Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια κραυγή αγωνίας είναι επί της ουσίας το βιβλίο του Α. Καψάλη, με τίτλο-ερώτημα: «Κρίση αδιεξόδου;», και υπότιτλο: Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού. Το έργο πραγματεύεται αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος.

Η συζήτηση, δυστυχώς, διεξάγεται κυρίως στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενώ στους συνδικαλιστικούς φορείς είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Επίσης, είναι πολύ λίγα τα βιβλία που ασχολούνται με τα συνδικάτα και γενικότερα με το εργατικό ζήτημα, εν συγκρίσει με εκείνα που επικεντρώνονται στην ιστορία του εργατικού κινήματος. 

Το βιβλίο δίνει έμφαση στην αποδυνάμωση της θεσμικής ισχύος (εργατική νομοθεσία) και πως αυτή αντεπιδρά στις συνειδήσεις των εργαζομένων όσον αφορά την κινητοποίησή τους.

Με βάση αυτό θεωρεί πως το μέλλον των συνδικάτων δεν είναι ευοίωνο και πως αν δεν υπάρξουν δραστικές εσωτερικές αλλαγές θα υποστούν περισσότερη περιθωριοποίηση. Δεν αναιρεί βέβαια τις αγωνιστικές παραδόσεις του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και αυτό φαίνεται στην σύντομη ιστορική ανασκόπηση που κάνει στο πρώτο κεφάλαιο (σελ. 15-21).

Κατά τη γνώμη μου, το βασικό στοιχείο που εισάγει προς συζήτηση ο Καψάλης στο βιβλίο του είναι η αυταρχικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και πως αυτή εντάσσεται σε ένα γενικότερο ιδεολογικό και πολιτικό σχέδιο, που στοχεύει στην εδραίωση ενός αυταρχικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Η εξατομίκευση της εργασιακής σχέσης, η εξουσία του διευθυντικού δικαιώματος, το αίσθημα ασυδοσίας εντός των επιχειρήσεων, αποτελεί το κυρίαρχο σημείο επιβολής του αυταρχισμού στην επιχείρηση, αφού αποδομεί κάθε έννοια προστασίας στην εργασία, λόγω της δομικής ανισότητας μεταξύ εργοδότη-εργαζόμενου και επικυρώνει την επέλαση αντιδημοκρατικών παρενεργειών στον κόσμο της εργασίας (σελ. 94-95).

Έτσι, μέσω του εργασιακού αυταρχισμού έχουμε περάσει σε ένα γενικότερο πλαίσιο κοινωνικού αυταρχισμού, ο οποίος έχει εισαχθεί στο επίπεδο του εποικοδομήματος, δηλαδή στο πολιτικό σύστημα, εμπεδώνοντας μια Αυταρχική Δημοκρατία, δηλαδή ένα σύστημα καθημερινών πρακτικών εξαναγκασμού, πειθάρχησης και αποδυνάμωσης των δημοκρατικών διαδικασιών (σελ. 106 και 108-109). Όπως αναφέρει ο Καψάλης, νέες πρακτικές διακυβέρνησης εμφανίζονται να προάγουν τα εργασιακά δικαιώματα, «αλλά στην πραγματικότητα αποδυναμώνουν ή υπονομεύουν τη γνήσια, δημοκρατική και συλλογική συμμετοχή στον χώρο εργασίας, στους εργασιακούς θεσμούς και στο ευρύτερο πολιτικό σύστημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο πολιτικές καινοτομίες ή θεσμικές αλλαγές αξιοποιούν τη γλώσσα των δικαιωμάτων, ακόμη και της δημοκρατίας και των ελευθεριών, προκειμένου να υπονομεύσουν την αυθεντική δημοκρατική συμμετοχή στη διακυβέρνηση της εργασίας» (σελ. 109). Βέβαια, το δημοκρατικό περίβλημα θα εξακολουθεί να υπάρχει (κοινοβουλευτική δημοκρατία, ελευθερία συναθροίσεων, έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, πολυκομματισμός, συνδικάτα, κοινωνία των πολιτών κ.λπ.), όμως οι λειτουργίες συμμετοχής και λογοδοσίας θα συρρικνώνονται συνεχώς.

Μαζί με τα φαινόμενα διαπλοκής που έχουν εμπλακεί τα αστικά πολιτικά κόμματα, οι εργοδότες και μέρος των κρατικών λειτουργών, αλλά και εξαιτίας της αδράνειας των συνδικαλιστικών ηγεσιών και της διασποράς της συνδικαλιστικής Αριστεράς, διατηρείται ένα παρακμιακό σύστημα.(1)

Το βιβλίο αναφέρεται και στην κρίση του συνδικαλισμού, η οποία θα πρέπει να πούμε ότι δεν είναι συγκυριακή, αλλά έρχεται από παλαιά, από την δεκαετία του 1990, με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, όχι μόνο ως οικονομική πολιτική αλλά και ως ιδεολογία και πολιτισμικό πρότυπο, που διαμορφώνει αντίστοιχους τρόπους σκέψης και συνείδησης. Στις χρόνιες παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τον οργανωτικό κατακερματισμό, την πληθώρα συνδικάτων, το διπολικό μοντέλο ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, την απουσία κουλτούρας συγχωνεύσεων, την παραταξιοποίηση, τις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις, τον γερασμένο χαρακτήρα τους, την κυριαρχία του ανδρικού πληθυσμού, τους διαχωρισμους στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, την άμβλυνση της ταξικής συνείδησης κ.λπ.

Σε συνδυασμό με τις αντιλήψεις, οι οποίες επικράτησαν από τη δεκαετία του 1990, περί «κοινωνικού εταιρισμού», αποδοχής της ανταγωνιστικότητας κ.λπ., αμβλύνθηκαν τα συγκρουσιακά χαρακτηριστικά των συνδικάτων, πλήγηκε η συλλογικότητα των εργαζομένων και επικράτησαν οι λογικές του ατομισμού. Και ενώ στα δύο πρώτα μνημόνια, με τη σφοδρότητα της επίθεσης εκ μέρους των κρατούντων, είχαμε μια ανάταση του συγκρουσιακού τους χαρακτήρα, ωστόσο η επικράτηση των νομικών-θεσμικών πολιτικών και κυρίως το χάσιμο της ελπίδας με την αποδοχή του τρίτου μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησε σε ήττα και επαναφορά των ατομικών λύσεων.

Κατά τη γνώμη μου, και με βάση τις έρευνες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα, αυτό που χαρακτηρίζει από τη 2010 τις εργατικές κινητοποιήσεις είναι ο αμυντικός τους χαρακτήρας με βασικό στοιχείο την παρεμπόδιση. Ωστόσο, και οι αμυντικοί αγώνες συμβάλλουν, καθώς επίσης κι άλλα στοιχεία, τα οποία υπάγονται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας κινηματικής διαδικασίας. Για παράδειγμα, ενδιάμεσα μπορεί να υπάρξει αναμονή, συζητήσεις (με όλα τα διαθέσιμα μέσα), διαπραγματεύσεις, προώθηση αιτημάτων με κάθε τρόπο, εξάσκηση πιέσεων μέσω της νομοθετικής οδού, επεξεργασία θέσεων, ανάπτυξη νέων συμμαχιών, ανασύνταξη των δυνάμεων κ.λπ. 

Το βιβλίο περιγράφει επίσης τη ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα (χαμηλοί μισθοί, αυταρχικές εργασιακές σχέσεις, εργατικά δυστυχήματα, αδρανοποιημένος ελεγκτικός μηχανισμός, χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, αντισυνδικαλιστικό νομοθετικό πλαίσιο, απολύσεις συνδικαλιστών, εργοδοτικές απειλές για κυρώσεις σε εργαζόμενους/-ες  για την πρόθεσή τους να συμμετέχουν σε γενικές απεργίες, ακρίβεια κ.λπ.) και δείχνει πως η εργατική νομοθεσία, καταρχάς με τα τρία μνημόνια και στη συνέχεια με τις σαρωτικές αλλαγές της κυβέρνησης της ΝΔ από το 2019 και μετά, αποτέλεσαν εργαλείο αποδιάρθρωσης κάθε έννοιας εργατικής νομιμότητας με την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης. Ο Καψάλης, τα περιγράφει με μία λέξη: λιτοτηταυταρχισμός. Με βάση αυτή την προσέγγιση αναλύει εκτενώς την ευρωπαϊκή Οδηγία ως ένα μέσο που ενώ δίνει έμφαση στις ποσοτικές διαστάσεις των αμοιβών, ωστόσο δεν θίγεται ούτε αμφισβητείται ο πυρήνας της συρρίκνωσης του συνόλου των συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων και της συνδικαλιστικής ελευθερίας (σελ. 115-116). Όπως επισημαίνει, «η μέριμνα μόνο για την τυπική δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας αλλά με τα συνδικάτα σε υπερβολικά μειονεκτική κοινωνικοπολιτικά θέση αποτελεί κατ’ ευφημισμό ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και μάλλον παραπέμπει σε διαδικασίες αναγκαστικής επικύρωσης των εργοδοτικών επιδιώξεων» (σελ. 117). «Θα είναι σαν να έχουμε συλλογικές συμβάσεις, αλλά δεν θα έχουμε», όπως εύστοχα παρατηρεί (σελ. 121). Και συνεχίζει: «Η ιδεολογική στόχευση είναι προφανής: η επιβολή μιας συνθήκης παρατεταμένης κοινωνικής ειρήνης, όχι δια της δικαιοσύνης αλλά δια της πυγμής, όχι δια της συναίνεσης αλλά δια της επιβολής. Με συνδικαλιστική αφωνία, κινηματική νηνεμία και πολιτική σιωπή» (σελ. 122).

Οι πολιτικές συνέπειες για τους εργαζόμενους -και ιδίως για τις νεότερες ηλικίες που δεν έχουν την εμπειρία των κατακτήσεων προηγούμενων ιστορικών περιόδων- είναι η προσαρμογή στη νέα κανονικότητα (άγνοια, φόβος, ανασφάλεια, αδιαφορία, παραίτηση, ατομικές λύσεις κ.λπ.). Σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της εργατικής ταυτότητας, την οποία μεγάλη μερίδα των μισθωτών εργαζομένων την θεωρούν υποτιμητική, η ταξική ένταξη έπαψε να αποτελεί πηγή εργατικής περηφάνειας και συλλογικού ανήκειν στους πολλούς και τις πολλές.(2) Παράλληλα, εμπεδώθηκαν νέες αυταρχικές πρακτικές, οι οποίες επέδρασσαν στη συνείδηση και την ψυχολογία των εργαζομένων μέσω της εξατομίκευσης και της καλλιέργειας της αντίληψης του «εργαζόμενου-επιχειρηματία». Καλλιεργήθηκε έτσι η ψευδαίσθηση σε ευρύτερα στρώματα, ειδικά μεταξύ των νέων μισθωτών εργαζομένων, ότι είναι «επιχειρηματίες» του εαυτού τους, ενώ στην πράξη παραμένουν συνεχώς διαθέσιμοι στις επιταγές της εργασιακής ευελιξίας και στις ανάγκες του κεφαλαίου.  

Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι μελαγχολικό. «Είναι ένα Μανιφέστο Αγωνίας», όπως εύστοχα παρατήρησε ο Σ. Σεφεριάδης, στην βιβλιοπαρουσίαση στις 15-1-2026.(3)

Παρ’ όλα αυτά, ο Καψάλης προσπαθεί να ακροθίξει κάποιες λύσεις και να ανοίξει τη συζήτηση, όπως φαίνεται στο τρίτο μέρος του βιβλίου στα κεφάλαια 10 και 11. Θεωρεί πως σε  αυτό το ζοφερό περιβάλλον για την εργατική τάξη, η ενίσχυση των δυνάμεων της Αριστεράς στα συνδικάτα μόνο θετικά μπορεί να αποτιμηθεί, ιδίως όταν πρόκειται για παρατάξεις και συσπειρώσεις με ταξική αναφορά. Καυτηριάζει βέβαια την αυτο-αναφορικότητα των παρατάξεων της συνδικαλιστικής αριστεράς, καθώς επίσης την έλλειψη κουλτούρας συγκλίσεων και προγραμματικών συνεργασιών. Θεωρεί ότι οι εμφύλιες διαμάχες για την εκλογική κυριαρχία στο εσωτερικό ενός κινήματος σε βαθιά υποχώρηση, καθώς επίσης η παραταξιοποίηση και κομματικοποίηση που υπάρχει σε όλο το εύρος των συνδικάτων, απογοητεύουν και αποθαρρύνουν μεγάλο αριθμό συνδικαλισμένων και μη, ιδίως των νεότερων ηλικιών (σελ. 135 και 137-138). 

Ο Καψάλης θωρεί καθοριστικό τον ρόλο του ΠΑΜΕ σε μια διαδικασία ανασύνταξης του συνδικαλιστικού κινήματος (σελ. 147), ενώ η κριτική που του ασκεί είναι για την ταύτισή του με το ΚΚΕ. Όμως, για να είναι, όπως λέει, χαρμόσυνα κάποια καλά νέα, όπως είναι η πρωτιά των δυνάμεων του ΠΑΜΕ στην ΑΔΕΔΥ και στο ΕΚΑ, καθώς και άλλων συνδικαλιστικών σχηματισμών που τοποθετούνται στη συνδικαλιστική αριστερά, χρειάζεται καταρχάς επανεκκίνηση του συνδικαλισμού με όρους στρατηγικών συμμαχιών και ενιαιομετωπικών σχημάτων. Ταυτόχρονα, αναφέρεται στη διαμόρφωση μιας νέας εργατικής κουλτούρας και επιχειρεί να δώσει προτάσεις για την ενότητα στη δράση της συνδικαλιστικής Αριστεράς προκειμένου να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην εργατική τάξη υπέρ των ταξικών δυνάμεων. Επίσης, θεωρεί πως χρειάζεται να τεθεί προοπτικά και η ενοποίηση των συνδικάτων του ιδιωτικού και στενού δημόσιου τομέα, δηλαδή της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. 

Σε όλα τα παραπάνω θα ήθελα να προσθέσω πως απαιτείται η προσέγγιση των εργαζομένων και με νέους τρόπους, όπως είναι ο συνδικαλισμός σε τοπικό επίπεδο ή/και ανά περιοχή, η δημιουργία εργατικών λεσχών, η εμπλοκή σε δράσεις κοινωνικής οικονομίας, η διοργάνωση εργατικών φεστιβάλ, η παρουσίαση εικαστικών εκθέσεων από τα συνδικάτα, οι ιστορικοί περίπατοι με αναφορές στους εργατικούς αγώνες, οι εκθέσεις για την ιστορία του εργατικού κινήματος, οι συναυλίες, οι βιβλιοπαρουσιάσεις, οι θεατρικές παραστάσεις, οι αθλητικοί αγώνες, τα ενημερωτικά σεμινάρια σχετικά με τα προβλήματα των εξαρτήσεων και πολλά ακόμη που μπορούν να προκύψουν μέσα από τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των μισθωτών εργαζομένων. Όλα τα παραπάνω μπορούν να συνεισφέρουν θετικά τόσο στην ανάδειξη του εργατικού ζητήματος όσο και στην πολιτικοποίηση και συσπείρωση των «από κάτω». Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλλει και η συνεργασία των συνδικάτων με την ακαδημαϊκή κοινότητα, ώστε να συνδυαστούν δημιουργικά η γνώση με τη δράση, όπως επισήμανε ο Β. Πετρόπουλος στην τοποθέτησή του στην παρουσίαση του βιβλίου.  

Η ανασύνταξη των συνδικάτων είναι ένα κρίσιμο στοίχημα. Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα ανοίξει μια ουσιαστική και ευρεία συζήτηση για την κρίση που τα διαπερνά και για τους τρόπους υπέρβασής της. Από την επαναφορά των αξιών της αλληλεγγύης, από την έμφαση στην αποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεων ώστε να μην γίνονται για να γίνονται, καθώς και από τη διατύπωση ενός ενωτικού λόγου και προγράμματος. Διότι, αν επικρατήσουν τα δυστοπικά σενάρια που αναφέρονται στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, τότε το μέλλον του συνδικαλισμού, τουλάχιστον με τη μορφή που τον ξέρουμε, είναι αβέβαιο. 

Τέλος, αξίζει να επισημανθεί ότι, αν και τα συνδικάτα έχουν πολλές αδυναμίες, αν και καταλογίζονται πολλά στους συνδικαλιστικούς τους εκπροσώπους, παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητη η ύπαρξή τους. Διότι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις από το 1974 μέχρι τα μνημόνια, καθώς και η υπεράσπιση της δημοκρατίας, συντελέστηκαν πάντα με τη συμβολή τους. Το κυριότερο, αποτελούν επίτευγμα της εργατικής τάξης, διότι είναι το εργαλείο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι οργανώνουν και προωθούν συλλογικά τα συμφέροντά τους. 

Μπορούμε, άραγε, να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς συνδικάτα; Τι είδους κοινωνία θα ήταν αυτή; Σίγουρα όχι μια δημοκρατική κοινωνία. 

Υποσημειώσεις:

(1) Βλ. και το άρθρο μου με τίτλο: «Αυταρχική Δημοκρατία: το εργασιακό πεδίο ως πεδίο ελέγχου», Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας Η Εποχή, 1-10-2025.

(2) Για περισσότερα δες Δ. Κατσορίδας, «Ανάμεσα σε ‘‘μεσαία’’ και εργατική τάξη: Αναγνώσεις μιας κοινωνικής ψευδαίσθησης», στην ηλεκτρονική σελίδα της Εφημερίδας των Συντακτών, https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/472222_anamesa-se-mesaia-kai-ergatiki-taxi, 13-5-2025.

(3) Βλ. στο Σ. Σεφεριάδης, «Είναι η κρίση του συνδικαλισμού αδιέξοδη;», δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα της Εφημερίδας των Συντακτών, 26-1-2026, 

*μέλος Δ.Σ σωματείου εργαζομένων ΙΝΕ-ΓΣΕΕ