ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η υπογραφή, στις 12 Φεβρουαρίου, της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Βόρειας Μακεδονίας συνιστά μια σαφή πολιτική και οικονομική ανάσα για τη γειτονική χώρα, η οποία βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική θέση. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία καθιστά την εξέλιξη ιδιαιτέρως προβληματική: η συμφωνία έρχεται την ώρα που η κυβέρνηση της Βόρειας Μακεδονίας παραβιάζει συστηματικά τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Τόσο ο πρωθυπουργός Μιτσκόσκι όσο και η πρόεδρος της χώρας, αλλά και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, έχουν επανειλημμένα προχωρήσει σε δηλώσεις και ενέργειες που αντιβαίνουν στο πνεύμα και στο γράμμα της Συμφωνίας. Μάλιστα, δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική πρωτοβουλία συμμόρφωσης ή έστω έμπρακτης διάθεσης εφαρμογής των δεσμεύσεων που απορρέουν από αυτήν. Στον αντίποδα της πίεσης που θα ανέμενε κανείς από τη διεθνή κοινότητα, η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει να προσφέρει χέρι βοήθειας στη Βόρεια Μακεδονία αναβαθμίζοντας τις διμερείς σχέσεις.

Η στάση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Προεδρικό Διάταγμα του Ιουνίου 2021, επί προεδρίας Μπάιντεν, το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε όσους υπονομεύουν ή παραβιάζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών. Αντί, λοιπόν, για ενεργοποίηση του πλαισίου κυρώσεων, παρατηρείται ενίσχυση της συνεργασίας Ουάσινγκτον–Βόρειας Μακεδονίας, γεγονός που στην πράξη συνιστά επιβράβευση της μη συμμόρφωσης.

Εξάλλου, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αποκοπεί από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια. Από το 2019 μέχρι σήμερα δεν διαμορφώθηκε μια συνεκτική και ενεργητική στρατηγική θωράκισης της Συμφωνίας των Πρεσπών, παρά τις επανειλημμένες δημόσιες προειδοποιήσεις του Αλέξη Τσίπρα για τον κίνδυνο υπονόμευσής της. Η Αθήνα δεν αξιοποίησε τα θεσμικά και διπλωματικά εργαλεία που διέθετε, ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διατλαντικό επίπεδο.

Η Συμφωνία αποτελεί, άλλωστε, μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου και συνιστά ρητή προϋπόθεση για την ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας, με την Αθήνα να επιμένει στη πιστή εφαρμογή της απο όλα τα μέρη. Παρά ταύτα, όπως επισημαίνουν πηγές κοντά στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού η ελληνική πλευρά δεν ζήτησε το πάγωμα της ευρωπαϊκής προοπτικής της γειτονικής χώρας, ούτε προώθησε με επιμονή την ενεργοποίηση του αμερικανικού πλαισίου κυρώσεων. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε ένα κενό πίεσης, το οποίο σήμερα μεταφράζεται σε πολιτική επιβράβευση των παραβιάσεων.

Στον αντίποδα μιας δυναμικής διπλωματίας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε μια στάση αδράνειας. Δεν κύρωσε τα τρία μνημόνια συνεργασίας του 2019, τα οποία θα ενίσχυαν τη θεσμική θωράκιση της Συμφωνίας, δεν συγκάλεσε Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας -παρότι προβλέπεται ετησίως- και υπέγραψε μόλις μία διακρατική συμφωνία, όταν θα μπορούσαν να έχουν συναφθεί δεκάδες.

Παράλληλα, δεν άσκησε ουσιαστική πίεση για την αλλαγή των σχολικών εγχειριδίων, στην οποία η Βόρεια Μακεδονία είχε δεσμευτεί επισήμως από τον Ιούνιο του 2019, ούτε για την τροποποίηση εμπορικών σημάτων εταιρειών της γειτονικής χώρας, παρά το γεγονός ότι η σχετική προθεσμία έχει παρέλθει προ πολλού.

Η επιλογή της κυβέρνησης να μην αναδεικνύει συστηματικά τις παραβιάσεις, φοβούμενη -όπως εκτιμάται- το εσωτερικό πολιτικό κόστος, αποδυναμώνει τη διεθνή της θέση. Οταν ένα ζήτημα δεν τίθεται με συνέπεια και επιμονή, εξάλλου, δεν μπορεί εκ των υστέρων να αποτελέσει αντικείμενο αξιόπιστης διαμαρτυρίας. Μάλιστα πηγές κοντά στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού σχολιάζοντας την εξέλιξη υποστήριξαν στην «Εφ.Συν.» πως η κυβέρνηση φέρει βαρύτατες ευθύνες για τη μικροκομματική και επικοινωνιακή λογική με την οποία διαχειρίζεται τις σχέσεις της χώρας με όλες τις γειτονικές χώρες. Οπως επισημαίνουν, το μέγαρο Μαξίμου φοβάται τις εσωκομματικές συνέπειες που θα είχε μια ενεργή στρατηγική εμπλοκής με τη Βόρεια Μακεδονία, είτε αυτή αφορούσε την κύρωση των μνημονίων είτε την αλλαγή πινακίδων οδικής σήμανσης – ενέργειες που θα προσέδιδαν επιπλέον κύρος στην Ελλάδα για να πιέσει τη γείτονα.

Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι με το να μη θέτει σταθερά το ζήτημα και να μην αντιδρά στις παραβιάσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, η κυβέρνηση ουσιαστικά υποβαθμίζει τη σημασία του και στερεί από τη χώρα κάθε έρεισμα να διαμαρτυρηθεί εκ των υστέρων, ακόμα και απέναντι στις ΗΠΑ.

Πρόκειται, όπως λένε, για την ίδια λανθασμένη λογική που ακολουθήθηκε και στο θέμα του καλωδίου: ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος αφήνονται να χρονίζουν και όταν «κακοφορμίσουν», η Ελλάδα βρίσκεται χωρίς σοβαρά επιχειρήματα απέναντι στους συμμάχους της.

Ετσι, η «ψήφος εμπιστοσύνης» του Τραμπ προς τη Βόρεια Μακεδονία δεν αποτελεί μόνο αμερικανική επιλογή. Συνιστά, ταυτόχρονα, απότοκο της ελληνικής κυβερνητικής ολιγωρίας, η οποία άφησε τη Συμφωνία των Πρεσπών εκτεθειμένη, επιτρέποντας μάλιστα την επιβράβευση της καταπάτησής της.