Και η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Δάτσικα, με τον τίτλο «Εικόνες ψυχής [δεύτερο πλάνο]» (Ιωλκός, 2025), αφιερώνεται στον συνταξιδιώτη της Ηλιο. Και πώς αλλιώς άλλωστε; Η ποίησή της είναι γέννημα του φωτός, είναι η ποίηση των αισθήσεων και των εικόνων. Στην ποιητική της περιήγηση εισπράττει με τρόπο ολοκληρωτικό το φως, το ελληνικό φως, το φως του καλοκαιριού και το μεταποιεί σε λέξεις μέσα στον σκοτεινό θάλαμο των υπόγειων διαδρομών της δημιουργίας και της τέχνης.
Πρόκειται για ένα έργο που συγκροτείται στο σύνολό του από σαράντα έξι ποιήματα, ολιγόστιχα κατά το πλείστον, προσδιορίζοντας, όμως, με σαφήνεια όχι μόνο τις θεματικές επιλογές, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τα ποιητικά μοτίβα της δημιουργού, τα οποία λειτουργούν ως ερέθισμα σκέψης και προβληματισμού, υπακούοντας στους νόμους της ιδιαίτερης προσωπικής της πρωτότυπης εκφραστικής αποτύπωσης, αλλά και την κριτική ματιά της ποιήτριας, κάποιες φορές μάλιστα έντονα δηκτική, τόσο απέναντι σε ζητήματα υπαρξιακού προσανατολισμού, ηθικής στάσης ή κρίσιμων διλημματικών επιλογών, όσο και σε οικουμενικά προβλήματα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη εκ των πραγμάτων η ανθρώπινη φύση.
Η Μαρία Δάτσικα αποφεύγει τους λεκτικούς πληθωρισμούς, τις εξαντλητικές λυρικές περιγραφές, τις βαρετές και ανούσιες πολλές φορές μάλιστα γλωσσικές ακροβασίες, ακολουθώντας την αρχή του ποιητικού ρεαλισμού και της ανατρεπτικής αποδόμησης του λογικοφανούς, με όρους βιωματικής αλήθειας και συναισθηματικής διαφάνειας. Ο στίχος του Σεφέρη «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη», νομίζω ότι βρίσκει πλήρη εφαρμογή και αντιστοιχία με την ανεπιτήδευτη γραφή της δημιουργού. Γι’ αυτό και επικεντρώνεται στο ουσιαστικό, εστιάζει στο καίριο και το κρίσιμο, σε κείνο που το βάρος του σταθμίζει το ζύγι και του δίνει άλλοτε εκείνη την κατεύθυνση ή άλλοτε την άλλη. «Οταν κοιτώ την κούπα/ με τον αχνιστό καφέ,/ χορεύω στον ρυθμό των υδρατμών·/ θρηνώντας/ για τις στιγμές που εξατμίστηκαν,/ χωρίς ν’ αφήσουν/ ούτε ένα κατακάθι» («Το βαλς του αχνιστού καφέ»).
Μοιάζει, ενδεχομένως, η ποίησή της με έναν μεγεθυντικό φακό, που πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής το υπό διαπραγμάτευση αντικείμενο, για να μας δώσει όχι βέβαια την εικόνα του, η οποία είναι ήδη γνωστή σε μας, αλλά μια λεπτομέρεια, ίσως, που στην ποιητική της διάθλαση υπονομεύει τόσο το ίδιο το αντικείμενο διερεύνησης όσο και την υποκειμενική, ιδεοληπτική κάποιες φορές ή μονομερή, συσχέτισή μας με αυτό. Είναι, δηλαδή, αφενός η επιφαινόμενη εικόνα, που συλλαμβάνει ο φακός της ποιήτριας ως πρώτο πλάνο, και αφετέρου η εικόνα πλέον που εμφανίζει ως δεύτερο πλάνο στο καλλιτεχνικό της εργαστήρι υπό τη μέθη του ποιητικού οίστρου και της συνακόλουθης αναγκαιότητας της αναγωγής του συγκεκριμένου και επιμέρους σε Ιδέα καθολική και γενική, που υπαγορεύεται από τους κανόνες της αισθητικής αρτίωσης και της συγκινησιακής απόλαυσης.
Κι ενώ στο πρώτο πλάνο προέχει η ανεπεξέργαστη αισθητηριακή εμπειρία και η συλλογή των δεδομένων ως αναπόφευκτο υπαρκτικό βίωμα της αιτιοκρατίας, στο δεύτερο πλάνο κυριαρχεί η ελεύθερη κατ’ επιλογήν μετουσίωση της πρόσληψης των εξωτερικών ερεθισμάτων-εικόνων σε εσωτερικό κατ’ αναλογίαν υπαρξιακό αποτέλεσμα-βίωμα, που υψώνει και οδηγεί ανακλαστικά τη διάνοια στην εκστατική της μορφή και στην ποιητική της μεταγραφή. Συνειδητοποιεί, λοιπόν, κανείς ότι, ενώ οι αισθήσεις αποτελούν τις κύριες εισόδους του πρωτογενούς υλικού της γνωστικής επικράτειας του ποιητικού υποκειμένου, εκφράζοντας σε ένταση και σε έκταση τη βιολογική του απόκριση στον κόσμο με τη χαρά και την ευωχία της ανέμελης αθωότητας μιας παιδικής ηλικίας, η σε δεύτερο πλάνο, ή σε δεύτερο χρόνο, διανοητική πια επεξεργασία λειτουργεί εμβαθύνοντας, περισσότερο διαδραστικά, σηματοδοτώντας τη μετάβαση στη μεταγνωστική περιοχή του μυστηρίου, του υψηλού στοχασμού και της ποιητικής ωριμότητας.
Σε αυτό συμβάλλει και η συχνή αναρωτηματική μορφή πολλών ποιημάτων, που προσδιορίζουν τη δομική ταυτοτική τους συμπεριφορά στη βάση της διερώτησης – διερεύνησης της ποιητικής συνείδησης, εγείροντας τον στοχασμό και τον προβληματισμό του αναγνώστη. Αλλες φορές τα ερωτήματα είναι ρητορικά και άλλες φορές απορηματικά, άλλες φορές προτάσσονται και άλλες φορές τίθενται καταληκτικά εν είδει προτρεπτικού επιλόγου. Σε κάθε περίπτωση, σε συνδυασμό με τη χρήση καθημερινού λεξιλογίου, την εναλλαγή πρώτου και δεύτερου προσώπου, την προφορικότητα στο ύφος και τον χαμηλόφωνο τόνο της ποιητικής φωνής, η Δάτσικα επιτυγχάνει να συναντηθεί ουσιαστικά με τον αναγνώστη, ανοίγοντας έναν ευθύβολο, άμεσο και οικείο διάλογο μαζί του, με αποτέλεσμα να τον κερδίζει από την πρώτη στιγμή.
«Τι να τα κάνεις τόσα χαλιά,/ όταν με κανένα απ’ αυτά/ δεν μπορείς να πετάξεις;» («Το μαγικό χαλί»).
* Φιλόλογος, ποιητής
ℹ️ Τη σελίδα αυτή δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
