήταν συγγενές προς την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Αυτά απαιτούσαν οι θεωρίες και οι πολιτικοί αφέντες του 19ου αιώνα.
Ετσι προέκυψε και η Λαογραφία ως επιστήμη. Ο ιδρυτής της, ο χαρισματικός Νικόλαος Πολίτης, με σπουδές στη Γερμανία και με ισχυρή επιρροή στην Ελλάδα, ήταν ένας οργανικός διανοούμενος της εποχής του. Βαθύτατα στοχαστικός άνθρωπος, βρέθηκε ανάμεσα στην ιδιότητα του ερευνητή που επιχειρούσε να κατανοήσει την πολιτισμική δημιουργία και την επαναληπτικότητα κάποιων σταθερών μοτίβων μέσω της μελέτης του λαϊκού πολιτισμού, και στο αίτημα για υποστήριξη των αιτημάτων του εθνικού κράτους για αυτοπροσδιορισμό σε σχέση με τους γείτονες Βαλκάνιους, με επίκεντρο τις εδαφικές διεκδικήσεις, μετά τη συρρίκνωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ετσι, προέκυψε η θεωρία της συνέχειας, ότι δηλαδή οι Ελληνες και ο ελληνικός πολιτισμός είναι παιδιά του αρχαιοελληνικού κόσμου. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας (1922) κατέστησε μη αξιοποιήσιμη τη θεωρία της συνέχειας. Οριστικοποιήθηκαν τα σύνορα. Αυτή η ιστορική εξέλιξη οδήγησε τον Στίλπωνα Κυριακίδη, τον πρώτο καθηγητή Λαογραφίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, να θέσει ως χρονοτόπο δημιουργίας του νεοελληνικού πολιτισμού τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.
Η προσπάθεια του Κυριακίδη δεν υιοθετήθηκε, ούτε αποτέλεσε κατευθυντήρια γραμμή στην καταγραφή και ερμηνευτική προσέγγιση των πολιτισμικών δημιουργιών από πολλούς επιστημονικούς κλάδους, παρά τις ισχυρές διαφοροποιήσεις.
Αυτό όμως που δεν κατάφερε ο Κυριακίδης φαίνεται ότι επιτυγχάνεται από ιστοριοδίφες και ερασιτέχνες λαογράφους, ιδίως από τη δεκαετία του 1980 και εντεύθεν, με την είσοδο της τηλεοπτικής εικόνας σε όλα τα σπίτια. Εισάγεται ένα νέος χρονοτόπος για αναγωγή της πολιτιστικής δημιουργίας. Ολα ανάγονται στην Τουρκοκρατία. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται μια οικεία, ιστορική αναπαλαίωση όσων εθίμων και πολιτιστικών δρωμένων αναβιώνουν, κατά κανόνα, ή επιβιώνουν.
Στις γιορτές –και στο Δωδεκάμερο– οι τηλεοπτικοί σταθμοί μεταδίδουν δηλώσεις προέδρων και μελών διοικητικών συμβουλίων, ή ιστοριοδιφών του τόπου. Εχουν εξοικειωθεί πια με τον ρυθμό του τηλεοπτικού χρόνου και προβάλλουν την εδραία άποψή τους ότι το έθιμό τους δημιουργήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Για παράδειγμα, όσοι βγαίνουν στα ΜΜΕ ή δίνουν συνεντεύξεις σε ερευνητές έχουν διαμορφώσει έναν καταγωγικό λόγο. Το ισχυρίζονται για τον «Καγκελάρη», τον τελετουργικό χορό που χορεύεται στα Τζουμέρκα και στα ορεινά χωριά των Τρικάλων στην Πίνδο. Χαρακτηρίζεται από στροφές οφιοειδείς, έτσι που οι χορευτές σε κάποια στιγμή έρχονται πλάτη με πλάτη. Για πολλούς ιστοριοδίφες και ερασιτέχνες λαογράφους ο χορός αυτός δημιουργήθηκε στην Τουρκοκρατία, με σκοπό να μεταδώσουν επαναστατικές πληροφορίες.
Στην περίπτωση αυτή αγνοείται η ιστορική διάσταση. Υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στο μοτίβο και τη μορφή που λαμβάνει σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιείται και για τα λαϊκά δρώμενα των αποκριών («Μπέης», «Κουδουνάτοι» κ.λπ.). Συχνά, αυτά τα έθιμα θεωρείται ότι δημιουργήθηκαν σ’ αυτή την περίοδο. Σύγχυση. Τα μοτίβα είναι πανάρχαια, υπηρετούν τα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου, καθώς και την ανάγκη να κατανοήσει όσα ανερμήνευτα συμβαίνουν γύρω του. Η μορφή και τα αποτυπώματα του ιστορικού χρόνου είναι μια άλλη διάσταση.
Οι ιστοριοδίφες, πάντως, με τη συνδρομή των ραδιοτηλεοπτικών ιδίως μέσων, έχουν γίνει πρωτοπόροι στην εισαγωγή της Δημόσιας Ιστορίας και Λαογραφίας, πριν να συγκροτηθεί αυτή ως ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος. Στην εποχή μας, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αντικαταστήσει, στην καθημερινότητα, τις επιστολές των αναγνωστών που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες, η Ιστορία είναι το πεδίο όπου διεξάγονται ομηρικές μάχες από πολίτες που ενίοτε έχουν γνωστικά χάσματα ή έχουν διαμορφωμένη άποψη ομιλώντας με απόλυτη βεβαιότητα για την απόλυτη ισχύ των ιστορικών τους στερεοτύπων.
Παράλληλα, η κρίση και η ανασφάλεια, καθώς και η ανάγκη για διεκδίκηση μεριδίου του τουριστικού προϊόντος έχουν καταστήσει δημοφιλή την έννοια του λαϊκού πολιτισμού, υπό τη μορφή της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Ηταν αναπόφευκτη η εξέλιξη αυτή.
* Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
