Το πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας σε φτωχά νοικοκυριά, και ειδικότερα σε δικαιούχους του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που μετονομάστηκε αργότερα από την κυβέρνηση της Ν.Δ. σε Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ξεκίνησε το 2015, με το που ανέλαβε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, εν μέσω ανθρωπιστικής κρίσης και επαινέθηκε ως εξαιρετική πρακτική από την Ε.Ε. διότι ήταν το μοναδικό στην Ευρώπη που έδινε φρέσκα προϊόντα σε ιδιαίτερα ευάλωτους πολίτες και νοικοκυριά.
Εντεκα χρόνια μετά, η Ελλάδα δεν υποφέρει από ανθρωπιστική κρίση, αλλά η αύξηση της ακραίας φτώχειας και της επισιτιστικής ανασφάλειας για το 34,6% των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (στα 6.510 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 13.671 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά) καθιστά εξαιρετικά αναγκαία την επονομαζόμενη Επισιτιστική Βοήθεια και Υλική Στέρηση (ΕΒΥΣ), που χρηματοδοτείται πλέον από τους πόρους της κοινωνικής συνοχής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Μόνο που αυτή η βοήθεια, θεσμοθετημένη και οριοθετημένη από τον Κανονισμό του ΕΚΤ, σταμάτησε και ουδείς γνωρίζει το γιατί.

Ηταν οι απότομες αλλαγές των επικεφαλής υπουργών στο υπουργείο Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής, με τη διαδοχή της Σοφίας Ζαχαράκη από τη Δόμνα Μιχαηλίδου; Ήταν η υποτίμηση της σημασίας που είχε η επισιτιστική βοήθεια για τα πιο φτωχά νοικοκυριά στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του νεοσύστατου υπουργείου; Ήταν τα γραφειοκρατικά προβλήματα της μετάπτωσης του Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (ΤΕΒΑ) στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο του ΕΣΠΑ 2021-27 ως Επισιτιστική Βοήθεια και Υλική Στέρηση (ΕΒΥΣ), με προϋπολογισμό 400 εκατομμύρια; Ή μήπως η μείωση της κοινωνικής δαπάνης μέσω της προπληρωμένης κάρτας, αντί της βοήθειας σε είδος, που εξήγγειλε εδώ και καιρό η νέα ηγεσία του ΥΠΟΙΚ; Tι απ’ όλα φταίει;
Αυτά τα ερωτήματα αναδείχτηκαν και στη Βουλή στις 16 Φεβρουαρίου, όταν με ερώτησή της η πρώην υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Θεανώ Φωτίου, ως βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς, ζήτησε από την αρμόδια υπουργό να απαντήσει γιατί 400.000 άνθρωποι (267.500 νοικοκυριά) που λάμβαναν 80 είδη τροφίμων και 30 είδη πρώτης ανάγκης στο πλαίσιο του επισιτιστικού προγράμματος ΤΕΒΑ, έμειναν χωρίς συμπληρωματική βοήθεια εδώ και 3,5 χρόνια, παρά το γεγονός ότι φορείς υλοποίησής του είναι οι 13 περιφέρειες σχεδιάζοντας και διανέμοντας τρόφιμα σε πάνω από 600 σημεία διανομής.
«Η κυβέρνηση κατήργησε το πρόγραμμα ΤΕΒA χωρίς να το αντικαταστήσει αμέσως με το ΕΒΥΣ (Επισιτιστική Βοήθεια και Υλική Στέρηση) που είχε ενταχθεί στο ΕΣΠΑ 2021-27, ως όφειλε και μπορούσε» επισήμανε η βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς. «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη εγκρίνει δαπάνη 400 εκατ. από το ΕΚΤ τον Ιούνιο του 2022, αλλά επί δύο χρόνια δεν είχε εγκριθεί από τους γενικούς γραμματείς του υπουργείου η κατανομή ανά περιφέρεια. Οι γ.γ. Καταπολέμησης της Φτώχειας, κ. Σταμάτης και Πύρρος, χρειάστηκαν δύο χρόνια για να υπογράψουν τις εντάξεις των Πράξεων των 13 Περιφερειών. Και μόλις ξεκίνησαν να δημοσιεύονται οι προκηρύξεις των διαγωνισμών, η αρμόδια υπουργός, στα τέλη Δεκεμβρίου 2025, τους ακύρωσε προκειμένου να δώσει την επισιτιστική βοήθεια μέσω προπληρωμένης κάρτας» ανέφερε η Θ. Φωτίου. Ζήτησε να αποζημιωθούν αμέσως οι ακραία φτωχοί γι’ αυτά τα 3,5 χρόνια και να αυξηθεί το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα στα 300 ευρώ τουλάχιστον τον μήνα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό αντί για τα 216 ευρώ που είναι σήμερα.
Τι απαντά στην «Εφ.Συν.» η υπουργός Δ. Μιχαηλίδου
Θέσαμε τα ερωτήματα για την τύχη του ΤΕΒΑ στην υπουργό Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής, η οποία έκανε την παρακάτω δήλωση στο «Παρατηρητήριο Συνοχής» της «Εφ.Συν.»:
«Ο προϋπολογισμός του προγράμματος ανέρχεται στα 400 εκατομμύρια ευρώ και η ενίσχυση θα αποδοθεί με τρόπο που θα καλύπτει και το διάστημα της μετάβασης. Στόχος μας είναι ένα σύστημα σταθερό, με πλήρη γεωγραφική κάλυψη σε όλη τη χώρα, χωρίς τις ανισότητες και τις καθυστερήσεις που χαρακτήριζαν το παρελθόν. Πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική επιλογή: ένα σύγχρονο, δίκαιο και αποτελεσματικό πρόγραμμα που σέβεται τον πολίτη και αξιοποιεί καλύτερα κάθε ευρώ κοινωνικής πολιτικής.
Το πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας όχι μόνο δεν σταματά, αλλά αναβαθμίζεται ουσιαστικά. Η μετάβαση στο νέο μοντέλο κατέστη αναγκαία λόγω του κατακερματισμένου τρόπου υλοποίησης που ίσχυε μέχρι σήμερα, με 13 διαφορετικούς διαγωνισμούς και διαφορετικές ταχύτητες ανά περιφέρεια, που δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ενιαία και ισότιμη λειτουργία σε όλη τη χώρα. Σε αυτήν τη στρέβλωση βάζουμε οριστικά τέλος. Για πρώτη φορά περνάμε από ένα γραφειοκρατικό σύστημα, με υψηλό κόστος διαχείρισης και ανισότητες στην εφαρμογή, σε ένα ενιαίο εθνικό μοντέλο που λειτουργεί με ταχύτητα, διαφάνεια και ισότιμη πρόσβαση για όλους. Δεν είναι κοινωνική πολιτική να λαμβάνει βοήθεια μία περιοχή και μία άλλη να μένει πίσω επειδή καθυστερεί ένας διαγωνισμός.
Με τη μετάβαση στην προπληρωμένη κάρτα προχωρούμε σε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση: λιγότερη γραφειοκρατία, χαμηλότερο διοικητικό κόστος και περισσότεροι πόροι, απευθείας στον πολίτη. Καταργούμε ένα σύστημα ενδιάμεσων διαδικασιών -αποθήκευσης, ψύξης, κατάψυξης, μεταφοράς και διανομής- που απορροφούσε σημαντικούς πόρους και περιορίζουμε δραστικά το κόστος υλοποίησης, ώστε τα χρήματα να φτάνουν εκεί που πρέπει: στο ίδιο το νοικοκυριό, ως πραγματική αγοραστική δύναμη.
Κυρίως όμως βάζουμε τέλος σε μια πατερναλιστική λογική δεκαετιών, όπου το κράτος αποφάσιζε τι χρειάζεται μια οικογένεια και την υποχρέωνε να περιμένει σε ουρές για να το παραλάβει. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται “πακέτα”. Χρειάζονται επιλογή, αξιοπρέπεια και ισότιμη πρόσβαση, όπως όλοι οι πολίτες».

■ Συντελεστές του «Παρατηρητηρίου Συνοχής» της «Εφ.Συν.» είναι οι Χριστίνα Κοψίνη, Αλέξανδρος Χασάνι, Γιάννης Κιμπουρόπουλος.

Το δημοσίευμα αυτό έχει παραχθεί στο πλαίσιο του έργου EuSEE (πολιτικές συνοχής της Ε.Ε. στη ΝΑ Ευρώπη) το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι απόψεις και θέσεις που διατυπώνονται σε αυτό εκφράζουν μόνο τον/τη συντάκτη/ρια, δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα εκείνες της χορηγούσας αρχής και η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν φέρει καμία ευθύνη γι’ αυτές.
