Ολα όσα έχει κάνει, έχει σκεφτεί, έχει κερδίσει η ανθρωπότητα βρίσκονται κατά έναν αναμενόμενο τρόπο σε σελίδες βιβλίων. Και τα βιβλία κάθονται στις βιβλιοθήκες μας.
Αν όμως καλοσκεφτούμε μια από τις πιο διάσημες αλληγορίες της λογοτεχνικής φαντασίας, τη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ» του Μπόρχες -μια φανταστική βιβλιοθήκη που περιέχει τα πάντα και άρα τον ίδιο τον εαυτό της-, θα βλέπαμε ότι είναι ταυτόχρονα χαοτική και, σχεδόν, άνευ χρηστικής αξίας. Ο αφηγητής-Μπόρχες είπε ότι περιπλανιόταν για χρόνια σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη και ότι είχε διαπιστώσει την απουσία κάποιου σημείου το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί ως κέντρο. Αλλά πού βρίσκεται η παραπλάνηση στην ιδέα της κυκλικότητας; Εκεί που νομίζεις ότι έχεις διανύσει όλη τη διαδρομή, βρίσκεσαι πάλι στο σημείο από το οποίο ξεκίνησες.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί στην Ελλάδα, φοβούμενοι την υποτιθέμενη κυκλικότητα της Biblioteca Total (της Απόλυτης Βιβλιοθήκης), δείχνουν απροθυμία για το διάβασμα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία (Eurostat, για το 2022), στην Ε.Ε. το 52,8% του πληθυσμού ηλικίας 16+ διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο στους προηγούμενους 12 μήνες. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό αναγνωστών διαμορφώθηκε στο 43% (10 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της Ενωσης). Δηλαδή, πάνω από τους μισούς στην Ελλάδα δεν διαβάζουν καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Για τις εφημερίδες, ούτε κουβέντα. Οι εκτιμήσεις, βάσει πωλήσεων, δείχνουν ότι οι τακτικοί αναγνώστες των έντυπων εφημερίδων είναι μειοψηφία (κάτω από 20-30%). Και αυτοί που διαβάζουν είναι οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας και οι πιο μορφωμένοι.
Οι νεότεροι δεν αγοράζουν εφημερίδες και γενικά δεν διαβάζουν, παρά μόνο ό,τι χρειάζεται. Ωστόσο, οι ίδιοι νέοι είναι καλά «εκπαιδευμένοι». Αν αντιμετωπίσουν λ.χ. ένα θέμα έκθεσης ιδεών σχετικό με τις αρετές του διαβάσματος, θα απαντούσαν ότι, ναι, βεβαίως και οπωσδήποτε, «η φιλαναγνωσία και το διάβασμα εν γένει ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να αναπτύξει αφηρημένη και αναλυτική σκέψη, και μας προστατεύει ως άτομα και ως κοινωνικό σύνολο από τις διαβρωτικές συνέπειες της άγνοιας, της μεροληψίας, των προκαταλήψεων και των λοιπών θεωριών συνωμοσίας». Οι αξιολογητές της απάντησης θα βαθμολογούσαν θετικά την παραπάνω νοητική κατασκευή και οι βαθμολογούμενοι θα ήταν ικανοποιημένοι με την άγνοιά τους η οποία, ωστόσο, θα επιβραβευόταν με καλό βαθμό. Και όλοι μαζί θα στρέφονταν -όπως το κάνουν άλλωστε- στη βολικότερη καθημερινή μαθητεία του infotainment (από το information και entertainment) που, στη μιντιακή γλώσσα, ζευγαρώνει την ενημέρωση με την ψυχαγωγία.
Γιατί παραξενευόμαστε, λοιπόν, όταν φαντάζει ειδικού βάρους η νοητική και λεκτική συμπεριφορά -δηλαδή, το δημόσιο ξεκατίνιασμα- του κ. Αδωνη Γεωργιάδη και της κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου και το ρηχό βάθος της «πολιτικής» σκέψης του κ. Παύλου ντε Γκρες στη συνέντευξή του στον κ. Χατζηνικολάου; Εύλογος ο σάλος για τις απόψεις της κ. Καρυστιανού περί αμβλώσεων και την ιδέα της να γίνουν «θέμα δημόσιας διαβούλευσης». Ομως, δεν κουνήθηκε φρύδι (ούτε άλλωστε της κ. Καρυστιανού) για τις «απώλειες των δυνητικών γεννήσεων» (δηλαδή για τα παιδιά που θα είχαν γεννηθεί αν δεν υπήρχε κρίση χρέους και μνημόνια). Εδώ, με απλή δημογραφική προσέγγιση, αν υποθέταμε ότι δεν υπήρχε κρίση, θα είχαμε περί τις 110-115 χιλιάδες γεννήσεις ετησίως. Αντίθετα, είχαμε μείωση γεννήσεων περί τις 20.000 – 30.000 ετησίως. Σωρευτικά για το διάστημα 2010-2018 είχαμε περί τις 200.000 – 250.000 «χαμένες» γεννήσεις (και… το συμπέρασμα ότι «για όλα φταίει ο Τσίπρας»). Πλην της άγνοιας, ποια άλλη λέξη θα μπορούσε να δώσει ένα περίγραμμα της κατάστασης; Η λέξη «ταχύτητα» θα έδινε μια καλή ερμηνεία της χαοτικής κατάστασης (τύπου «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ»). Η είδηση, αλλά χωρίς το νόημά της. Η ταχύτητα απαγορεύει τη γέννηση της σκέψης· είναι μια εκτατική ευχέρεια· δώρο της τεχνολογικής επανάστασης. Ομως, ο βαθμός ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης, ενώ ο βαθμός νηφάλιας αποτίμησης είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης.
Η άλλη λέξη για την κατανόηση του κόσμου μας ίσως να ήταν η «αφροσύνη». Οχι απλώς η τρέλα, αλλά μάλλον η απώλεια κάθε μέτρου. Θέλουμε να είμαστε αθώοι και παντοδύναμοι ταυτόχρονα. Καμία εποχή δεν άντεξε τον παραπάνω συνδυασμό. Δεν ζούμε σε έναν κόσμο που κατέρρευσε· ζούμε σε έναν κόσμο που συνεχίζει κανονικά. Κι αυτή ακριβώς η «κανονικότητα» είναι η πιο ανησυχητική. Οθόνες, αριθμοί, ειδοποιήσεις, στατιστικές, γνώμες. Μία αδιάκοπη βουή. Κι όμως, στον θόρυβο το πολύτιμο σιωπά: η ικανότητά μας να σταθούμε· να σκεφτούμε· να ρωτήσουμε τι αξίζει. Οχι τι συμφέρει. Οχι τι πουλάει. Αλλά τι αξίζει. Μας το θύμισαν, ξαφνικά, οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Μετά από 82 χρόνια.
