Αν ανατρέξει κάποιος στα έργα και ημέρες των πιο πετυχημένων προπονητών ποδοσφαίρου, κανείς δεν ξεπερνάει τον Ζοσέ Μουρίνιο σε mind games, εμπρηστικές δηλώσεις, υπερβολικές αλλά ταυτόχρονα και υπολογισμένες αντιδράσεις. Το σπριντ μπροστά από τον πάγκο της Μπαρτσελόνα στο «Καμπ Νόου», όταν την απέκλεισε με την Τσέλσι, το δάχτυλό του στο μάτι του μακαρίτη Τίτο Βιλανόβα είναι μόλις δύο από τα πολλά επεισόδια που έρχονται στο μυαλό. Ολα αυτά εξυπηρετούσαν έναν στόχο: να βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο, ακόμα και αν ήταν ο «κακός» της ιστορίας. Μέχρι τώρα όμως ήταν politically correct.
Αραγε η αντίδρασή του προς τον Βινίσιους και τα λόγια του προς τον Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή και, κατόπιν, στη συνέντευξη Τύπου του αγώνα Μπενφίκα-Ρεάλ Μαδρίτης ποιο σκοπό εξυπηρετούσαν; Ή ήταν αυτόματη αντίδραση; Και στις δύο περιπτώσεις είναι απαράδεκτα για τη διαδρομή του στο ποδόσφαιρο, τη δεδομένη ρητορική ικανότητά του σε πολλές γλώσσες και την ηλικία του.
Στα 63 χρόνια του θα ’πρεπε να ξέρει καλύτερα… Ενοχοποίησε το θύμα, θεωρώντας δηλαδή ότι ο πανηγυρισμός του Βινίσιους για το γκολ του δικαιολογούσε τη ρατσιστική συμπεριφορά του Τζανλούκα Πρεστιάνι. Πρόσθεσε μάλιστα ότι αυτά συμβαίνουν σε όποιο γήπεδο παίζει ο Βινίσιους – ούτε λίγο ούτε πολύ, τον χαρακτήρισε «κατά συρροή παραβάτη»! Και, κερασάκι στην τούρτα, το πιο γελοίο επιχείρημα όλων: «Ο κορυφαίος παίκτης της Μπενφίκα, ο Εουσέμπιο, ήταν μαύρος. Αυτός ο σύλλογος δεν είναι ρατσιστικός!». Σαν να λέμε δηλαδή ότι από την ελληνική κοινωνία εξαφανίστηκε ο ρατσισμός, επειδή γίνεται το «πατείς με, πατώ σε» για μια selfie με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο όταν επισκέπτεται τα Σεπόλια!
Θεμιτό να υπερασπίζεται ο Μουρίνιο τον ποδοσφαιριστή του, αν θεωρεί ότι πρόκειται για περίπτωση «ο λόγος μου εναντίον του δικού σου». Υπάρχουν όμως όρια, τα οποία αδικαιολόγητα ξεπέρασε.
