ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Λιούσης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα αστεία τελείωσαν. Η Ευρώπη εξοπλίζεται. Οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ήδη τροχοδρομούν στον διάδρομο απογείωσης, ενώ οι μηχανές των εργοστασίων ξαναζεσταίνονται. Ενα αστέρι (στρατιωτικής) ισχύος γεννιέται! Δύο είναι οι αφορμές που «ανάγκασαν» την Ευρώπη να στραφεί, εκούσα άκουσα, στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Κατ’ αρχάς, είναι η «επιθετικότητα» της Ρωσίας, που εμφανίζει ιδιαίτερα άγριες διαθέσεις, ιδίως μετά την επιδίωξη ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένας ακόμα, αρκετά ανησυχητικός, παράγοντας στρατιωτικοποίησης της Ε.Ε. Οι ΗΠΑ του προέδρου Τραμπ δεν έχουν απλώς απεμπολήσει τις «υποχρεώσεις» τους έναντι της ασφάλειας της Ευρώπης, αλλά, έτι χειρότερο, επιδεικνύουν εναντίον της τελευταίας μια πρωτοφανή επιθετικότητα τόσο στο οικονομικό επίπεδο (αυθαίρετη επιβολή δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα) όσο και σε αυτό της επέκτασης, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, επί των εδαφών της (Γριλανδία). Πού μπορούν όμως να οδηγήσουν τα στρατιωτικά σχέδια της Ε.Ε;

Για να εξαχθούν κάποια χρήσιμα επί του θέματος συμπεράσματα, πρέπει η συγκεκριμένη στρατηγική απόφαση της Ευρώπης να συνδυαστεί με μια άλλη, προγενέστερη επιλογή της. Αυτήν της υιοθέτησης του μοντέλου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Εξ αυτής της εκρηκτικής σύνθεσης πρέπει να αναμένονται τρεις, τουλάχιστον, βαρύνουσες εξελίξεις:

1. Πριν από όλα, μέσω του προγράμματος SAFE (το οποίο αποτελεί πυλώνα του ReArm Europe που εκτιμάται στα 800 δισ. ευρώ), ξεκινά η διαδικασία απορρόφησης 150 δισ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές, με σκοπό την προμήθεια (επενδύσεις) στρατιωτικού υλικού. Το 65% αυτών προβλέπεται ότι θα διοχετευθεί στην ευρωπαϊκή αγορά όπλων, ενώ «μόλις» το 35% θα κατευθυνθεί σε άλλες, εκτός Ε.Ε., αγορές (ΗΠΑ…).

Παράλληλα βέβαια υπάρχει και έτερη πρόβλεψη, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ των κρατών-μελών. Στο πλαίσιο αυτό, η εκτόξευση των ελλειμμάτων, των χρεών, όπως και, πιθανότατα, του πληθωρισμού θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Δεν θα πρέπει ωστόσο να υπάρχει ανησυχία. Οι στρατιωτικές δαπάνες δεν θα λαμβάνονται υπόψη στο «αυστηρό» πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας!

2. Η πολιτική του έξαλλου μιλιταρισμού, ωστόσο, δεν μπορεί παρά να συρρικνώσει έτι περαιτέρω τις κοινωνικές δαπάνες του δημόσιου τομέα. Από την περίοδο της πανδημίας ήδη, κατέστη δραματικά σαφής η κατάρρευση των Εθνικών Συστημάτων Υγείας που είχε επέλθει, λόγω της επιβολής του αγοραίου καπιταλισμού, ακόμα και στις χώρες εκείνες που κάποτε περηφανεύονταν για τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων τους (π.χ. Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο). Πού καταλήγουμε λοιπόν; Είναι προφανές: μετά την προηγηθείσα «εκτέλεση», ο μιλιταρισμός θα ρίξει και τη χαριστική βολή στο κράτος πρόνοιας. Ούτε εν προκειμένω θα πρέπει να υπάρχει ανησυχία, καθώς το πεδίο των κοινωνικών υπηρεσιών θα αλωθεί από τον εταιρικό παράγοντα. Μια φαντασίωση των αγοραίων απολογητών τείνει να γίνει πραγματικότητα – και, μάλιστα, απολαμβάνοντας την κοινωνική νομιμοποίηση.

3. Τέλος, ας σημειωθεί ότι οικονομικά, τεχνολογικά και πολιτικά θα ωφεληθούν οι παραγωγοί στρατιωτικών εξοπλισμών και δη σε βάρος των εισαγωγέων, αναπαράγοντας την εσωτερική ιεραρχία (εξάρτηση) κυρίαρχων – κυριαρχούμενων. Μάλιστα, στους κόλπους των πρώτων, των κυρίαρχων, ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι οι επιχειρήσεις εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Προκειμένου να καταστεί κατανοητή η συμβολή του στρατιωτικού, παραγωγικού τομέα στην ενίσχυση των καπιταλιστικών δομών, θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

● Οι στρατιωτικές δαπάνες για την παραγωγή όπλων είναι απόλυτα παραγωγικές (παραγωγή υπεραξίας). Οχι όμως και για τους εισαγωγείς, για τους οποίους αποτελούν μια αιμορραγούσα πληγή.

● Παράλληλα, επειδή οι εν λόγω δαπάνες τροφοδοτούν αενάως την παραγωγή «γνώσης» (Ε – Α της τεχνολογίας), γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται ως αναπαραγωγικές, στο επίπεδο των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων (αναβάθμιση των κοινωνικών δυνάμεων).

● Τέλος, η διασφάλιση των υπερκερδών των εταιρειών στρατιωτικών εξοπλισμών προκύπτει, μεταξύ των άλλων, και από τη διαμόρφωση της σχετικής αγοράς: μονοπωλιακές συνθήκες (ή οριακά και υπό προϋποθέσεις, ολιγοπωλιακές) για τις εταιρείες και, από την πλευρά του αγοραστή-κράτους, μονοψώνιο (ή, στην περίπτωση της Ε.Ε., ολιγοψώνιο).

Υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων, συνάγεται ότι η Ευρώπη, μέσω των «πολεμικών προετοιμασιών» της, αποβλέπει σε μεγάλο βαθμό και στην οικονομική, βλέπε «αναπτυξιακή» της, ανασυγκρότηση καθώς η εφαρμογή του αγοραίου μοντέλου την έχει καθηλώσει στον βούρκο της στασιμότητας. Είναι ακριβώς η οικονομική αποτυχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, που συντελεί και στην εμφάνιση της νεο-ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας.

Ομως, όσο τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα επιλέγουν τον στρατοκρατικό δρόμο για την αγοραία ανάπτυξη τόσο περισσότερο θα οξύνονται και οι υφιστάμενες αντιφάσεις. Για να κυριαρχήσει στον κόσμο η ειρήνη, δεν απαιτούνται περισσότερα όπλα αλλά η εξάλειψη της αδικίας, της απληστίας, της ανθρώπινης κτηνωδίας. Με άλλα λόγια, η ριζική απόρριψη του αγοραίου μοντέλου της καταστροφής.

* Δρ οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Paris IX-Dauphine, έχει διατελέσει εμπειρογνώμων του ΥΠΕΞ για θέματα διεθνούς οικονομικής συνεργασίας